Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific legal provisions in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn final judgments regarding an illegal entry and evidence admissibility. The court found the appeal grounds vague and lacking necessary citations to specific legal provisions required by the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559 of the Civil Procedure Code; An appeal petition must cite specific legal provisions and facts; vague or incomplete grounds are inadmissible and result in dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 598 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 598/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-1999 και 20-10-1999 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7317/2000 μη οριστική 3126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4491/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 8-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 11-7-2005, αίτησης αναίρεσης των 4491/2005 και 3126/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Εξάλλου, η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους.
Διότι, αν και οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον, για οποιοδήποτε λόγο (και εξαιτίας σιωπηρής παραιτήσεως, με την απευθείας άσκηση αναιρέσεως εφόσον ο υπογράφων την αναίρεση έχει πληρεξουσιότητα, σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη.
Τα τυχόν δε σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκειμένη υπόθεση η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται αφενός κατά της 3126/2004 αποφάσεώς του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το μεν απορρίφθηκε η, από 20-10-1999, αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, το δε έγινε κατ' ουσία δεκτή η, από 1-4-1999, αγωγή της δεύτερης κατά της πρώτης των άνω διαδίκων και αφετέρου κατά της 4491/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, η, από 5-1-2005, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της παραπάνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (3126/2004), ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας, της τότε εκκαλούσας.
Με βάση τα προεκτεθέντα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος, που στρέφεται κατά της 3126/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 4491/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αντιθέτως, η ίδια αίτηση ως προς την ανωτέρω 4491/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε, ερήμην της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, την παραπάνω έφεσή της, έχει ασκηθεί νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού διαθέτει τη σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος, που την κατέθεσε.
ΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 241 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην κατ' έφεση δίκη, η συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί τη, για μία μόνο φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, αναβολή, μετά από αίτηση του διαδίκου, της συζητήσεως της υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο, απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ενώ εξάλλου το περί αναβολής αίτημα και τα προς υποστήριξή το προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε "ζήτημα", κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποτελούν, ούτε "πράγμα", κατά την έννοια του αριθ. 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, αφού ως τέτοια θεωρούνται μόνο τα προς θεμελίωση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως του ουσιαστικού δικαίου αναγόμενα.
Εξάλλου, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, κατά μεν τη διάταξη του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά δε τη διάταξη του αριθ. 6 του ίδιου άρθρου, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην.
Κατά την έννοια της πρώτης των ανωτέρω διατάξεων, του αριθ. 4, υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή των διοικητικών αρχών (πρβλ. Ολ. ΑΠ 5/1995) και συνεπώς για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν γιατί δεν έχει δικαιοδοσία το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και ποιά είναι το δικαστήριο ή η Αρχή που έχει δικαιοδοσία.
Για το ορισμένο δε του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, από τα οποία, προκύπτει το μη νόμιμο της ερημοδικίας.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινομένης αιτήσεως, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των διατάξεων των αριθ. 19, 1 εδ. 2, 4 και 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι: "η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού απέρριψε το αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως γιατί δήθεν δεν προέκυψε γεγονός ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου της, το δε Εφετείο: α) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 241 ΚΠολΔ, β) της στέρησε το δικαίωμα εμφάνισης, εκπροσώπησης και συμμετοχής στη δίκη, υπερβαίνουσα έτσι τη δικαιοδοσία του και γ) παρά το νόμο τη δίκασε ερήμην". Με το ανωτέρω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, αφού, εκτός του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η αναβολή ή μη της συζητήσεως κάποιας υποθέσεως απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσο αφορά: α) τη διάταξη του αριθ. 19 το θέμα αυτό δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοιά της, β) τη διάταξη του αριθ. 1 διότι η διάταξη του άρθρου 241 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και γ) τις διατάξεις των αριθ. 4 και 6 διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα, για το ορισμένο των σχετικών λόγων, περιστατικά.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά τις διατάξεις των αριθ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο: α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (αριθ. 11) και β) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (αριθ. 12).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για το ορισμένο των ερειδομένων σ' αυτές λόγων αναιρέσεως πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: 1) για την περίπτωση του αριθ. 11 επί μεν του παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς, επίσης, και ότι ο ισχυρισμός περί τυχόν απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, επί δε του ισχυρισμού για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως, ακόμη δε (να καθορίζεται) ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) για την περίπτωση του αριθ. 12, κατά την οποία ο σχετικός λόγος ιδρύεται, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα, (πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο) για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως και δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου του θεσπιζομένου λόγου αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την Γ΄ (Ι) λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των πιο πάνω διατάξεων (του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ) διότι "δέχθηκε ότι η αντίδικος περιελάμβανε στη φορολογική της δήλωση το επίδικο, ενώ το γεγονός αυτό αποδεικνύεται μόνο με προσαγωγή και επίκληση αντιγράφου της φορολογικής δηλώσεως και η αντίδικος δεν προσκόμισε τέτοιο αντίγραφο, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων δεν μπορούν να ανατρέψουν τη μη προσαγωγή του εγγράφου αυτού και συνεπώς έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, καθώς και αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".
Μ' αυτό και μόνο το περιεχόμενο οι στις προαναφερόμενες διατάξεις ερειδόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι, σύμφωνα με τα προμνημονευόμενα, αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού δεν εξειδικεύονται σ'αυτούς αφενός τα αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν τα επιτρέπει ο νόμος και αφετέρου το αποδεικτικό μέσο, στο οποίο προσέδωσε το Εφετείο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη και ποια είναι η δύναμη αυτή, και στις δύο δε περιπτώσεις και το σφάλμα, που διέπραξε το Εφετείο.
IV. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, που καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, και όταν, λόγω ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας της περιεχομένης σ' αυτήν αιτιολογίας δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν στην κρινομένη περίπτωση εφαρμόσθηκε ή όχι σωστά συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ρητώς και σαφώς. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφαλαία παροχής έννομης προστασίας, μπορεί δε να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα, όχι, όμως, και την άρνηση της αγωγής ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Όταν δε πρόκειται περί "αντιφάσεως" αυτή πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών, ή των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός (από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει: α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα".
Η αναιρεσείουσα, με τον Γ΄(ΙΙ) λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Όμως, όπως, από τις σχετικές περικοπές του αναιρετηρίου, προκύπτει η μεν "αντιφατικότητα" δεν εντοπίζεται στις αιτιολογίες της αποφάσεως μεταξύ τους, αλλά στην αντίφαση των αιτιολογιών προς τα, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η δε "ανεπάρκεια" δεν συνδυάζεται με ουσιώδεις ισχυρισμούς, κατά την προαναφερομένη έννοια, αλλά με "επιχειρήματα" του Δικαστηρίου ή των διαδίκων.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της κρινομένης αιτήσεως από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο αυτό λόγο αναιρέσεως (Γ΄ΙΙ) παραπονείται ότι το Εφετείο υπέπεσε και στις πλημμέλειες των διατάξεων των αριθ. 1 και 12 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ "διότι η σκέψη της προσβαλλομένης ότι κλείδωσε (η αναιρεσείουσα) παράνομα την κύρια είσοδο του επιδίκου...
την καθιστά αναιρετέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ γιατί δεν αποδείχθηκε τέτοιο γεγονός και έτσι ανατρέπει όλες τις αιτιολογίες της ως προς την άσκηση νομής στο επίδικο. Επίσης δεν είναι αναιρετέα γιατί παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού έπρεπε τα τάξει αποδείξεις ως προς την κατοικία της ..... , που θα αποδεικνυόταν μόνο με έγγραφα, που ήταν οι βεβαιώσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως προς το πού αποστελλόταν η σύνταξή της, διότι αυτή είναι η μόνη σίγουρη, νόμιμη και πραγματική κατοικία".
Και οι λόγοι, όμως, αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, αφού για μεν την περίπτωση του αριθ. 1 δεν μνημονεύεται εκτός άλλων και η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που, κατά την αναιρεσείουσα, παραβίασε το Εφετείο, για δε την περίπτωση του αριθ. 12 δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας, απαραίτητα για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, στοιχεία.
V. Επειδή, για το ορισμένο του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, πρέπει να αναφέρεται, εκτός άλλων, σ' αυτόν και ότι είχε γίνει επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως με στοιχεία Γ΄ (ΙΙΙ), ισχυρίζεται ότι "δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία της αντιδίκου, που έγινε με τις προτάσεις της της πρώτης συζητήσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έτσι κατέστη αναιρετέα η απόφαση, αφού:
α) το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) δεν έλαβε υπόψη της σαν αποδεικτικό μέσο την ανωτέρω δικαστική ομολογία, γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και δ) στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Όμως, και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που θα μπορούσε να ευσταθήσει μόνο για τη με στοιχ. β΄ αιτίασή του, διότι για τις υπόλοιπες είναι προφανώς αόριστος, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα απαραίτητα, για την εφαρμογή των διατάξεων των αριθ. 8, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στοιχεία, είναι, και για την περίπτωση του αριθ. 11 περ.
γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αόριστος, αφού δεν μνημονεύεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε την "ομολογία της αντιδίκου της" στο δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, καθώς και η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 11 Ιουλίου 2005, αίτηση της ....., για αναίρεση των 4491/2005 και 3126/2004 αποφάσεων των Εφετείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ