Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing final lower court ruling on costs as unreviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding travel expenses for a minor child. The lower court had ruled in favor of the appellant, ordering the respondent to pay the costs, which the appellant had voluntarily executed. The Supreme Court held that the lower court's decision on costs was final and unreviewable via appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the request to restore the case to its previous state was deemed without merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 143(1), 143(4) of the Code of Civil Procedure; Article 579 of the Code of Civil Procedure: A judicial proxy is automatically and adverse for all service of process until a final judgment is issued; if an appeal is rejected, the request for restoration of the case to the previous state is inadmissible as lacking subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 597 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 597/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ε. του Π., 2) Π. Ε. του Σ., κατοίκων Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ν. του Ζ., κατοίκου Αραδίππου Λάρνακας Κύπρου, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων του Ζ. Τ. του Ν. και της Δ. και Χ. Ν. του Ν. και της Δ., 2) Ν. Π. του Β., κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ" και δ.τ. "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ TOURS", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός ΚΤΕΛ Ν. Θεσσαλονίκης Συν.Π.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων oι 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2017 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-8-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2350/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5475/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ίδιου Κώδικα, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του), συνεπώς και για την επίδοση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση αυτής, ενώ στην περίπτωση που η επίδοση αφορά σε διάδικο που έχει τη διαμονή του στο εξωτερικό, αυτή πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά στον νομίμως διορισθέντα αντίκλητό του.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 185/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, από τη 1952 Ζ/11-11-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κρυστάλλως Δημητρίου, που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν νόμιμα τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19-6-2020 αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.
Ν., ατομικά και ως ασκούντα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του Ζ. Τ. και Χ. Ν., κάτοικο Κύπρου, στο δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο-Ανδρέα Κυριακίδη, που τον εκπροσώπησε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και τη δευτεροβάθμια δίκη, ως αντίκλητο αυτού, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ (νόμιμη αντικατάστασή του δεν αποδεικνύεται).
Ο τελευταίος διάδικος όμως δεν παραστάθηκε στην παρούσα δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του. Η κρινόμενη από 19-6-2017 (αρ.
κατ. 410/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5475/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ν. Ν., ατομικά και ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του Ζ. Τ. και Χ. Ν., με την από 10-5-2017 κυρία αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι στις 17-3-2016, οδηγώντας α) ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Σ.
Ε. το ΝΗΤ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος Π. Ε. και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ" και β) ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Ν. Π. το ΝΕΗ... ΔΧ λεωφορείο, κυριότητας της πέμπτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ", που ήταν ασφαλισμένο στον έκτο εναγόμενο και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο, συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός ΚΤΕΛ Ν.
Θεσσαλονίκης Συν. ΠΕ", προκάλεσαν, από συνυπαιτιότητά τους, το θανάσιμο τραυματισμό της συζύγου και μητέρας των ανήλικων τέκνων του Δ. Μ., πεζής, κατά το ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον, εκτός των άλλων, ως αποζημίωση για τη στέρηση διατροφής των ανήλικων τέκνων του λόγω θανάτου της μητέρας τους, έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστη ο ίδιος και τα τέκνα του.
Η τρίτη εναγομένη, "GENERALI HELLAS AAE", με την από 22-8-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά των τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγομένων της κυρίας αγωγής, αφού ισχυρίστηκε ότι ο εκ των εναγομένων οδηγός του ΝΕΗ... ΔΧ λεωφορείου Ν. Π. είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά 95%, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το 95% κάθε ποσού που αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής (ατομικά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του).
Οι αγωγές έγιναν δεκτές εν μέρει με τη 2350/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος και οι δύο οδηγοί, Σ. Ε. και Ν. Π., κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 5475/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν ομοίως συνυπαίτιοι του ατυχήματος οι ως άνω διάδικοι οδηγοί, κατά 50% ο καθένας και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση σε σχέση τα λοιπά κεφάλαια και ερευνήθηκαν εκ νέου οι αγωγές, έγινε δεκτή εν μέρει η κυρία αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον κυρίως ενάγοντα α) ατομικά 7.040,60 ευρώ ως αποζημίωση για έξοδα κηδείας και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της συζύγου του και β) για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του το ποσό των 187,24 ευρώ συνολικά κατά μήνα από 17-3-2016 έως 17-3-2020 ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής λόγω του θανάτου της μητέρας τους και 130.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση καθενός λόγω ψυχικής οδύνης, συνακόλουθα δε έγινε δεκτή εν μέρει και η παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσείουσας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 536/2022).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 299/2018).
Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 309/2019).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1559/2022).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκλησή του, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-3-2016 και περί ώρα 14.50 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος Σ. Ε. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ΝΗΤ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Π. Ε. (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AE", (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα) εκινείτο επί της οδού Μανώλη Ανδρόνικου στη Θεσσαλονίκη, έχοντας καταλάβει τη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, η οποία σύμφωνα με τη σήμανση επί του οδοστρώματος, τα βέλη επιλογής κατεύθυνσης, κατευθύνεται λοξά αριστερά στο τέρμα αυτής της οδού και εισέρχεται επί της οδού Τσιμισκή.
Κατά την ίδια ανωτέρω ώρα ο τέταρτος εναγόμενος Ν. Π. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ΝΕΗ... ΔΧ λεωφορείο ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ Τουριστικού Τομέα" (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη οτον έκτο εναγόμενο συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός ΚΤΕΛ Ν.
Θεσσαλονίκης Συν.ΠΕ" (ήδη τετάρτου αναιρεσίβλητου) κινείτο επί της ανωτέρω οδού Μανώλη Ανδρονίκου έχοντας καταλάβει την τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, η οποία σύμφωνα με τη σήμανση επί του οδοστρώματος (βέλη επιλογής κατεύθυνσης) κατευθύνεται ευθεία στο τέρμα αυτής της οδού και εισέρχεται επί της οδού Αγγελάκη.
Το πλάτος της οδού Μανώλη Ανδρόνικου είναι 14,30 μ. είναι χωρισμένο σε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με κατά μήκος διαγραμμίσεις. Στην πρώτη και στην δεύτερη από αριστερά λωρίδες κυκλοφορίας υπάρχουν επί του οδοστρώματος βέλη επιλογής σύμφωνα με τα οποία οι οδηγοί που κινούνται σε αυτές υποχρεούνται να τα ακολουθήσουν και να κατευθυνθούν προς την οδό Τσιμισκή.
Στην τρίτη και την τετάρτη από αριστερά λωρίδες κυκλοφορίας υπάρχουν επί του οδοστρώματος βέλη επιλογής σύμφωνα με τα οποία οι οδηγοί που κινούνται σε αυτές υποχρεούνται να τα ακολουθήσουν και να κατευθυνθούν προς την οδό Αγγελάκη (βλ. την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα των αρμοδίων οργάνων του Α.Τ.Τ.Θεσσαλονίκης).
Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενώ είχε καταλάβει τη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Μανώλη Ανδρονίκου, η οποία τον υποχρέωνε να πραγματοποιήσει αριστερόστροφη πορεία προς την οδό Τσιμισκή, αυτός συνέχισε την πορεία του ευθεία με αυξημένη για τις περιστάσεις και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό ταχύτητα, προκειμένου να προσπεράσει το δεξιά ως προς αυτόν κινούμενο λεωφορείο που οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Αγγελάκη, αλλά και ο τέταρτος εναγόμενος, ενώ είχε καταλάβει τη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Μανώλη Ανδρονίκου, η οποία τον υποχρέωνε να πραγματοποιήσει ευθεία πορεία προς την οδό Αγγελάκη, επιχείρησε αριστερό ελιγμό χωρίς να αντιληφθεί την κίνηση του υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ΝΗΤ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με οδηγό τον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Τσιμισκή, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί η δεξιά πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του λεωφορείου που οδηγούσε ο τέταρτος εναγόμενος. Ακολούθως το όχημα πού οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος μετά τη σύγκρουση εξετράπη της πορείας του έλαβε ανεξέλεγκτη κίνηση προς τα δεξιά, ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, με συνέπεια, να παρασύρει τη Δ.
Μ., σύζυγο του ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) και μητέρα των δύο ανήλικων τέκνων τους Ζ. και Χ., που εκπροσωπούνται από τον πατέρα τους πρώτο ενάγοντα, ο οποίος ασκεί τη γονική τους μέριμνα, την οποία τραυμάτισε θανάσιμα την ώρα που ανέμενε επί του ανωτέρω πεζοδρομίου στο ύψος της διάβασης πεζών για να διέλθει την οδό Αγγελάκη με πρόσωπο προς την οδό Τσιμισκή στην πλατεία Χ.Α.Ν.Θ.
της Θεσσαλονίκης μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της Χ. Μ. και Α. Μ., τις οποίες τραυμάτισε και στη συνέχεια προσέκρουσε σε φωτεινό σηματοδότη και στο σταθμευμένο επί της Λ. Στρατού υπ' αριθμ. κυκλοφ. 4102 Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Μάλιστα στην ανωτέρω έκθεση' αυτοψίας ο πρώτος των εναγομένων δήλωσε ότι το όχημα που οδηγούσε κινούνταν επί της οδού Μανώλη Ανδρονίκου με κατεύθυνση προς την οδό Αγγελάκη στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας και ο τέταρτος εναγόμενος δήλωσε ότι οδηγούσε το λεωφορείο επί της οδού Μανώλη Ανδρονίκου με κατεύθυνση προς την οδό Τσιμισκή στην τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας.
Συνυπαίτιοι του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της Δ. Μ. είναι κατά ποσοστό 50% ο καθέvας, ο πρώτος και ο τέταρτος των εναγομένων αντίστοιχα, οδηγοί των υπ' αριθμ. κυκλοφ. ΝΗΤ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και ΝΕΗ... ΔΧ λεωφορείου, οι οποίοι δεν οδηγούσαν με σύνεση και δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού ευρισκόμενου υπό τις ίδιες περιστάσεις, οι δύο ανωτέρω οδηγοί αγνόησαν τα επί του οδοστρώματος της οδού όπου κινούντο βέλη επιλογής κατεύθυνσης (αρθ. 5 παρ. 5 και περζΚΟΚ) και επιπλέον ο τέταρτος εναγόμενος οδηγώντας το ανωτέρω λεωφορείο έχοντας καταλάβει την τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της ανωτέρω οδού επιχείρησε αριστερή στροφή σε σημείο της οδού όπου αφενός δεν επιτρεπόταν, αφού είχε καταλάβει τη λωρίδα αυτής με κατεύθυνση ευθεία πορεία, αφετέρου έχοντας την πρόθεση να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει στην πρώτη από τα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας και να συνεχίσει την πορεία του προς την οδό Τσιμισκή δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πραγματοποιήσει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, αλλά πραγματοποίησε αιφνίδια τον έλεγχο προς τα αριστερά χωρίς να αντιληφθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ΝΗΤ... IXE αυτοκίνητο κινούνταν ομόρροπα στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας επιχειρούσε να προσπεράσει το από δεξιά ως προς αυτόν κινούμενο λεωφορείο, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Ο δε πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε επίσης με σύνεση και προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, κινείτο στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας η οποία, ενώ τον υποχρέωνε να πραγματοποιήσει αριστερόστροφη πορεία προς την οδό Τσιμισκή, αυτός κινήθηκε ευθεία και δεν μείωσε την αυξημένη ταχύτητα με την οποία έβαινε που ανερχόταν τουλάχιστον σε 80 χλμ/ώρα, η οποία υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο της οδού (50 χλμ/ώρα), προκειμένου να προσπεράσει το από δεξιά ως προς αυτόν κινούμενο λεωφορείο, γεγονός που προκύπτει από την μετέπειτα πορεία του, την πλαγιολίσθηση του οχήματος του επί 17,60 μέτρα, την περιστροφή αυτού, το ανέβασμα επί του κρασπέδου του πεζοδρομίου, την παράσυρση των ανωτέρω πεζών Δ.
Μ., Χ. Μ. και Α. Μ., οι οποίες βρίσκονταν κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα επί του πεζοδρομίου, αναμένοντας να διέλθουν την οδό Αγγελάκη από τη διάβαση πεζών, τη διακοπή της πορείας του κατόπιν προσπτώσεως στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΤΑΕ... Δ.Χ.Ε. ταξί που βρισκόταν σε θέση διακοπής πορείας επί της Λεωφόρου Στρατού.
Επίσης η μάρτυρας Σ. Ν. στην από 17-3-2016 προανακριτική της κατάθεση ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΑΤ.Τ. Θεσσαλονίκης κατέθεσε ότι στις 17-3-2016 στις 14.50 ενώ βάδιζε έμπροσθεν της Δ.Ε.Θ. κατευθυνόμενη προς τη Λ. Στρατού, άκουσε ένα θόρυβο και όταν γύρισε το βλέμμα της προς το κέντρο της διασταύρωσης είδε το κόκκινο ΙΧΕ αυτοκίνητο να ίπταται φέροντας μισή σβούρα και να χτυπά με σφοδρότητα τα άτομα που εκείνη την ώρα περίμεναν στη διάβαση πάνω στο πεζοδρόμιο και επίσης η αυτόπτης μάρτυρας Κ.
Κ. στην από 17-3-2016 προανακριτική της κατάθεση κατέθεσε ότι ενώ βάδιζε επί της διαχωριστικής νησίδας μπροστά από τη Δ.Ε.Θ. στην πλατεία ΧΑΝΘ. Με κατεύθυνση προς την οδό Τσιμισκή και ενώ μπροστά της στο φανάρι στέκονταν οι γυναίκες, είδε ξαφνικά το αυτοκίνητο να ίπταται, να έρχεται κατά πάνω τους και να παρασύρει τις δύο γυναίκες.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεπώς που έκρινε ότι υπαίτιοι του τροχαίου δυστυχήματος κατά συγκλίνουσα υπαιτιότητα κατά ποσοστό 50% έκαστος είναι ο πρώτος και τέταρτος των εναγομένων, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις ως βάσιμες κατ' ουσίαν, εμφάνισε την εκκαλουμένη κατά άνω κεφάλαια, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον, στον κυρίως ενάγοντα α) ατομικά το ποσό των 107.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, β) για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Ζ.
και Χ. το ποσό των 130.000 ευρώ στο καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, γ) το ποσό των 187,24 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή των ανηλίκων και για λογαριασμό αυτών για το χρονικό διάστημα από 17-3-2016 έως 17-3-2020 και ειδικότερα 122,68 ευρώ μηνιαίως για το Ζ. και 64,62 ευρώ μηνιαίως για τη Χ., καταβλητέων έως την πέμπτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και εν μέρει δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να αποδώσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στον πρώτο εξ αυτών, οδηγό του ΝΗΤ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Ε. και να μην αποδώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, οδηγό του ΝΕΗ... Δ.Χ. λεωφορείου Ν. Π., διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1, 5 παρ. 8 και 21 παρ. 1, 2 του ΚΟΚ.
Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνίστανται ειδικότερα στο ότι: α) Το Εφετείο προσδιορίζει την ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων σε 80 χιλιόμετρα την ώρα, αν και ο ίδιος την προσδιόρισε σε 40 χιλιόμετρα την ώρα και η συνοδηγός του κατέθεσε προανακριτικά ότι δεν έτρεχε και ότι επιτάχυνε για να αποφύγει το λεωφορείο, β) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι από τις οποίες προκύπτουν αντίθετα από τα γενόμενα δεκτά γεγονότα, γ) η περιγραφόμενη στην προσβαλλομένη πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου ουδόλως αποδεικνύει την αναφερόμενη ταχύτητά του, δ) ουδόλως αιτιολογεί την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η κατάθεση των αυτοπτών μαρτύρων Σ.
Ν. και Κ. Κ., ε) η υπερβολική ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν συνιστά συνυπαιτιότητα και στ) δεν διευκρινίζονται η κατά την κρίση του Εφετείου ενδεδειγμένη ταχύτητα με την οποία ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου θα μπορούσε να αντιδράσει επιτυχώς τροχοπεδώντας με βάση την απόστασή του από το λεωφορείο, ο χρόνος που διέθετε για να αντιδράσει και η διεύθυνση του αποφευκτικού ελιγμού που μπορούσε να πραγματοποιήσει.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς τις υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' αιτιάσεις, ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες, με την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλουν αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες αυτοί έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς και ως προς τις υπό στοιχεία ε' και στ' αιτιάσεις ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, υπό τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο ουδόλως στήριξε τη συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος αποκλειστικά στην αυξημένη ταχύτητα του οχήματός του, ούτε δέχθηκε δυνατότητα αποφυγής του ατυχήματος εκ μέρους του με πέδηση ή εκτέλεση ελιγμού.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του ΑΚ, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανάτωσης προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι του τρίτου, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του του δικαιώματος αυτού.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1486 παρ. 2 και 1493 του ίδιου Κώδικα, το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για την διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες τη ζωής του (ανάλογη διατροφή).
Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση ανήλικου τέκνου για στέρηση της διατροφής θανατωθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα γονέα του, πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρονται, κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ, η συγγενική σχέση μεταξύ δικαιούχου και θανατωθέντος, η θανάτωση του υποχρέου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου ή του ευθυνόμενου προς αποζημίωση, ο πιθανός χρόνος ζωής του υποχρέου προς διατροφή, η αδυναμία του τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του από τα εν γένει εισοδήματά του και το ποσό που απαιτείται για τη διατροφή του κατά τις συνθήκες της ζωής του, χωρίς να απαιτείται η αποτίμηση της συνεισφοράς του επιζώντος γονέα, αφού αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξίωσης του τέκνου ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 124/2017).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το δεύτερο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας της κυρίας αγωγής ως προς το κονδύλιο περί αποζημίωσης των ανήλικων τέκνων του ενάγοντος για τη στέρηση διατροφής λόγω θανάτου της μητέρας τους, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα όσων απαιτεί ο νόμος, γιατί στο δικόγραφο της κυρίας αγωγής δεν αναφέρεται α) ότι τα ανήλικα τέκνα δεν μπορούν να διατραφούν από την κληρονομιαία περιουσία της θανατωθείσας, ποια η περιουσία αυτή και ποιο το ύψος της, β) αν έλαβαν ή δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από τον ασφαλιστικό φορέα της θανατωθείσας και σε ποιο ποσό ανέρχεται η σχετική παροχή και γ) η περιουσιακή κατάσταση του επιζώντος πατέρα τους και η συνεισφορά του στη διατροφή τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για τη νομική θεμελίωση της ένδικης κυρίας αγωγής (ως προς το πιο πάνω κονδύλιο) στις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 928 εδ.
β', 1486 παρ. 2 και 1493 του ΑΚ και το Εφετείο, που απέρριψε ως αβάσιμη την παραδεκτά επαναφερθείσα ενώπιόν του σχετική ένσταση αοριστίας, δεν αρκέστηκε για τη νομική επάρκεια της αγωγής σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 972/2022).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθμούς 19 και 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο α) αναιτιολόγητα καθόρισε τις ανάγκες της μηνιαίας διατροφής των ανηλίκων τέκνων της θανατωθείσας σε 900 ευρώ για το Ζ.
και 700 σε ευρώ για τη Χ. και τη συμμετοχή της μητέρας τους σε 29%, αναφερόμενο αορίστως στις εν γένει συνθήκες της ζωής τους και β) δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, που αυτοί είχαν παραδεκτά προτείνει στα δικαστήρια της ουσίας, αναφορικά με την αποζημίωση των ανηλίκων για στέρηση διατροφής της θανατωθείσας μητέρας τους και ειδικότερα τους περιεχόμενους στους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσής τους ισχυρισμούς, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των ανηλίκων, κατά το μέρος που έλαβαν ή δικαιούνται να λάβουν παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα της θανατωθείσας, και συνεισφοράς του επιζώντος πατέρα τους στη διατροφή τους κατά ποσοστό 80%.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και ως προς το δεύτερο ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές ότι οι ανήλικοι δεν λαμβάνουν σύνταξη από κάποιον ασφαλιστικό φορέα αλλά επίδομα ορφάνιας μηνιαίου ποσού 138,38 ευρώ το καθένα, το οποίο συνυπολογίζεται στη μηνιαία αποζημίωσή τους και ότι η θανατωθείσα συμμετείχε στη διατροφή τους κατά ποσοστό 29%, έλαβε υπόψη του και τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε με την παραδοχή διαφορετικών γεγονότων.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι το Εφετείο, σχετικά με το ίδιο ζήτημα, δεν έλαβε υπόψη αρνητικούς της κυρίας αγωγής ισχυρισμούς τους ως προς τις ανάγκες των ανηλίκων και τις δυνάμεις των γονέων τους, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.
Με τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 31 παρ. 1 και 3 και 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: Στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (άρθρο 27 παρ. 1).
Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας. Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στα τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου (31 παρ. 1 και 3). Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε (14 παρ. 1). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ κατά την οποία, επί θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει και τις δύο παροχές, δηλαδή την ζημία και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός, συνάγεται ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από τον ασφαλιστή.
Έτσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκατάστασης του άρθρου 14 του ν. 2496/1997.
Συνεπώς, την περίπτωση της ασφάλισης προσώπων κατά ατυχημάτων κατά το αποζημιωτικό σύστημα, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ και ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημίωσης, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, εφόσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει εκ νέου στον πραγματικό δικαιούχο της απαίτησης ασφαλιστή (ΑΠ 1328/2020, ΑΠ 415/2019).
Για το ορισμένο όμως του ισχυρισμού αυτού πρέπει να εκτίθενται, κατ' άρθρο 262 του ΚΠολΔ, τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του γεγονότα, μεταξύ των οποίων τα στοιχεία της επικαλούμενης ασφαλιστικής σύμβασης σε σχέση με τις καλυπτόμενες ζημίες, δηλαδή να αναφέρεται η ύπαρξη συμφωνίας περί καταβολής του ασφαλίσματος για συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, αφού μόνον στην περίπτωση αυτή επέρχεται, κατά τα προεκτεθέντα, από της πραγματικής καταβολής του ασφαλίσματος, η υποκατάσταση του ασφαλιστή (ΑΠ 1411/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστο τον ισχυρισμό τους, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των κυρίως εναγόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, κατά το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ που οι ίδιοι εισέπραξαν ή δικαιούνται να λάβουν από την ασφαλιστική εταιρεία της θανατωθείσας "MEDLIFE ALICO", τον οποίο πρότειναν, ως οψιγενή, με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους και την έφεσή τους, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3-1-2018 έφεσης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, με τον έβδομο λόγο της, παραπονέθηκαν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον πιο πάνω ισχυρισμό τους, τον οποίο είχαν προτείνει με την προσθήκη των προτάσεών τους και είχε ως εξής: "...στη φορολογική δήλωση του φορολογικού έτους 2015, αναγράφεται ότι η φορολογούμενη και ήδη θανούσα κατέβαλε στην ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία "MEDLIFE ALICO" ασφάλιστρα κατά κινδύνου ζωής της 1.309 ευρώ και για το ασφαλιζόμενο ποσό 25.000 ευρώ.
Το παραπάνω ποσό των 25.000 ευρώ το εισέπραξαν προφανώς οι κληρονόμοι της θανούσας, δηλαδή ο σύζυγος και τα τέκνα της θανούσας ή έχουν αξίωση είσπραξής του από την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία. Προβάλλουμε ενταύθα οψιγενή ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων για το ποσό των 25.000 ευρώ που τους κατέβαλε η παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία "MEDLIFE ALICO" ή έχουν αξίωση αυτοί κατά της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας για αποζημίωση λόγω ασφάλισης ζωής...".
Ο εν λόγω καταλυτικός (εν μέρει) της κυρίας αγωγής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων-εναγομένων, ως επαναφερόμενος στο Εφετείο και ως οψιγενής (άρθρο 527 παρ. 2 του ΚΠολΔ), είναι αόριστος, γιατί δεν εκτίθενται οι ειδικότεροι όροι και οι καλυπτόμενες με την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ θανατωθείσας και ασφαλιστικής εταιρείας "MEDLIFE ALICO" ζημίες, ούτε η καταβολή του ασφαλίσματος με βάση τη σύμβαση αυτή σε εκπλήρωση συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ των μερών και κατ' επέκταση αντίστοιχη υποκατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας "MEDLIFE ALICO" στην αξίωση των κυρίως εναγόντων κατά των αναιρεσειόντων.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον άνω ισχυρισμό ως αόριστο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 928 εδ. α' του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ' εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται με αυτά.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως έξοδα κηδείας θεωρούνται όλες οι δαπάνες που αφορούν στην πράξη της ταφής του προσώπου και στην τελετή η οποία συνδέεται με αυτή και είναι ανάλογες προς την κοινωνική θέση του θανατωθέντος, περιλαμβάνονται δε στις εν λόγω δαπάνες και η δαπάνη για τη μεταφορά του νεκρού από τον τόπο του θανάτου στον τόπο ταφής ή της εν ζωή κατοικίας του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω, να παρατίθεται όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 703/2017).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 και κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθμούς 8 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, ως προς το κονδύλιο των εξόδων κηδείας της θανατωθείσας, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων-συζύγου, λόγω κάλυψης των εξόδων αυτών από τον ασφαλιστικό φορέα της θανατωθείσας, τον οποίον πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον όγδοο λόγο της έφεσής τους, διατυπώνοντας και αίτημα προσκόμισης αντίστοιχης βεβαίωσης, ενώ, μη προσδιορίζοντας αναλυτικά τις σχετικές δαπάνες, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων κατέβαλε για έξοδα μεταβάσεώς του από Κύπρο προς Θεσσαλονίκη, διαμονής του στην τελευταία, καθώς και την κατασκευή τάφου αυτής, τα εξής ποσά, τα οποία και δικαιούται: α) για αεροπορικά εισιτήρια το συνολικό ποσό των 385,34 ευρώ, β) για διαμονή σε ξενοδοχείο στο συνολικό ποσό των 106 ευρώ, γ) για αεροπορική μεταφορά της συζύγου του το συνολικό ποσό των 397,07 ευρώ, δ) για έξοδα επαναπατρισμού της σορού της αποβιωσάσης συζύγου του το συνολικό ποσό των 2.700 ευρώ, ε) για συμπληρωματικά έξοδα κηδείας 390 ευρώ και στ) για έξοδα κατασκευής τάφου το συνολικό ποσό των 3.570 ευρώ, ήτοι συνολικά 7.548,41 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 507,81 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε ως βοήθεια κηδείας από τις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων Λευκωσίας ...
και επομένως ο ενάγων για την παραπάνω αιτία δικαιούται το ποσό των 7.040,60 ευρώ". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και συνυπολόγισε στην αποζημίωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου για έξοδα κηδείας της θανατωθείσας συζύγου του το καταβληθέν από τον ασφαλιστικό φορέα αυτής ποσόν, το οποίο (κατά τις παραδοχές) ανέρχεται σε 507,81 ευρώ.
Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 928 εδ. β' του ΑΚ που εφάρμοσε και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε αορίστως ως ορισμένο το ίδιο κονδύλιο χωρίς να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό τους περί αοριστίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί και με ποιον τρόπο στο Εφετείο, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η αοριστία της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, ο δε σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ 10/2017, 9/2015).
Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στο σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα της θανατωθείσας, κατ' άρθρ. 932 του ΑΚ, δέχτηκε τα εξής: "Η θανούσα ήταν παντρεμένη με τον πρώτο ενάγοντα με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο τέκνα, τον Ζ.
ηλικίας 7 ετών και τη Χ. 2,5 ετών. Κατά το χρόνο του ατυχήματος κατοικούσαν στην περιοχή Αραδίππου Λάρνακας. Συνεπεία του απροσδόκητου και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες θανάτου της Δ. Μ., ηλικίας 35 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, οι ανωτέρω ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων στην πρόκληση του ατυχήματος, του βαθμού συγγενείας και της έντονης συναισθηματικής σχέσεως των ανωτέρω εναγόντων με τη θανούσα, του βαθμού της ψυχικής ταλαιπωρίας και της θλίψεώς τους, την ανωτέρω κατάσταση της υγείας της πριν το ατύχημα, της ηλικίας της (35 ετών), της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων-στην προσβαλλομένη αναφέρεται ότι η θανατωθείσα ήταν δικηγόρος στη Λάρνακα Κύπρου και ο ενάγων σύζυγός της οικονομικός διευθυντής στην εταιρεία "LGS HANDLING LTD"), πλην των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, των οποίων η ευθύνη είναι εγγυητική, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να τους επιδικαστεί ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα σύζυγό της και στο ποσό των 130.000 ευρώ για έκαστο των ανήλικων τέκνων τους Ζ.
και Χ.". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των προαναφερθέντων διαδίκων, ήτοι του συζύγου της θανατωθείσας και των ανήλικων τέκνων της Ζ. και Χ., στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός έκτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε στους παραπάνω, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της συζύγου και μητέρας τους τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.
Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί.
Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτή, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, μετά το ν. 4055/2012, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 609/2020).
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν (εις ολόκληρον) στον πρώτο αναιρεσίβλητο (ατομικά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του) τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη χρηματικά ποσά με τον τόκο επιδικίας, κατ' άρθρο 346 του ΑΚ και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ' άρθρ. 345 του ίδιου Κώδικα που αυτοί ζήτησαν, καθόσον το σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης κυρίας αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, οι αξιώσεις των κυρίως εναγόντων αφορούν και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας καθορίζεται, κατ' εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο και οι ίδιοι ευλόγως αντιδίκησαν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ορθά εφάρμοσε, καθόσον δέχθηκε, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς των εναγομένων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης των τελευταίων από την επιδίκαση τόκων επιδικίας με την αιτιολογία ότι "...ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας ...
ο οποίος πρέπει να επιδικάζεται μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής ευλόγως αντιδικεί " χωρίς να περιέχεται και παραδοχή ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή των εδαφίων δ' και ε' του άρθρου 346 του ΑΚ, ήτοι δέχθηκε ότι δεν συντρέχει το εύλογο της αντιδικίας, που, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, είναι το μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας, και ως εκ τούτου εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθώς εφάρμοσε, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα.
Κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 έως 181 του ΚΠολΔ, καταδίκασε τους ίδιους στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ενώ τα έξοδα αυτά έπρεπε να συμψηφιστούν, κατ' άρθρο 179 του ΚΠολΔ, άλλως να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας κάθε διαδίκου και οριστούν σε χαμηλότερο ύψος, αφού η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και να επιδικαστεί μόνον το αναφερόμενο στο γραμμάτιο προείσπραξης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του ίδιου αναιρεσιβλήτου ποσό, καθόσον δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο στοιχείο, όπως εργολαβικό δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, δεχόμενο εν μέρει την κυρία αγωγή και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του ΚΠολΔ, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες (εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους-τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων) σε μέρος των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου (ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του Ζ.
και Χ.), είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Μετά δε την απόρριψη των παραπάνω αναιρετικών λόγων καθίσταται απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου ο επικουρικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται, επί παραδοχής αίτησης αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων ως προς την κυρία ή την παρεμπίπτουσα αγωγή, η αναίρεση της προσβαλλομένης και ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 579 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας εκτέλεσης βάσει τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους που κατατέθηκαν στις 28-9-2022, υπέβαλαν παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης (αναγνωριστικής απόφασης), να υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που αυτοί εκουσίως του κατέβαλαν σε εκτέλεσή της (ατομικά και για λογαριασμό των παραπάνω τέκνων του), όπως τα ίδια ποσά εξειδικεύονται στις προτάσεις τους.
Μετά όμως την απόρριψη της αναίρεσης, δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς και συνεπώς η τελευταία κρίνεται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου. Πρέπει, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3457/410/2020) αίτηση για αναίρεση της της 5475/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ