Legislator Case Law & Legislation
597/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employer's wrongful dismissal damages claim for breach of contract.

Case Number 597/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment awarding damages for wrongful dismissal. The employer had unilaterally terminated an indefinite-term employment contract, triggering a duty to pay damages for the period of non-performance. The court held that the lower court correctly applied civil code provisions regarding employer liability and rejected the appeal arguments as unfounded and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349, 350, 656 of the Civil Code; Article 69, paragraph 1, section a of the Code of Civil Procedure: An employer who invalidly terminates an employment contract commits delay and must pay damages for the period of non-performance, which does not depend on the employee's ability to find new work.

Keywords

AI generated
wrongful dismissal employer liability damages for delay indefinite term contract appeal inadmissible

Cited Legislation

AI generated
Articles 349, 350 and 656 of the Civil Code
Article 69, paragraph 1, section a of the Code of Civil Procedure
Article 559, numbers 1 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 44/1990
Supreme Court 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 597 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 597/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό.

Της αναιρεσίβλητης: Α. θυγατρός Ι. Γ., συζύγου Α. Ψ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασπρούλια, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 954/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 808/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 29/12/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες του απολυθέντος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 1.2.2002 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως κοπτοράπτρια και ότι εργάσθηκε έκτοτε κατά τους όρους της συμβάσεως μέχρι την 31.12.1997 που ο αναιρεσείων κατήγγειλε άκυρα αυτήν.

Ότι κατόπιν προηγούμενης αγωγής της (από 22.2.1998) κατά του ίδιου αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 1127/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κατέστη τελεσίδικη, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας και την επιδίκασε αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 22.2.1998.

Και ότι μετά την έκδοσή της και την επίδοση της άνω τελεσίδικης αποφάσεως δήλωσε στον αναιρεσείοντα ότι εμφανίζεται και προσφέρει τις υπηρεσίες της, πλην όμως αποκρούσθηκαν και πάλιν. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 23.2.1998 μέχρι και 19.9.2002, ήτοι και για χρονικό διάστημα μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία έλαβε χώρα στις 6.6.2002.

Το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκαμε δεκτή την αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής κατά το αίτημά της για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από την συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6.6.2002) μέχρι 19.9.2002, διότι η απαίτηση για το διάστημα αυτό δεν είχε γεννηθεί ακόμη, με την αιτιολογία ότι οι ως άνω αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης, την οποία ο αναιρεσείων εργοδότης απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ και 69 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ούτε παρά το νόμο δεν απέρριψε την πιο πάνω αγωγή, κατά το ως άνω αίτημά της, ως απαράδεκτη, αφού κατά τα ανωτέρω δεν πρόκειται για μέλλουσα έννομη σχέση, αλλά για υφιστάμενη και σε εξέλιξη μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή του αναιρεσείοντος για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης, η οποία αποκρούστηκε με την ως άνω καταγγελία.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος πρωτίστως για τον λόγο ότι δεν επικαλείτο πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές της ιδιότητες να εργασθεί σε άλλον εργοδότη ή ότι συνέτρεχαν ευνοϊκές συνθήκες στην αγορά εργασίας με ανακοινώσεις στον Τύπο για προσλήψεις προσωπικού σε ομοειδείς επιχειρήσεις. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήσσονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του. Ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τον προηγούμενο λόγο αυτής (δεύτερος κατά το πρώτο μέρος) της κατά τα ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2004 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της 808/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ