Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment for failure to examine new settlement claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision in a labor dispute regarding supplementary lump-sum payments. The appellants argued that the Court of Appeal improperly accepted a new claim for a settlement agreement that had not been raised in the lower court. The court ruled that since this claim was not part of the original appeal arguments, the Court of Appeal erred by examining it substantively, necessitating a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527 and 269 of the Code of Civil Procedure; A new claim for a settlement agreement not raised in the lower court constitutes a procedural error requiring remand if the appellate court examines it substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 596 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 596/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Ν. Π. του Λ., κατοίκου ..., 3)Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., και 4)Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κωτσή, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2011 μη οριστική, 1213/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1460/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 .Με την από 29-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 9913/955/21-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ. 1460/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 12-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 4188/2013 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." κατά της υπ'αριθ.1213/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,που είχε δεχθεί ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη ,κατά την κύρια βάση της, την από 20-8-2009 και με αριθμό κατάθεσης 14803/5826/10-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων , περί καταβολής σ'αυτούς συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552 ,553, 556, 558, 564 παρ.3 ,566 παρ.1και 144 του ΚΠΟΛΔ).Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ,1 ΚΠΟΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠΟΛΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).
Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.
Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 72/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 803/2014, ΑΠ 376/2012).
Κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (ΑΠ 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.
Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 990/2007). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχομένων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου".
Κατ` εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ` αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 27), με την οποία το αναιρεσίβλητο ταμείο, που αρχικά είχε συσταθεί με τις από 29.10.1926 και 6.4.1927 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της ...
ως αυτοτελής και αυτόνομος οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του καταστατικού του και στη συνέχεια, μετά την έκδοση του Ν. Δ/τος 2626/1953, λειτουργούσε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και συνεχίσθηκε η δραστηριότητα του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό.
Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση εγκρίθηκε η εκπονηθείσα τον Δεκέμβριο του 2003 αναλογιστική μελέτη και το Καταστατικό του νέου φορέα. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του εγκριθέντος κατά τα ανωτέρω Καταστατικού διατηρήθηκε η ιδία επωνυμία του αναιρεσίβλητου Ταμείου "..." και ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η ασφάλιση των μελών του στην περίπτωση αποχωρήσεώς τους από την Υπηρεσία της ...
για την καταβολή εφάπαξ παροχής, με τη διάταξη του άρθρου 2 ορίσθηκε ότι μέλη του Ταμείου είναι μεταξύ άλλων και όλοι όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα με σχέση εξηρτημένης εργασίας και με τη διάταξη του άρθρου 7 καθορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τόσο για τους πριν την 1.1.1993, όσο και για τους μετά την 1.1.1993 υπαχθέντες στην κοινωνική ασφάλιση.
Με την μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του εν λόγω Καταστατικού ορίσθηκε ότι ασφαλισμένοι του ... ή του πρώην ... και ...., οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1.1.1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002.
Από την μεταβατικής ισχύος ως άνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 4 του Κανονισμού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, στην οποία μάλιστα ως προς το ύψος της χορηγουμένης από αυτό συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (σε ήδη αποχωρήσαντες μετά την 1.1.1993 και λαβόντες μειωμένη εφάπαξ παροχή κατά το μέτρο του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ασφαλισμένους του) γίνεται ρητή μνεία των περιορισμών του τελευταίου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 που αφορά τη διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας (βιωσιμότητας) κάθε ταμείου, συνάγεται, ενόψει και της διατύπωσης αυτής ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι "δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του ταμείου", ότι η κατά τα άνω συμπληρωματική παροχή δεν ήταν υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ταμείο, ούτε η σχετική ρύθμιση εμποδίζει την κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού κατ` άρθρο 871 του ΑΚ με αντικείμενο την άμεση καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και την αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης για τους ασφαλισμένους με αντίστοιχη παραίτηση αυτών από τις αξιώσεις προς λήψη της περαιτέρω διαφοράς στην εφάπαξ αποζημίωση με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού του Ταμείου, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/2002, αφού μάλιστα κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (2004) δεν είχαν εκδοθεί οι υπ` αριθ. 3, 4 και 7/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που έκριναν το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.
Συνακόλουθα η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του Ταμείου ουδόλως κωλύει τη λήψη απόφασης από το ΔΣ του αναιρεσίβλητου Ταμείου για τη ρύθμιση των σχετικών λεπτομερειών για τη καταβολή της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής,όπως την υπογραφή εκ μέρους των αιτούντων τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ομοιομόρφων δηλώσεων παραίτησης από τις περαιτέρω αξιώσεις τους, προκειμένου να εκταμιευθεί άμεσα το ποσό της εν λόγω συμπληρωματικής παροχής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού(ΑΠ 669/2016 ).
3.Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω "πράγματα" για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή εκείνοι που κατά νόμο τείνουν στη γένεση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα ή απαράδεκτα που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου (ΟλΑΠ 12/2000). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
4. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω: Οι ενάγοντες προσελήφθησαν και απασχολήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, από 27/7/1966 ο πρώτος ,26/1/1965 ο δεύτερος, 17/8/1964 ο τρίτος και 1/11/1965 ο τέταρτος.
Αποχώρησαν δε, στις 14/8/2002 ο πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και στις 14/8/2001, ο τρίτος. Οι μηνιαίες αποδοχές τους κατά τον χρόνο αποχωρήσεώς τους, ανέρχονταν του πρώτου σε 3.844,13 ευρώ, του δευτέρου σε 2.987,29 ευρώ, του τρίτου σε 3.775,22 ευρώ και του τετάρτου σε 2.904,88 ευρώ. Περαιτέρω, οι ενάγοντες κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57παρ. 3 του Ν. 2084/1992, με τους οποίους καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα, έλαβαν από το Ν.Π.Δ.Δ. " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Ε.Τ.Ε." μειωμένη εφάπαξ αποζημίωση, 52.431,09 ευρώ, αντί του δικαιουμένου ποσού 150.497,69 ευρώ (υπ' αριθμόν …7/17-10-2002 απόφαση Διευθυντή) ο πρώτος, 55.343,93 ευρώ, αντί του δικαιουμένου ποσού 121.283,97 ευρώ (υπ' αριθμόν …4/12-10-2001 απόφαση Διευθυντή) ο δεύτερος, 52.431,09 ευρώ, αντί του δικαιουμένου ποσού 153.273,78 (υπ' αριθμόν …4/12-10- 2001, απόφαση Διευθυντή), ο τρίτος και 53.887,51 ευρώ, αντί του δικαιουμένου ποσού 115.832,09 ευρώ (υπ' αριθμόν …4/23-9-2002 απόφαση Διευθυντή) ο τέταρτος.
Ακολούθως σε εκτέλεση αποφάσεων του Διευθυντή του εναγομένου που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητικού του Συμβουλίου, οι ενάγοντες έλαβαν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3232/2004, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Καταστατικού του εναγομένου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 80000/30226 / 1366/2004 απόφαση με την οποία το εναγόμενο μετατράπηκε από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ με την ίδια επωνυμία και αποτελεί καθολικό διάδοχο του πρώτου.
Ταυτόχρονα το εναγόμενο, ζήτησε από τους ενάγοντες να δηλώσουν εγγράφως ότι με τις συμπληρωματικές καταβολές, ικανοποιείται πλήρως κάθε αξίωσή τους κατά αυτού για εφάπαξ παροχή στηριζόμενη στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2084/1992 και ότι παραιτούνται από κάθε συναφή απαίτηση.
Μετά την απόφαση αυτή το εκκαλούν με την από 17-2-2004 ανακοίνωσή του, απευθύνθηκε στους ασφαλισμένους του, που είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως το έτος 2004 προτείνοντάς τους, τη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, υπό τους παραπάνω όρους και προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών που ανταποκρίθηκαν συγκαταλέγονταν και οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες , οι οποίοι αποδεχόμενοι την προς αυτούς πρόταση υπέγραψαν το από 1-4-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ο μεν τρίτος και τα από 10/3/2004 ιδιωτικά συμφωνητικά οι λοιποί με τα οποία δήλωναν ότι αποδέχονταν να λάβουν τη διαφορά, όπως είχε προσδιοριστεί με την παραπάνω απόφαση, ότι ενόψει της καταβολής της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής των 79.853,57 ευρώ για τον πρώτο, 53.429,63 ευρώ για τον δεύτερο, 84.534,02 ευρώ για τον τρίτο και 48.980,44 ευρώ για τον τέταρτο ικανοποιείται πλήρως κάθε δικαίωμά τους, εφάπαξ παροχής ή αποζημιώσεως και κάθε σχετική αξίωσή τους κατά του ταμείου και ως εκ τούτου δεν έχουν ούτε διατηρούν κατά του ταμείου καμία αξίωση εφάπαξ παροχής ή αποζημιώσεως παραιτούμενοι ειδικότερα ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε, εξ αιτίας ή εξ αφορμής της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 57 του νόμου 2084/1992 τυχόν δικαίωμα ή αξίωσή τους κατά του ταμείου και κάθε ασκηθείσης σχετικής αγωγής ή προσφυγής, και από κάθε εν γένει δικαστική επιδίωξη κατά του ταμείου για την καταβολή ποσών για οποιοδήποτε λόγο εκ της άνω αιτίας.
Το γεγονός αυτό συνομολογείται από τους εφεσίβλητους ήδη αναιρεσείοντες. Στη συνέχεια το εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο κατέβαλε στους εφεσιβλήτους ήδη αναιρεσείοντες ως συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, το ποσό των 79.853,57 ευρώ στον πρώτο, 53.429,63 ευρώ στο δεύτερο, 84.534,02 ευρώ στον τρίτο και 48.980,44 ευρώ στον τέταρτο δηλαδή συνολικά οι εφεσίβλητοι έλαβαν τα ποσά των 132.284,66 ευρώ ο πρώτος, 108.773,56 ο δεύτερος, 136.965,11 ευρώ ο τρίτος και 102.867,95 ευρώ ο τέταρτος και μετά τις παραπάνω καταβολές, τα εφάπαξ βοηθήματα που οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες εισέπραξαν, υπολειπόταν εκείνων που δικαιούντο να εισπράξουν χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παρ.3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 περί καθορισμού ανώτατου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα συγκεκριμένα κατά τα ποσά των 18.213,03 ευρώ για τον πρώτο, 12.510,41 ευρώ για τον δεύτερο, 15.007,94 ευρώ για τον τρίτο και 12.964,14 ευρώ για τον τέταρτο.
Όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, ούτε και ως προς το ύψος των ως άνω ποσών προβάλλεται κάποια αντίρρηση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν οι ως συμβιβαστικές συμφωνίες, υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τα ένδικα δικαιώματα των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 και της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί αντίθετες ως προς το ζήτημα αυτό αποφάσεις τόσο από τα διοικητικά όσο και από τα πολιτικά Δικαστήρια.
Συγκεκριμένα κατά το χρόνο που είχε δημοσιευθεί η προαναφερόμενη απόφαση του Δ. Σ. του εκκαλούντος (6-11-2004) με την οποία το τελευταίο πρότεινε την παραπάνω συμπληρωματική καταβολή υπό τους παραπάνω όρους, είχαν ήδη δημοσιευθεί οι ΔΕφΑθ 585/2000 (ΕΕργΔ 2000, 609) και ΔΕφΑθ 3443/2000 (ΔΕΝ 2001, 154) αποφάσεις, που έκριναν ότι η ως άνω διάταξη είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Αντίθετα, η ΑΠ 1159/2001 απόφαση (ΔΕΝ 2001, 1292) έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ενώ η ΑΠ 521/2003 απόφαση (ΕΕργΔ 2003, 785) έκρινε ότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, και συνεπώς είναι ανεφάρμοστη η ως άνω διάταξη, ταυτόχρονα όμως παρέπεμψε το ζήτημα στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΑΠ 8/2008 απόφαση της τακτικής ολομέλειας (ΕλλΔνη 2004, 707), η οποία έκρινε με πλειοψηφία μιας ψήφου, ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, και συνεπώς είναι αντισυνταγματική (αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας) η επιβολή νομοθετικά ανωτάτου ορίου σ' αυτό. Ενόψει του ότι υπήρχε ισχυρή μειοψηφία που υποστήριξε το αντίθετο, παραπέμφθηκε το ζήτημα στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε στις 10-3-2005 εκδόθηκε η ΟλΑΠ 17/2005 ΕλλΔνη 2005, 703), απόφαση η οποία έκρινε αντισυνταγματική την ως άνω διάταξη.
Παράλληλα από το Συμβούλιο της Επικρατείας είχαν εκδοθεί αποφάσεις με αντίθετη άποψη. Συγκεκριμένα, οι με αριθμό 162, 163 και 164/24-1-2005 αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι το επίδικο εφάπαξ βοήθημα δεν είχε αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ενόψει, όμως, του ότι το ζήτημα είχε παραπεμφθεί προς επίλυση στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, παρέπεμψαν την υπόθεση προς κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εν τέλει, με τις με αριθμό 1282,1283 και 1284/2006 αποφάσεις της Ολομέλειάς του,έκρινε συνταγματική την ίδια διάταξη.
Ακολούθως, το θέμα παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ, το οποίο, επιλύοντας την αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των παραπάνω ανωτάτων Δικαστηρίων, έκρινε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματική τη διάταξη, για τους λόγους που εκτίθενται στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας απόφασης. Μετά από αυτά, οι παραπάνω συμβιβασμοί, είναι έγκυροι, διότι με τη συμφωνία που περιέχουν λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν.
Η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 57 του v. 2084/1992, ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις τους συνίστανται για μεν τους εφεσιβλήτους ήδη αναιρεσείοντες στο ότι συμφώνησαν να λάβουν μέρος του όλου εφάπαξ, κατά πολύ όμως ανώτερο από το ποσό που είχε αρχικά υπολογιστεί με το πλαφόν της ως άνω διάταξης, το δε εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο κατέβαλε μέρος μόνον αυτού, το οποίο, ωστόσο, υπερέβαινε κατά πολύ το όριο που είχε τεθεί από το άρθρο 57 του ν. 2084/1992, ενώ οι διάδικοι απέφυγαν με το συμβιβασμό αυτό να αποδυθούν σε δικαστικό αγώνα, που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.Τα όσα δε αντίθετα επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι δηλαδή πρόκειται για εκ μέρους τους παραίτηση από το δικαίωμα παροχής εφάπαξ αποζημίωσης που στηρίζεται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και ότι το εναγόμενο τους επέβαλε μονομερώς τις προϋποθέσεις καταβολής της συμπληρωματικής παροχής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι παραδεκτά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 παρ.3 του ΚΠολΔικ το εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο, επιδιώκοντας με το ένδικο μέσο της εφέσεως να ανατρέψει την βλαπτική γι' αυτό πρωτόδικη απόφαση, προβάλλει ως λόγο έφεσης τον ισχυρισμό περί απόσβεσης της ένδικης απαίτησης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων λόγω της παραπάνω συμφωνίας τους με το ίδιο, η οποία, όπως ορθά χαρακτηρίζεται από το Δικαστήριο επήλθε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα λόγω συμβιβασμού των διαδίκων και όχι παραίτησης των εναγόντων, δεδομένου ότι τούτο αποδεικνύεται εγγράφως αλλά και με δικαστική ομολογία των εναγόντων.
5. Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 και επικουρικά εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης της εργατικής νομοθεσίας. Όμως σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με αντικείμενο δικαιώματα του εργαζομένου που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εργατικής νομοθεσίας, υπό τον όρο συνδρομής των προαναφερθεισών προϋποθέσεων της σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη ή το εύρος αυτών και της επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις προς αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, προϋποθέσεις των οποίων τη συνδρομή δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του. Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και στη συνέχεια εφήρμοσε τις διατάξεις περί συμβιβασμού στις επίδικες εργατικές αξιώσεις. Ο ίδιος εκ του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου προβαλλόμενος λόγος της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας των συμφωνητικών που καταρτίσθηκαν είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ,αφού η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά παραβιασθείσα διάταξη δικονομικού δικαίου.
6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι ουσιαστικές ενστάσεις, όπως τυγχάνει η ένσταση συμβιβασμού (άρθ. 871 του ΑΚ) που συνιστά γνήσια, αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση, η παραδοχή της οποίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που η τελευταία αφορά αξιώσεις από τις οποίες ο ενάγων παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού.
Επομένως τον ανωτέρω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως, όπως η ένσταση συμβιβασμού, που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1938/2008), περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται.
Από την προαναφερθείσα δε διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, πρέπει για την παραδοχή αυτής να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό αυτής και επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 488/2008, ΑΠ 824/2003).
7. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό περί συμβιβασμού των μερών, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από το αναιρεσίβλητο Ταμείο ως λόγος έφεσης, αλλά ούτε και πρωτοδίκως, όπως δέχθηκε άλλωστε και η προσβαλλομένη απόφαση.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12-7-2013 και με αριθμό κατ.4188/2013 έφεσης, που επισκοπεί το Δικαστήριο για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, με τον υπό στοιχείο 3 λόγο έφεσης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο διέλαβε τον ισχυρισμό ότι η εκκαλούμενη έσφαλε απορρίπτοντας την ένσταση αυτού περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, παρά το γεγονός ότι αυτοί υποβάλλοντας εαυτούς στη ρύθμιση του Νέου Κανονισμού, με τον οποίο γινόταν άλλος επωφελής τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής και υπογράφοντας τα σχετικά συμφωνητικά ,είχαν παραιτηθεί κάθε περαιτέρω αξίωσης τους για συμπληρωματική εφάπαξ παροχή από τη νομική αιτία για την οποία άσκησαν την ένδικη αγωγή.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε από το ίδιο ως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων σε καμμία περίπτωση δεν συνιστούσε νόμιμο ισχυρισμό περί συμβιβασμού, αφού στον ως άνω λόγο έφεσης δεν γίνεται καθόλου μνεία της υπάρχουσας αβεβαιότητας για κάποια έννομη σχέση και σε τι αφορούσε αυτή, ούτε των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών κατά την κατάρτιση των σχετικών συμφωνητικών παραίτησης και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές, ώστε να υπάρχει πεδίο έρευνας αυτού λόγω παραδεκτής βραδείας προβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠΟΛΔ, στις οποίες παρέπεμψε το Εφετείο.
Σημειώνεται ότι ουδέν επιπλέον διαλαμβάνεται στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου ταμείου που να αφορά τον πιο πάνω ισχυρισμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι παραδεκτώς προβλήθηκε ισχυρισμός περί συμβιβασμού και στην συνέχεια τον δέχθηκε κατ' ουσία, ως αποδεικνυόμενο εγγράφως και με δικαστική ομολογία, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί.
Επομένως, ο περί τούτου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Μετά την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης ότι δηλαδή δεν είχε προβληθεί με λόγο έφεσης ισχυρισμός περί συμβιβασμού και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες αφενός εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 8 του ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού και δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς τους (πράγματα) για τις συνθήκες υπογραφής των προαναφερόμενων συμφωνητικών, αφετέρου εκ του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα επίδικα ιδιωτικά συμφωνητικά.
Επίσης για την ίδια αιτία παρέλκει η έρευνα του τετάρτου και τελευταίου λόγου, που αφορά τη συνδρομή ή μη των κατά νόμο προϋποθέσεων της παραδεκτής προβολής της ένστασης συμβιβασμού, το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη, ως οψιγενούς ισχυρισμού. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 1460/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ταμείο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ