Legislator Case Law & Legislation
596/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on public order grounds but dismisses main claim as substantively baseless.

Case Number 596/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a lower court's decision regarding a company's articles of association. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 559 of the Civil Procedure Code by accepting a subsidiary claim based on public order provisions. The court found the appellant's argument valid regarding the public order nature of the contested clause but dismissed the underlying lawsuit because the plaintiffs' claims lacked legal basis in the relevant statutes. Consequently, the appeal was accepted to correct the procedural error, yet the substantive claim was rejected as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 and 559 of the Civil Procedure Code; A provision characterizing a clause as violating public order allows an appeal on that ground, but if the underlying claim lacks statutory support, the court must dismiss the suit as substantively baseless.

Keywords

AI generated
public order provisions mandatory law rules articles of association substantive baselessness civil procedure appeal company governance statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of the Civil Code
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν.
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 35a of Law 2190/20
Articles 23, 35b of Law 2190/1920
Articles 3, 174 and 180 of the Civil Code
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 274/1971
OLAP 14/2015
AP 1477/1997
AP 956/1997
AP 1490/1991
OLAP 15/2000
AP 162/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 596 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 596/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου-Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη Λίνδο Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ... Αυστραλίας, 2) Α. Μ. του Α., κατοίκου ... Αυστραλίας και 3) Μ. - Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... Αυστραλίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-06-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-06-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης. Σκοπός της ανωτέρω διάταξης είναι να οριοθετήσει την ιδιωτική αυτονομία έναντι της κανονιστικής αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων. Γι' αυτό και οι κατά τη διάταξη αυτή κανόνες δημόσιας τάξης δεν έχουν αποκλειστικά ηθική, κοινωνική ή οικονομική σημασία, είναι δε ταυτόσημοι με τον όρο κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αφού εξυπηρετούν συνήθως το δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 274/1971, ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1477/1997), δεν αποκλείεται όμως να προστατεύουν και ιδιωτικά συμφέροντα.

Επομένως η ιδιωτική βούληση δεν περιορίζεται μόνο έναντι ρυθμίσεων θεμελιώδους αξιολόγησης της εθνικής έννομης τάξης αλλά και έναντι οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης η οποία χαρακτηρίζεται ή ερμηνεύεται ως διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Πότε μια ρύθμιση εισάγει αναγκαστικό δίκαιο συνιστά θέμα ερμηνείας της κρίσιμης διάταξης με βάση το κείμενο και το γενικότερο σκοπό που υπαγορεύει (ΑΠ 956/1997).

Ο χαρακτήρας ενός κανόνα ως δημοσίας τάξεως μπορεί να προκύπτει επίσης και από τη γραμματική διατύπωσή του, ιδίως όταν απαγορεύει ή επιτάσσει ορισμένη συμπεριφορά ή όταν κηρύσσει ακυρότητα (ΑΠ 1490/1991). Περαιτέρω αναγκαστικοί κανόνες είναι οι κανόνες που επιδιώκουν την προστασία του γενικότερου συμφέροντος ή γενικότερα ενέχουν θεμελιώδεις στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης αξιολογήσεις. (ΟλΑΠ 15/2000), αλλά και εκείνοι που αποτελούν ειδική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (ΑΠ162/1999), της καλής πίστης ή των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ1037/2006).

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2053/2014, ΑΠ 12/2008) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33-35/2002, ΑΠ 1169/2008).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.

Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.

Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 49/2021 AΠ 781/2020, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 1220/2012, ΑΠ 996/2011).

Στο πλαίσιο του κανόνα της ελευθερίας των συμβάσεων ανάγεται και το δικαίωμα σύστασης και λειτουργίας των θεσμοθετημένων μορφών νομικών προσώπων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι ανώνυμες εταιρείες υπό την προϋπόθεση της τήρησης των ειδικών διατάξεων που ο νομοθέτης έχει θεσπίσει για την προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των τρίτων από τη λειτουργία τους.

Στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που υπόκεινται σε προληπτικό έλεγχο και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας και ρυθμίζονται από το πλέγμα των εν λόγω διατάξεων περιλαμβάνεται και η καταστατική πράξη, μια δικαιοπραξία με ιδιάζοντα (κανονιστικό) χαρακτήρα που συνοδεύει τη συστατική πράξη του νομικού προσώπου και αποτελεί το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας, όπου περιέχονται οι όροι της διοίκησης και της λειτουργίας της.

Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 του ν. 3406/2007 και ισχύει ως εκ του χρόνου γένεσης της επίδικης διαφοράς (άρθρο 79 του αυτού ως άνω νόμου): "1. Απαγορεύεται στους Συμβούλους που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς. "Η διάταξη αυτή, η οποία, αφορά τους συμμετέχοντες στην διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας, είναι απόρροια της υποχρεώσεως πίστεως αυτών, η οποία έχει διττό περιεχόμενο.

Με την θετική της όψη θεσπίζει ότι υποχρεούνται έναντι του νομικού προσώπου να πράττουν οτιδήποτε συντελεί στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, ενώ με την αρνητική όψη απαγορεύει να πράττουν ότι παρεμποδίζει την υλοποίησή του. Κυριότερη περίπτωση αποτελεί η εκ του νόμου υποχρέωση παραλείψεως ανταγωνισμού.

Ανταγωνιστικές πράξεις θεωρούνται εκείνες που είναι όμοιες με αυτές που εμπίπτουν στο περιεχόμενο του εταιρικού σκοπού. Έτσι στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται ο άμεσος ανταγωνισμός με την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχειρήσεως, αλλά και ο έμμεσος, με τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση (AΠ 797/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 35β του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του ν. 3406/2007 και ισχύει στην προκείμενη περίπτωση (ως εκ του χρόνου συγκλήσεως της προσβαλλόμενης Γενικής Συνελεύσεως κατ' άρθρο 79 ν. 3406/2007) "1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. 2... 3... 4.

Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώριση της στο Μητρώο. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. 5.

Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπ` όψιν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 4". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η θέσπιση της διάταξης του άρθρου 23 του ν. 2190/20 και ήδη 32 του ν. 3406/2007, με την οποία απαγορεύεται στους διευθύνοντες συμβούλους και τους διευθυντές της ανώνυμης εταιρείας να ενεργούν πράξεις που ανταγωνίζονται τους σκοπούς της ή να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες με συναφείς σκοπούς, παρά την επιτακτική μορφή της, δεν εισάγει κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αφού, όπως προκύπτει σαφώς από το σκοπό που υπαγορεύει, με συγκεκριμένη γραμματική διατύπωση του κειμένου της, δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ούτε προστατεύει ιδιωτικά συμφέροντα γενικώς, αλλά αντίθετα αποβλέπει αποκλειστικά στην προστασία των συμφερόντων του νομικού προσώπου της εταιρείας.

Και τούτο διότι η συγκεκριμένη απαγόρευση τίθεται υπό την ρητή προϋπόθεση της ελλείψεως σχετικής άδειας της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας γεγονός που επιρρωνύει τον χαρακτήρα της ως κανόνα ενδοτικού δικαίου, αφού στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή της χορήγησης της αντίστοιχης άδειας, η επίμαχη απαγόρευση αίρεται.

Αδιαμφισβήτητο επιχείρημα ως προς το γεγονός ότι πρόκειται για κανόνα ενδοτικού και όχι αναγκαστικού δικαίου αντλείται και από τη διάταξη του άρθρου 98 του νέου νόμου 4548/2018, που αντικατέστησε το άνω άρθρο 32 ν. 3406/2007, σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου, ως προϋπόθεση για την άρση της απαγόρευσης στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μόνοι μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς, προστέθηκε, πλην του όρου της χορήγησης άδειας της γενικής συνέλευσης προς τούτο, τον οποίο διαλάμβαναν οι διατάξεις 23 ν. 2190/1920 και 32 ν. 3406/2007, και η ρητή δυνατότητα σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας.

Επομένως, η επίμαχη ως άνω διάταξη, ως κανόνας ενδοτικού δικαίου που δεν αντιστρατεύεται τη δημόσια τάξη και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ, μπορεί εγκύρως να περιορισθεί ή να παραμεριστεί ή αντίθετα να διευρυνθεί από την ιδιωτική και ειδικότερα την εταιρική βούληση, όπως αυτή εκφράζεται αυθεντικά και αποκλειστικά από τη Γενική Συνέλευση της ανώνυμης εταιρείας.

Συνακόλουθα, η αναφορά στην οικεία διάταξη (περί απαγόρευσης των συμβούλων και διευθυντών της ανώνυμης εταιρείας να την ανταγωνίζονται) της φράσης "χωρίς την άδεια" της Γενικής Συνέλευσης της τελευταίας, οδηγεί, ως εκ του σκοπού που εξυπηρετεί και της γραμματικής διατύπωσής της, αναπόδραστα στην ερμηνεία ότι η άδεια που παρέχεται από τη Γενική Συνέλευση, μπορεί να είναι γενική και να αφορά κάθε πράξη που ασκείται από την εταιρεία ή ορισμένη κατηγορία πράξεων, κάθε πρόσωπο ή κατηγορία προσώπων και μάλιστα να περιλαμβάνεται εξ υπαρχής στο καταστατικό της εταιρείας που εκφράζει τη βούλησή της ως κατευθυντήρια γραμμή του πλαισίου λειτουργίας της ή με νόμιμα ληφθείσα απόφαση τροποποίησης αυτού, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν προσκρούσει σε άλλες διατάξεις του νόμου (π.χ 919 ΑΚ κ.λ.π) τεθειμένες υπέρ της προστασίας των δικαιωμάτων άλλων.

Ενόψει των ανωτέρω, στην περίπτωση που με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης τροποποιείται το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας και περιλαμβάνεται σ' αυτό διάταξη, που αίρει (γενικώς) την απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού των συμβούλων και διευθυντών της στο πλαίσιο της ελευθερίας της εταιρικής βούλησης και της στάθμισης των συμφερόντων της εταιρείας από την Γ.Σ., δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 23 ν. 2190/20 (ήδη 32 ν. 3406/2007) και εντεύθεν εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 35β του ν.2190/20 (ήδη 43 ν. 3406/2007) με την άσκηση αγωγής ακύρωσης της Γενικής Συνέλευσης ως αντίθετης στο νόμο, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω διάταξη (απαγόρευσης ανταγωνισμού χωρίς την άδεια της Γενικής Συνέλευσης) αποτελεί κανόνα ενδοτικού και όχι αναγκαστικού δικαίου και δεν επισύρει την ως άνω έννομη συνέπεια.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 11/2017).

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι αρχικώς ενάγοντες, ήτοι οι νυν εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) ...καθώς και η Ά. συζ. Α. Μ., είναι μέτοχοι της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά ποσοστό 1/3.

Ειδικότερα, εκ του συνόλου των 132.279 μετοχών στις οποίες διαιρείται το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης, ο πρώτος ενάγων έχει στην κυριότητά του 3.351 μετοχές, η δεύτερη ενάγουσα (αποβιώσασα) είχε στην κυριότητά της 3.350 μετοχές και κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη 18.696 μετοχές. Μετά το θάνατο της Ά. συζ. Α. Μ., ο οποίος συνέβη στις 4-9-2015 (...) οι μετοχές που εκείνη κατείχε περιήλθαν στις 3η και 4η των εναγόντων Α.και Μ. - Χ., κατ' ισομοιρία δυνάμει της υπ' αρ. 26349/10-9-2009 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη (...).

Κατόπιν της από 15-5-2014 πρόσκλησης των μετόχων της εναγομένης σε τακτική Γενική Συνέλευση, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τ.ΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ 5472/6-6-2014), πραγματοποιήθηκε τακτική Γ.Σ της εταιρείας στις 30-6-2014, μεταξύ δε των θεμάτων που περιλαμβανόταν στην ημερησία διάταξη ήταν και αυτό της τροποποίησης του άρθρου 27 της εταιρείας.

Όπως προκύπτει από το (καθαρογεγραμμένο) πρακτικό συνεδρίασης της 30-6-2014, στη Γ.Σ εκπροσωπήθηκε το 100% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, εκ δε των εναγόντων παρέστησαν προσωπικά οι 1ος και 4η, ενώ οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τρίτα πρόσωπα. Αναφορικά με τη συζήτηση του επίμαχου (5ου) θέματος της ημερήσιας διάταξης ...

τόσο στο πρόχειρο όσο και στο δακτυλογραφημένο (καθαρογραμμένο) πρακτικό αναγράφηκαν κατά λέξη τα εξής: "Η μειοψηφία των παρισταμένων μετόχων που εκπροσωπούν το 1/3 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έθεσε το ερώτημα αν τα απερχόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα εκλεγμένα με τη σημερινή Γενική Συνέλευση μετέχουν σε άλλες εταιρείες ομοειδούς σκοπού ενεργώντας πράξεις παρόμοιες.

Ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης λαβών το λόγο απάντησε ότι απ' ό,τι εγώ τουλάχιστον γνωρίζω δεν ασκούν πράξεις ομοειδούς σκοπού τα απερχόμενα και τα νεοεκλεγέντα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Κατόπιν τούτο η Γενική Συνέλευση κατά πλειοψηφία εγκρίνει την τροποποίηση του άρθρου 27 του καταστατικού"...

στο καθαρογραμμένο πρακτικό, το οποίο υποβλήθηκε στο ΓΕΜΗ στις 12-8-2014..., στη συνέχεια του κειμένου που προπαρατέθηκε αναγράφηκαν και τα εξής: Άρθρο 27, Απαγόρευση Ανταγωνισμού. Επιτρέπεται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στους μετόχους καθώς και στους διευθυντές της εταιρείας να ενεργούν κατ' επάγγελμα χωρίς άδεια της Γενικής Συνέλευσης για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων πράξεις που υπάγονται σε ένα από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία ή να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς...

Το έως τότε ισχύον άρθρο 27 του καταστατικού της εταιρείας είχε περιεχόμενο σύμφωνο με το άρθρο 23 του ν.2190/1920 (στο οποίο παρέπεμπε ρητά) ...καθώς όριζε ότι "απαγορεύεται εις τα μέλη του Διοικητικού συμβουλίου ως και τους Διευθυντάς της εταιρείας να ενεργώσιν εν Ελλάδι κατ' επάγγελμα, άνευ αδείας της Γενικής συνελεύσεως, δι' ίδιον λογαριασμόν ή δια λογαριασμόν τρίτων, πράξεις υπαγόμενας εις τινά εκ των επιδιωκομένων υπό της εταιρείας σκοπών, η να μετέχωσιν ως ομόρρυθμοι εταίροι εταιριών επιδιωκουσών τοιούτους σκοπούς.

Εν περιπτώσει παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως, η εταιρεία δικαιούται αποζημιώσεως συμφώνως τω άρθρω 23 παρ. 2 και 3 του κωδ. Νόμου 2190/1920...". Δεν αποδείχθηκε ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης δεν έλαβε στην πραγματικότητα νομίμως απόφαση για την τροποποίηση του καταστατικού... οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αντιτάχθηκαν στην τροποποίηση της συγκεκριμένης διάταξης του καταστατικού (σελ.7 της αγωγής)...

Με τη νέα μορφή του άρθρου 27 του καταστατικού της εναγομένης προβλέπεται ότι επιτρέπεται σε κάθε μέλος του Δ.Σ της εταιρείας, μέτοχο ή Διευθυντή αυτής η κατ' επάγγελμα διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων, είτε ενεργώντας ατομικά, είτε για λογαριασμό τρίτων, ή η συμμετοχή τους ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν σκοπούς όμοιους με την εταιρεία, όλα δε τα ανωτέρω χωρίς άδεια της Γενικής Συνέλευσης.

Με τον τρόπο που διατυπώθηκε η συγκεκριμένη διάταξη είναι άκυρη ως αντιτιθέμενη σε διάταξη νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 23 του ν. 2190/1920... Και τούτο διότι το άρθρο 27 του καταστατικού της εναγομένης υπό τη νέα μορφή του, σε αντίθεση με τον τίτλο του "απαγόρευση ανταγωνισμού" δεν θέτει καμία απαγόρευση στα μέλη που διοικούν την εταιρεία να ενεργούν ανταγωνιστικές πράξεις, αλλά τις επιτρέπει ελεύθερα τόσο στην άμεση, όσο και στην έμμεση μορφή τους, θεσπίζοντας πλήρη απελευθέρωση των διοικητών της εταιρείας από την υποχρέωση πίστεως απέναντι στην ΑΕ, αφού επιτρέπεται στα μέλη του Δ.Σ, τους μετόχους και τους διευθυντές, τόσο η ίδρυση ανταγωνιστικής επιχείρησης όσο και η συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση. 'Όλα δε τα παραπάνω χωρίς την άδεια της Γενικής Συνέλευσης η οποία πρέπει να δίνεται πριν από την έναρξη της ανταγωνιστικής δραστηριότητας και εν όψει αυτής χωρίς να αρκεί γενική καταστατική διάταξη που να αίρει για το μέλλον την υποχρέωση αυτή...

Η υποχρέωση των προσώπων που διοικούν την εταιρεία να μη διενεργούν πράξεις ανταγωνιστικές προς τα συμφέροντα αυτής, αποτελεί την κύρια εκδήλωση της υποχρέωσης πίστης, η οποία πηγάζουσα από την σχέση εμπιστοσύνης με την οποία συνδέονται τα μέλη του Δ.Σ με την εταιρεία συνίσταται στην υποχρέωση των συμβούλων να πράττουν οτιδήποτε προωθεί τον εταιρικό σκοπό και ταυτόχρονα να αποφεύγουν οτιδήποτε δυσχεραίνει την προώθηση του εταιρικού σκοπού.

Η απαίτηση παροχής άδειας με την παρεμβολή της Γ.Σ ως ανώτατου καταστατικού οργάνου της εταιρείας θεσπίσθηκε με την παραπάνω διάταξη ώστε κατόπιν στάθμισης από τη Γ.Σ εάν τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η άδεια διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων αντισταθμίζονται από άλλα πλεονεκτήματα, να διασφαλίζεται η επίτευξη του εταιρικού σκοπού.

Η επιδίωξη του σκοπού αυτού σε περίπτωση γενικής καταστατικής απαλλαγής από την υποχρέωση λήψης αδείας για τη διενέργεια πράξεων ανταγωνισμού τίθεται σε ουσιώδη διακινδύνευση εξ αιτίας του μόνιμου ενδεχόμενου απεριόριστης σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο των μελών του Δ.Σ ή των διευθυντών. Πέραν των ανωτέρω, υπάρχει εν προκειμένω αντίθεση στο νόμο υπό την έννοια ότι το άρθρο 23 απονέμει αποκλειστικά στη Γ.Σ την εξουσία να κρίνει κατά περίπτωση αν θα επιτρέψει ή όχι πράξεις ανταγωνισμού με συνακόλουθο αποτέλεσμα το σχετικό ζήτημα να μην μπορεί να ρυθμιστεί με το καταστατικό, κάτι που θα σήμαινε περιορισμό της αποκλειστικής εξουσίας της Γ.Σ να σταθμίσει όλες τις περιστάσεις και να αποφασίσει κατά περίπτωση...

κατά συνέπεια η απόφαση της Γ.Σ να προβεί στην τροποποίηση του καταστατικού της εναγομένης, δίνοντας στο άρθρο 27 τη μορφή που προαναφέρθηκε είναι άκυρη ως αντίθετη σε διάταξη νόμου (άρθρο 23 ν.2190/1920) ... και ...πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά την επικουρική βάση αυτής και να αναγνωριστεί ότι η απόφαση της Γ.Σ της εναγόμενης ως προς το συγκεκριμένο θέμα είναι άκυρη...".

Mε βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ασκηθείσα μετά την παρέλευση της 3μηνης κατ' άρθρο 35α ν. 2190/1920 προθεσμίας, κρίνοντας ότι δεν διαλάμβανε πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν ακυρωσία της προσβαλλόμενης απόφασης της Γ.Σ της αναιρεσείουσας κατ' άρθρο 35α του ν. 2190/1920, και αφού ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας ότι η ως άνω απόφαση της Γ.Σ της αναιρεσείουσας είναι άκυρη ως προς το 5ο θέμα της ημερήσιας διάταξής της περί τροποποιήσεως του άρθρου 27 του καταστατικού της ως αντικείμενη στο άρθρο 23 του ν. 2190/1920.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι άκυρη η ως άνω απόφαση της Γ.Σ. της αναιρεσείουσας για τη χορήγηση γενικής άδειας υπό τη μορφή της τροποποίησης του αντίστοιχου άρθρου του καταστατικού της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 23, 35β του ν. 2190/1920, 3, 174 και 180 του ΑΚ, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, σύμφωνα με την οποία η άρση της απαγόρευσης ανταγωνισμού είναι δυνατή και με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, καθόσον, δεχόμενο ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 23 του ν. 2190/1920 άδεια της γενικής συνέλευσης για την άρση της απαγόρευσης πράξεων ανταγωνισμού χορηγείται, κατά περίπτωση, πριν την επιχείρηση εκάστης ανταγωνιστικής πράξης, κατόπιν στάθμισης κάθε φορά των συνθηκών χορήγησής της, αποκλειομένης της δυνατότητας καταστατικής άρσης της απαγόρευσης ανταγωνισμού, αφενός μεν προσέδωσε στη μοναδική προϋπόθεση που τέθηκε από την άνω διάταξη για την άρση του ανταγωνισμού, δηλαδή στην εξουσία που απονέμει ο εν λόγω κανόνας αποκλειστικά στη Γ.Σ για τη χορήγηση της σχετικής άδειας, πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από την οικεία διάταξη, και αφετέρου παρά την παραδοχή του, ότι το άρθρο 23 θεσπίσθηκε για την προστασία του νομικού προσώπου της εταιρείας και όχι προς το δημόσιο συμφέρον ή το συμφέρον τρίτων προσώπων, (στοιχείο που υποδηλώνει τη φύση της εν λόγω διάταξης ως κανόνα ενδοτικού δικαίου), εν συνεχεία προσέδωσε σ' αυτή ρητά τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αφού δέχθηκε ότι η δυνατότητα που παρασχέθηκε με άδεια της Γ.Σ να επιτρέπεται σε συμβούλους και διευθυντές της να ενεργούν πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, χορηγηθείσα με την επίμαχη τροποποίηση του καταστατικού της, είναι άκυρη γιατί προσκρούει στην ως άνω διάταξη.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πιο πάνω εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1 πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη 32/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και συγκεκριμένα κατά το μέρος που δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 23, 35β του ν. 2190/1920, 3, 174 και 180 του ΑΚ, η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα και, συνεπώς, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης, γι' αυτό και επιβάλλεται, μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας με την προσβαλλόμενη απόφαση και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης 194/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή ως ασκηθείσα μετά την παρέλευση της 3μηνης κατ' άρθρο 35α ν. 2190/20 προθεσμίας, η απόρριψη αυτής από τον Άρειο Πάγο ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. 32/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς την επικουρική της βάση.

Απορρίπτει την αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ