Legislator Case Law & Legislation
598/2008 AI generated

Supreme Court allows employee severance claim where employer unilaterally rejected resignation letter. Court finds employer's refusal invalidates termination. Case remanded for further trial.

Case Number 598/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Court of First Instance's dismissal of an employee's severance pay claim. The employee had submitted a resignation letter, but the employer explicitly rejected it and treated the contract as terminated due to unilateral resignation. The Court ruled that the employer's refusal to accept the resignation does not prevent the contract from converting to an indefinite term, thereby entitling the employee to statutory severance. Consequently, the case was remanded for retrial with the employer ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 8, paragraph 1 of Law 3198/1955; Article 33, paragraph 2 of the Employer's Labor Regulations: An employer's unilateral rejection of an employee's resignation does not prevent the contract from converting to an indefinite term, thereby entitling the employee to statutory severance pay upon early termination.

Keywords

AI generated
unilateral resignation rejection indefinite term conversion statutory severance pay labor contract termination employer refusal acceptance

Cited Legislation

AI generated
Article 8, paragraph 1 of Law 3198/1955
Article 33, paragraph 2 of the Employer's Labor Regulations
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 598/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κοσμά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1628/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2345/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 16/3/2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 εδ.α του Ν.3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920, ή το προβλεπόμενο από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δεν ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αποζημίωσης, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του αυτού νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή όρους, μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν.1876/1990 με την από ....

επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού αυτής (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.) κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αρ. 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ.6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του Ν.1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται, με το θάνατο του υπαλλήλου, με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης, αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα, σε κάθε δε περίπτωση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του.

Εξάλλου οι όροι του με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπόμενη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού (Ολ.ΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του άνω Κανονισμού, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στη περίπτωση του άρθρου 8 εδ.α' του Ν.3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτηση του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της ΕΤΕ, δικαιούται την ως άνω μειωμένη αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα, ή να έχει σημασία η άρνηση αυτής να αποδεχθεί την εν λόγω παραίτηση.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα που γεννήθηκε στις 17-1-1956, προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις ..... και υπηρέτησε στη τελευταία συνεχώς μέχρι την 30-3-2001, οπότε και η ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λύθηκε.

Ειδικότερα, στις 12-3-2001, η ενάγουσα υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού της εναγομένης την παραίτησή της, με το από ..... έγγραφο που η ίδια υπογράφει, το οποίο έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "... Με την παρούσα σας γνωρίζω ότι καταγγέλλω μονομερώς, κατ'άρθρο 4 του Ν.2112/1920 την μεταξύ μας υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 30-3-2001, αφ'ης και θα παύσω να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου, χωρίς να εξαρτώ το κύρος ή την ισχύ της εν λόγω καταγγελίας από οποιαδήποτε σύμπραξη ή συγκατάθεσή σας".

Η ως άνω καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας, που όταν πραγματοποιήθηκε είχε δεκαπέντε χρόνια συνεχούς εργασίας στην εναγομένη, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της, κατέστησε την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρχής αορίστου χρόνου.... Η εναγομένη όμως, όχι μόνο δεν συγκατατέθηκε στην ως άνω αποχώρηση από την εργασία της ενάγουσας, αλλά ρητώς εναντιώθηκε σ'αυτή με έγγραφο που της απηύθυνε στις 26-3-2001 το οποίο αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Σας γνωρίζουμε ότι λάβαμε σήμερα την από.....

καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας και σας δηλώνουμε ότι δεν την αποδεχόμαστε και την αποκρούουμε κατηγορηματικά. Σε περίπτωση δε που μετά της 30-3-2001 ... δεν παρέχετε τις υπηρεσίες σας, θα θεωρήσουμε τη σύμβαση εργασίας σας ληθείσα από την ημερομηνία αυτή λόγω μονομερούς εκ μέρους σας καταγγελίας της, παρά τη ρητή δια της παρούσας εναντίωσή μας"...

Η ενάγουσα δεν αρνείται ότι υπέγραψε την από ..... έγγραφη καταγγελία της σύμβασής της. Το ότι στο ως άνω έγγραφο αναφέρει ότι "καταγγέλλει" αντί για το ότι παραιτείται, δεν θα την στερούσε από το δικαίωμα λήψης της αιτούμενης αποζημίωσης, εφόσον βεβαίως συνέτρεχε και η απαιτούμενη προϋπόθεση της συγκατάθεσης της εναγομένης.

Εξάλλου, από την αδιάστικτη διατύπωση του προαναφερομένου άρθρου 33 παρ.2 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι η τελευταία έχει εκ των προτέρων δώσει την συγκατάθεση της στην αποχώρηση των μισθωτών της, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα. Αντίθετα, τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω άρθρο, ότι η έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου επιφέρει τη λύση της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, όχι μόνο δεν ενέχουν εκ των προτέρων συγκατάθεση της τελευταίας στην παραίτηση των υπαλλήλων της (όπως έχει κριθεί ότι ισχύει σε κανονισμούς συμβατικής ισχύος άλλων τραπεζών, όπου προβλέπεται το δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού οποτεδήποτε γενικώς, χωρίς άλλη διευκρίνιση), αλλά επισημαίνουν την περίπτωση έλλειψης αποδοχής της παραίτησης ή συγκατάθεσης σ'αυτή εκ μέρους της εναγομένης, με τη διαφορά ότι η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να καταστήσει ανενεργό την παραίτηση του εργαζομένου και την μετατροπή της σύμβασης του, κατ'αυτόν τον τρόπο, σε αορίστου χρόνου".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση της κατά το άρθρο 8 εδ.α' Ν 3198/1955 αποζημιώσεως, κρίνοντας ως καταχρηστική την άρνηση της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί την παραίτησή της, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 8 εδάφ. α του Ν 3198/1955 και 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, είναι βάσιμος.

Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2345/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 20 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ