Supreme Court suspends appeal review pending Full Bench ruling on retroactive limitation period change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against a 2014 First Instance Court decision. The appellants filed their appeal in January 2017, but the court raised a critical issue regarding whether the new two-year limitation period applies retroactively to appeals filed after January 1, 2016, even if the appealed decision was published earlier. The court determined that this question of significant legal importance required a unified ruling from the Full Bench to prevent contradictory decisions, thereby halting the case until that final judgment is issued.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(3) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend proceedings when a question of significant legal importance regarding the retroactive application of a new limitation period requires a ruling by the Full Bench to ensure uniformity of jurisprudence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 597 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 597/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. - Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Α. και 3) Θ. συζ. Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κορακή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4046/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 536/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που άρχισε να εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, από 1-1-2016 για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ, ήδη, μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της αναίρεσης που ασκήθηκε, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, απορρίπτοντας την αναίρεση αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή.
Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη διατύπωση του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο", διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής του εμπρόθεσμου της άσκησης της αίτησης αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Κατά συνέπεια, αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το απαράδεκτο αυτό να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 850/1981, 412/1981, ΑΠ 1950/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 13-1-2017 αναίρεση που ασκήθηκε στις 30-1-2017 όπως προκύπτει από τη σχετική 685/30-1-2017 πράξη του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται η αναίρεση της 536/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της οποίας και εφαρμόζονται, κατ' άρθρ. 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προαναφερόμενες, για την προθεσμία της αναίρεσης, διατάξεις και δημοσιεύτηκε στις 29-1-2014, δηλαδή η αναίρεση ασκήθηκε μετά πάροδο διετίας από την ημερομηνία αυτή, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοση της πληττόμενης απόφασης, εντός, όμως της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφού δημοσιεύθηκε στις 29-1-2014, η έναρξη της εν λόγω προθεσμίας άρχισε την επομένη της δημοσιεύσεως (ΑΠ 104/2008) στις 30-1-2014 και έληξε την αντίστοιχη ημέρα του τρίτου έτους στις 30-1-2017, οπότε και ασκήθηκε με την κατάθεσή της στην γραμματεία του εκδόσαντος Εφετείου.
Ανακύπτει, έτσι, το νομικό ζήτημα, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της κρινόμενης αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και, άρα, παραδεκτή και, ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης για την άσκηση αναίρεσης, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1η-1-2016 και στρέφονται και κατ' αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν πριν από τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015) ή αν εξακολουθεί, αναφορικά με την προθεσμία αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησης της ένδικης αναίρεσης (υπέρ της πρώτης άποψης, ΑΠ 1640/2017 και ΑΠ 1176/ 2017, ενώ υπέρ της δεύτερης άποψης, ΑΠ 519 - 520/2017).
Το ζήτημα αυτό, αφού χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή στο παρόν Δ' τμήμα, όταν έγινε η διάσκεψη (2-3-2018) για την επίδικη υπόθεση. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης, από 13-1-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 685/30-1-2017 αίτησης για αναίρεση της 536/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ