Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for absent parties and rejects appeal against insurance company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding two appellants who failed to appear at the hearing, while rejecting the appeal filed by the third appellant, an insurance company. The court found that the absence of the first two appellants meant the appeal could not be examined, whereas the third party's appeal was valid but dismissed due to procedural irregularities in their representation. Consequently, the insurance company was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the hearing, and an appeal against a party with different counsel is rejected if the procedural requirements for representation are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 596 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 596/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Β., 2) Π. Ι. Π., κατοίκων ... και προσωρινώς διαμενόντων στη Γερμανία και 3) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. (Ε.) K. (Κ.) του L. (Λ.), 2) T. (Θ.) K. (Κ.) του L. (Λ.), κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή, η 1η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2012 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με την από 16-1-2013 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2263/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 576 και 226 παρ. 4 εδ. τρίτο και τέταρτο του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή στο Πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου και όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο αντιθέτως, αν ο Δικηγόρος, που παραστάθηκε για λογαριασμό του διαδίκου κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 659/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 17-2-2017 ο Δικηγόρος Νικόλαος Οικονόμου παραστάθηκε για λογαριασμό των αναιρεσειόντων και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, για λόγους νομιμοποίησης, για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων Β.
Κ. και Π. Π., αντιστοίχως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο. Αντίθετα, ο προαναφερόμενος Δικηγόρος Νικόλαος Οικονόμου δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...29-11-2017 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. - Έ.
Τ. παραστάθηκε μόνο για λογαριασμό της τρίτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζει πληρεξούσιο και για τους δύο πρώτους απολειπόμενους αναιρεσείοντες. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, ή μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Εξάλλου, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 550 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οδηγών, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 19-10-2010 και περί ώρα 21.10, στις Σέρρες, στη διασταύρωση των οδών .... Η οδός ... είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα οποία διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση, η οποία διακόπτεται στη συμβολή της με την οδό ..., με πλάτος οδοστρώματος 11 μ.
και πλάτος πεζοδρομίου 3 μ... Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν οι ακόλουθες: Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο δεύτερος των εναγόντων στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή T. K., οδηγούσε την με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή και κινείτο στη πόλη των Σερρών, στο αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ...
με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης και με ταχύτητα περί τα 40χλμ/ώρα. Στην ίδια κατεύθυνση και προπορευόμενη αυτού κινείτο, περί το μέσον του ρεύματος πορείας της, η δεύτερη εναγομένη στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή Π. Π., η οποία οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή, Β.
Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....". Αυτή έχοντας την πρόθεση να στρίψει επιτρεπτώς αριστερά, σε σχέση με την πορεία της, προκειμένου να κατευθυνθεί στην οδό ..., ενήργησε απότομα ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή της με την ενεργοποίηση του αριστερού δείκτη πορείας, προκειμένου να εισέλθει στην οδό ..., με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, την οποία με την αριστερή πλευρά του (επιβατηγού αυτοκινήτου) παρέσυρε κατά την πραγματοποίηση του ελιγμού επί της συμβολής των παραπάνω οδών.
Μετά την πρόσκρουση, η δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινούμενη εκτός ελέγχου, προπορεύθηκε του επιβατηγού αυτοκινήτου, ανήλθε στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού ..., ενώ το επιβατηγό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό της οδού αυτής. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστούν υλικές ζημίες τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Υπό τις παραπάνω αποδειχθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, η οποία από αμέλειά της (άρθρ. 330 εδ. β’ του ΑΚ), συνισταμένη στο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή της και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οδηγούμενου από αυτήν αυτοκινήτου, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, προτιθέμενη δε να πραγματοποιήσει στροφή αριστερά, σε’ σχέση με την πορεία της, για να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση την οδό ..., δεν βεβαιώθηκε (προτού πραγματοποιήσει τη στροφή) ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια δίχως κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οχημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν την οδό και έβαιναν πίσω ή δίπλα από το δικό της αυτοκίνητο ή εκείνων (των οχημάτων) που επιχειρούσαν να πραγματοποιήσουν προσπέραση.
Ειδικότερα αυτή, δεν κινήθηκε προοδευτικά αριστερά του οδοστρώματος από το μέσον του ρεύματος πορείας της όπου κινείτο, όπως καταθέτει η συνεπιβάτης της Ά. Κ. στην κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών ("κινείτο περί το μέσον του ρεύματος πορείας της") και δεν κατέστησε γνωστή την πρόθεσή της χρησιμοποιώντας, προς τούτο, τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, αλλά κινούμενη εντελώς ανέλεγκτα και αιφνίδια, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της, αποκλείοντας έτσι την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία κινείτο ομόρροπα και ελάχιστα προς τα πίσω (χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η απόστασή της από το επιβατηγό αυτοκίνητο), στο άκρο αριστερό του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας.
Με την παραπάνω αμελή συμπεριφορά της η εν λόγω οδηγός παρέβη τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (K.Ο.K.), η παράβαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, με βάση τα αποδειχθέντα, δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει ποσοστό συνυπαιτιότητας και πολύ περισσότερο αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση της σύγκρουσης, καθόσον αυτός κινείτο με την προαναφερθείσα επιτρεπόμενη ταχύτητα, δεν μπόρεσε δε, λόγω του αιφνίδιου ελιγμού της οδηγού του επιβατηγού αυτοκίνητου, τον οποίο αντιλήφτηκε σε απόσταση 2-3 περίπου μέτρων, αλλά και λόγω του ότι δεν υπήρχε ικανό μέρος του οδοστρώματος ελεύθερο, να επιχειρήσει κάποιον ελιγμό ή να τροχοπεδήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση...
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την παραπάνω οδηγό του επιβατηγού αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσία την υπό στοιχείο Β’ αγωγή, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2696/1999 και 330 εδ. β’ του ΑΚ και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 12 παρ. α’ , 16 παρ. 2, 17 παρ. 3-5-8 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος κατά το επίδικο ατύχημα οδηγού της με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εν λόγω οδηγός προτιθέμενη να ενεργήσει αριστερό ελιγμό προκειμένου επιτρεπτώς να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στην οδό Ρ. δεν κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή της, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να επέλθει σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων και να τραυματισθεί ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας - δεύτερος αναιρεσίβλητος.
Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των εμπλακέντων οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των εν λόγω οχημάτων και αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας.
Η παραδοχή δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί η απόσταση της δίκυκλης μοτοσικλέτας από το επιβατηγό αυτοκίνητο και ακολούθως ότι ο οδηγός της μηχανής αντιλήφθηκε τον ελιγμό του ΙΧΕ αυτοκινήτου σε απόσταση 2-3 μέτρων δεν δημιουργούν αντίφαση αιτιολογιών, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές δεν συμπίπτουν χρονικά, καθόσον η πρώτη εξ αυτών αφορά χρόνο προγενέστερο του ατυχήματος, η δε δεύτερη εξ αυτών, που αφορά την απόσταση των 2-3 μέτρων των εμπλακέντων οχημάτων αναφέρεται στον χρόνο του ατυχήματος.
Επομένως οι δύο λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθούν.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων και ν’ απορριφθεί η αναίρεση ως προς την Τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις, αλλά παραστάθηκαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους Δικηγόρους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18.5.2016 αίτησης για αναίρεση της 2263/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, Β. Κ. και Π. Π., αντίστοιχα και την απορρίπτει ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.
Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350,00) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και χίλια τριακόσια πενήντα (1.350,00) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ