Legislator Case Law & Legislation
596/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment for failure to examine subsidiary claim.

Case Number 596/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final labor dispute judgment rendered by the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the appellate court erred by dismissing the main claim while failing to examine the subsidiary claim regarding contract extension and back pay. The court found this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure, as the appellate court should have investigated the subsidiary ground after rejecting the main one. Consequently, the judgment was set aside in part, and the case was remitted to a newly constituted appellate court for further examination of the subsidiary claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil and Administrative Procedure: When an appellate court rejects a claim on its main ground but fails to examine a subsidiary ground, it commits a procedural error requiring the case to be remitted for examination of the subsidiary ground by a newly constituted court.

Keywords

AI generated
labor dispute appellate procedure subsidiary claim procedural error remittal of case Code of Civil and Administrative Procedure newly constituted court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 577 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 580 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 596 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 596/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ - ΟΠΑΠ Α.Ε." που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Στάικο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1763/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6880/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/2/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 7/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 14.04.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 6.880/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 1763/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απέρριψε κατ' ουσία την από 22-6-2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε, λόγω της συμβάσεως εργασίας του που τον συνέδεε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να αναγνωριστεί, α) κυρίως ότι καταρτίστηκε στις 26-1- 2009 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας τριετούς διάρκειας και επικουρικώς ότι η από 25-10-2006 αρχική σύμβαση εργασίας του τριετούς διάρκειας παρατάθηκε επί μία ακόμη τριετία έως 22-9-2012, β) ότι είναι άκυρη η γενόμενη από την εναγομένη καταγγελία της σύμβασης και γ) ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 7-4-2010 έως 26-1-2012 το ποσό των 672.000 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 447.993 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ) ,είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001,υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του. Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, α) τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης (έκδοσης 4-2-20090 ) και β) το Καταστατικό αυτής.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ, γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απορριπτεος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

3. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης, α) του περιεχομένου του από 15-12- 2006 εγγράφου της σύμβασης εργασίας, με την οποία προσλήφθηκε αυτός από την εναγομένη για τρία χρόνια ,ως εξωτερικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Στοιχημάτων της τελευταίας, β) του ισχύοντος Καταστατικού της αναιρεσίβλητης και γ) του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης (έκδοσης 4-2-20090 ), γιατί δέχθηκε ότι, με την από 23-9-2009 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, η από 25-10-2006 σύμβαση εργασίας παρατάθηκε μέχρι 30-4-2010, ενώ από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι συνήφθη νέα σύμβαση εργασίας τριετούς διάρκειας (από 23-9-2009 έως 23- 9-2012) και συνεπώς η από 8-4-2010 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, χωρίς σπουδαίο λόγο, καταγγελία της σύμβασης αυτής ήταν άκυρη.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

4. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 5/2011 ΤΝΠ Νόμος). Κατ' ακολουθία ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση ανεπάρκεια και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζεται σε το συνίσταται η ανεπάρκεια ή οι αντιφάσεις των αιτιολογιών. 5.

Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής ( ΑΠ 759/2006 ΤΝΠ Νόμος ). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.

Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει τις βάσεις αυτές συνιστά την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (βλ.ΑΠ 2039/2014, ΑΠ 1286/2012, ΑΠ 1513/2001). Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς άλλη κύρια ή επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την μία από τις κύριες βάσεις της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της άλλης κύριας αλλά και της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (βλ. ΑΠ 2039/2014 Νόμος), Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής, της πρωτόδικης αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων (ενάγων) με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 25-10-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τριετούς διάρκειας ως Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Στοιχημάτων, καθήκοντα που άσκησε τελικώς μέχρι την 26-1-2009, οπότε, λόγω κατάργησης της παραπάνω Γενικής Διεύθυνσης στα πλαίσια της νέας οργανωτικής δομής της εναγόμενης, η τελευταία τοποθέτησε τον ενάγοντα ως Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Λειτουργιών και Πληροφορικής με νέα τριετή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως η εναγόμενη στις 8-4-2010 κατήγγειλε τη σύμβαση, προ της συμφωνημένης λήξης της, χωρίς σπουδαίο λόγο.

Ζήτησε δε ο ενάγων να αναγνωρισθεί, α) ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 26-1-2009 νέα σύμβαση εργασίας τριετούς διάρκειας και επικουρικώς ότι η πρώτη τριετής σύμβαση παρατάθηκε επί μία ακόμη τριετία έως την 22-9-2012), β) ότι είναι άκυρη, ελλείψει σπουδαίου λόγου, η παραπάνω καταγγελία και γ) ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό 672.000 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 8-4-2010 έως 26-1-2012 (επικουρικώς δε, ποσό 447.993 ευρώ για την ίδια αιτία).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την 1763/2013 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί παρατάσεως, δυνάμει της από 23-9-2009 απόφασης του ΔΣ της, της πρώτης από 26-1-2009 σύμβασης έως 30-4-2010, είναι αβάσιμος κατ' ουσία, γιατί πρόκειται για νέα σύμβαση, έκανε δεκτή κατ' ουσία την αγωγή κατά την κύρια βάση της και παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική βάση.

Το Εφετείο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, μετά από έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (εναγομένης), η οποία παραπονούνταν για την παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή κατά την παραπάνω κύρια βάση της.

Το Εφετείο, που έπραξε έτσι και δεν προχώρησε, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά κύρια βάση της, στην έρευνα της επικουρικής βάσης, που δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα ίδια είναι βάσιμος.

Με βάση όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα όσον αφορά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία δεν ερευνήθηκε, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Η αναιρεσίβλητη ως εν μέρει ηττηθείσα θα καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την υπ` αριθμό 6880/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ