Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to consider binding forest commission decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeals, remanding the case for retrial. The appellant argued the appellate court erred by ignoring a binding forest commission decision regarding the land's status. The court held that the appellate court was obligated to examine the validity and binding nature of the lower commission's decision under Article 2 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of Law 998/1979: The appellate court must examine the validity and binding nature of a forest commission decision and cannot disregard it when determining the legal status of land.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 596 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 596/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Α. Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) Ν. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 3)Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Οδυσσέα Καραγιαννακίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:43/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2011 του Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 10-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή για τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ’ αριθμ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του Ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ.
ΣτΕ 32/2013, Ολ. ΣτΕ 34/2013). Εξάλλου με το άρθρο 14 του Ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιάς έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 Ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρησης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΣτΕ 5012/2013).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 περ. 11γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή εκείνων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα υποστατά και νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων, επί τριών δασικών, κατά την αγωγή, εδαφικών εκτάσεων, των οποίων την κυριότητα το ενάγον απέκτησε παραγώγως, ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως πρωτοτύπως και δη τόσο με τακτική, όσο και με έκτακτη χρησικτησία. "Με το υπ’ αριθμόν .../24-11-1972 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παγγαίου Αθανασίου Παπανδρέου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 16-1-1973 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου, στον τόμο ..., οι εναγόμενοι απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 26,38% ο δεύτερος (Ν.
Κ.) και 73,62% οι λοιποί (πρώτος και τρίτος, Π. Π. και Ά. Α., αντίστοιχα), από τους Γ. Π. του Α., Π. σύζυγο Γ. Τ., το γένος Α. Π., Ά. σύζυγο Ζ. Δ., το γένος Α. Π., Ι. Π. του Α. και Β. σύζυγο Α. Κ., το γένος Α. Π. έναν αγρό, εκτάσεως 7.581 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής της Κοινότητας ... και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος ...
του Δήμου ... Νομού Καβάλας και συνορεύει ανατολικά, δυτικά και βόρεια με δασική έκταση (βουνό) και νότια με αγρούς Θ. Φ. και Ά. Φ.. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμόν .../29-11-1972 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 9-12-1972 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου, στον τόμο ..., οι εναγόμενοι απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν, από τους Ά.
σύζυγο Θ. Φ., το γένος Δ. Μ., Φ. σύζυγο Γ. Π., το γένος Χ. Χ. Μ., Κ. σύζυγο Κ. Μ., το γένος Χ. Χ. Μ. και Α. Μ. του Χ. Χ. έναν αγρό, εκτάσεως 3.000 τετραγωνικών μέτρων, όμορο προς νότο του πρώτου, που συνορεύει βόρεια με αγρό των εναγομένων, που αγόρασαν με το προηγούμενο συμβόλαιο, νότια με αγρό Α. Θ., ανατολικά με βουνό και δυτικά εν μέρει με χέρσο και εν μέρει με υπόλοιπο αγρό των ιδίων πιο πάνω πωλητών.
Οι εναγόμενοι, μόλις αγόρασαν τους παραπάνω όμορους αγρούς, τους συνένωσαν και τους περιέφραξαν στο σύνολο τους με συρματόπλεγμα και πασσάλους, καθιστώντας έτσι αμφότερους έναν ενιαίο αγρό, τον οποίο έκτοτε κατείχαν και νέμονταν συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, προβαίνοντας σε εργασίες διαμορφώσεως του εδάφους, περιποιήσεως και καλλιέργειας των υπαρχόντων ελαιοδέντρων, όπως και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι και απώτεροι, από αμνημονεύτων ετών, οι οποίοι ανέκαθεν καλλιεργούσαν τους ως άνω αγρούς με ελαιόδεντρα και με αγροτικές καλλιέργειες και, συγκεκριμένα, με σιτηρά.
Ειδικότερα, το πρώτο ακίνητο κατείχε και νεμόταν η Ά. Κ. (απώτατη δικαιοπάροχος) δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από αμνημονεύτων ετών, στη συνέχεια τούτο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή της μητέρας της (Ά. Κ.) στην Α. σύζυγο Α. Π., το γένος Β. Κ., μετά δε από το θάνατο αυτής τον Ιούλιο του 1941 και το θάνατο του συζύγου της Α.
Π. του Γ. τον Ιανουάριο του 1955, περιήλθε με κληρονομική και πάλι διαδοχή στα τέκνα τους Γ. Π., Π. Π., Ά. Π. και Ι. Π., οι οποίοι κατόπιν το μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως με το υπ’ αριθμόν .../24-11-1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας στους εναγόμενους. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια βεβαιώνονται στο υπ’ αριθμόν πρωτ....12-10-1972 πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Πρόεδρος της Κοινότητας ..., το οποίο μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι εναγόμενοι.
Το δε έτερο ακίνητο περιήλθε στους αμέσους δικαιοπαρόχους των εναγομένων Ά. Μ., Φ. Μ., Κ. Μ. και Α. Μ. εκ κληρονομιάς του κατά το έτος 1952 αποβιώσαντα πατέρα της πρώτης και παππού από πατέρα των λοιπών Δ. Μ. του Α., στον οποίο περιήλθε με κληρονομική επίσης διαδοχή του επί τουρκοκρατίας αποβιώσαντα πατέρα του.
Κατά συνέπεια, η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1-2-1914), στις οποίες ανήκει και ο Νομός Καβάλας, καλλιεργήσιμη έκταση. Η κρίση αυτή τον Δικαστηρίου για το χαρακτήρα της εν λόγω εκτάσεως κατά τον ως άνω χρόνο και μέχρι σήμερα ως καλλιεργήσιμης γεωργικής εκτάσεως συνάγεται πέραν πάσης αμφιβολίας από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Θ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, του οποίου (μάρτυρα) η αξιοπιστία δεν αμφισβητείται και η κατάθεσή του δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από αυτή ακόμη την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα Α. Κ.. Ειδικότερα, μάρτυρας αυτός, ο οποίος είναι γηγενής και ιδιοκτήτης ομόρου αγροτικού κτήματος (ελαιώνα) και, συνεπώς, έχει ιδία και άμεση αντίληψη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της συγκεκριμένης κτηματικής περιοχής κατέθεσε για το επίδικο: "Εκείνα τα χρόνια που είχαμε τα ζώα το σπέρναμε σιτάρι.
Στη μέσα πλευρά από το κτήμα είχε μια καλύβα από πέτρες....Σιτάρι το έβαζαν αυτοί που το είχαν από παλιά, ο Π., Φ..... Τη μια χρονιά καλλιεργούνταν και την άλλη σταματούσαν για ανάπαυση...Εμείς σπέρναμε σιτάρι εκεί και έχει δέντρα μέσα σπαρμένα. Στο επάνω μέρος έχει καμιά πενηνταριά δέντρα μαζεμένα. Το κτήμα καλλιεργούνταν ολόκληρο....".
Ο ίδιος μάρτυρας (Ι. Θ.), εξετασθείς ενόρκως την 13-10-2004 στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, κατά την εκδίκαση της από 16-8-2001 (αριθμ.εκθ.καταθ....16-8-2001) ανακοπής που άσκησαν νόμιμα οι νυν εναγόμενοι σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του υπ’ αριθμόν …/2-7-2001 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Καβάλας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με το οποίο (πρωτόκολλο) αποβλήθηκαν αυτοί από τμήμα του όλου ακινήτου, εμβαδού 5.225 τετραγωνικών μέτρων, επειδή κατά τα αναφερόμενα σε αυτό είναι δημόσια δασική έκταση, του οποίου μάρτυρα η κατάθεση στα πλαίσια της παραπάνω δίκης λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 150/1986 ΕλΔ 27.634, ΑΠ 619/1979 ΝοΒ 27.1620, Εφ Αθ 9440/1986 ΕλΔ 28.869),κατέθεσε, εκτός των άλλων και τα εξής: "Από το 1950 το θυμάμαι.
Με τα ζώα, θυμάμαι, το έσπερναν σιτάρι. Οι Π. και Φ. το έσπερναν σιτάρι. Το 1972 που το πήραν, το περίφραξαν αμέσως, ασχολήθηκαν, έβαλαν δένδρα....Έσπερναν σιτάρι εκεί με τα ζώα, το θυμάμαι. Ήταν ένα χέρσο και είχαν ελαιόδενδρα μέσα....Από τότε που το έφραξαν, είναι μέσα και το καλλιεργούν". Τέλος, ενώπιον της Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Καβάλας του άρθρου 10 παρ.3 του Ν.998/1979 και κατόπιν της ασκηθείσας από τους εναγόμενους με ημερομηνία 17-8-2001 αντιρρήσεως κατά της υπ’ αριθμόν .../7-8-2001 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καβάλας, εξετάσθηκαν ενόρκως ως μάρτυρες την 9-10-2001 ο πιο πάνω Ι.
Θ., καθώς και ο Β. Τ. του Ν., που και αυτός είναι γηγενής κάτοικος της περιοχής. Ο πρώτος κατέθεσε ότι πριν το 1970 το καλλιεργούσαν με σιτάρι", ενώ ο δεύτερος ότι "το κτήμα σήμερα έχει ελαιόδενδρα και από ανέκαθεν ήταν αγρός". Χαρακτηριστικό άλλωστε στοιχείο για το ότι η έκταση ήταν ανέκαθεν αγροτική αποτελεί και η ύπαρξη μέχρι σήμερα μεταξύ των δύο όμορων αγρών που αγόρασαν οι εναγόμενοι, στο κοινό τους όριο, ξερολιθιάς (πεζούλας), της οποίας η κατασκευή ανάγεται στο απώτατο παρελθόν και από την ύπαρξη της οποίας αδιάψευστα συνάγεται ότι στα επίδικα καλλιεργούνταν ελαιόδενδρα από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων.
Στην κρίση, εξάλλου, ότι η επίδικη έκταση είναι γεωργική και ουδέποτε υπήρξε δασική, κατά την έννοια του νόμου, ήτοι της παρ.2 του άρθρου 3 του Ν.998/1979, όπως υποστηρίζει το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο στην ένδικη αγωγή του, ήχθη και το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την υπ’ αριθμόν 1758/2006 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της από 27-10-2005 εφέσεως που άσκησαν οι ανακόπτοντες (ήδη εναγόμενοι) κατά της υπ’ αριθμόν 111/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, καταλήγοντας στο αιτιολογικό ότι "δεν πιθανολογήθηκε ότι επί του επιδίκου ακινήτου, επί του οποίου οι εκκαλούντες προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας με βάση τα προαναφερόμενα δύο συμβόλαια υπήρξε ποτέ δασική βλάστηση, όπως επίσης δεν πιθανολογήθηκε ότι αποτελεί δασική έκταση".
Κατόπιν δε τούτου, το ως άνω Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση των ανακοπτόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθμόν 111/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, που δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, δέχθηκε την ανακοπή τους ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ακύρωσε το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμόν …/2-7-2001 σε βάρος τους εκδοθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Καβάλας.
Μάλιστα, για να καταδείξουν οι εναγόμενοι το γεωργικό (και όχι δασικό) χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως προσκομίζουν την από 28-5-2003 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο δασολόγος Γ. Γ. και την από 8-6-2006 τεχνική έκθεση εφαρμογής ορίων τίτλων- φωτοερμηνείας που συνέταξε ο δασοπόνος Κ. Σ., οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 390 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1746/2009, ΑΠ 1167/2003, ΑΠ 174/2002 δημ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην πρώτη, ο ιδιώτης δασολόγος Γ. Γ., αφού διενήργησε επιτόπια αυτοψία στο επίδικο και μελέτησε τα γεωμορφολογικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά του, αναφέρει ότι δεν διεπίστωσε την ύπαρξη δασικής βλαστήσεως και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη εδαφική έκταση είναι αναμφίβολα αγροτική και δεν εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα, αυτός έλαβε υπόψη του εκτός των άλλων τη μορφολογία του εδάφους ("ασβεστολιθικό αβαθές, μερικά ξηρό και κατά θέσεις ξηρό, δεκτικό μόνο για αγροτική καλλιέργεια και όχι την ανάπτυξη θαμνώδους ή ξυλώδους βλάστησης"), τη θέση του επιδίκου ("δεν βρίσκεται στο εσωτερικό δάσους ή δασικής έκτασης για να αποτελέσει ενιαία διαχείριση και εκμετάλλευση...
βρίσκεται μακριά από δημόσιο δάσος"), τη φύση και την ιδιοσυστασία της υπάρχουσας βλαστήσεως ("η υπάρχουσα κατά θέσεις δασική βλάστηση (πρίνος, αγριελιά, λαδανιά κλπ) είναι διαφορετική σε ηλικία σύνθεση με τα παρακείμενα δάση ή δασώδεις εκτάσεις .... φύεται μέσα στην έκταση η λαδανιά που δείχνει ότι η έκταση είναι γεωργική από πολλά χρόνια και όχι δασική").
Επίσης, προέβη σε επισκόπηση γερμανικού χάρτη του έτους 1904, στον οποίο η έκταση που απέκτησαν οι εναγόμενοι εμφανίζεται" γυμνή- γεωργική" και των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960, οι οποίες εμφανίζουν την όλη έκταση αγροτική, καθόσον "είναι γυμνή και υπάρχουν αγριελιές και λαδανιές που μαρτυρούν ότι δεν είναι δασική έκταση και ως γεωργική την είχαν και οι δικαιοπάροχοι τους" Εξάλλου, στην από 8-6-2006 τεχνική έκθεση, ο δασοπόνος Κ.
Σ. έλαβε υπόψη του τις συνημμένες αεροφωτογραφίες του επιδίκου των ετών 1938,1945, 1977, 1989 και 2002, από την επισκόπηση και φωτοερμηνεία των οποίων κατέληξε εμπεριστατωμένα στο συμπέρασμα ότι "αβίαστα προκύπτει ότι η επίδικη έκταση ... τουλάχιστον δε από το έτος 1904 που συντάχθηκε ο γερμανικός χάρτης (βλ. έκθεση ιδιώτη δασολόγου Γ.
Γ.) ή στη χειρότερη περίπτωση από το έτος 1938 (πρώτες α/φ) μέχρι σήμερα είναι μη δασική" και παρακάτω ότι η επίδικη έκταση δεν εμπίπτει στις διατάξεις των περί δασών νόμων και διαταγμάτων, πρέπει δε να θεωρείται μη δασική του εδ.α’ της παρ.6 του άρθρου 3 του Ν.999/1979". Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι, κατά των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη και εκχέρσωση της επίδικης φερομένης ως δημόσιας δασικής εκτάσεως, εμβαδού 5.225 τετραγωνικών μέτρων, κατόπιν σχετικής μηνύσεως που υπέβαλε σε βάρος τους την 19-4-2001 ο δασοφύλακας του Δασαρχείου Καβάλας Ι.
Φ., αθωώθηκαν με την υπ’ αριθμόν 1602/29-9-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας (βλ. το από 22-9-2008 απόσπασμα της ως άνω αθωωτικής αποφάσεως και το κατηγορητήριο). Από τα παραπάνω, αναμφίβολα συνάγεται ότι η επίδικη έκταση δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, κατά την έννοια του νόμου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον, αλλά αποτελούσε ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργήσιμη έκταση, δηλαδή ανήκε στις "γαίες".
Την έκταση αυτή, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, καλλιεργούσαν με σιτηρά και με ελαιόδενδρα, τα οποία εκμεταλλεύονταν από αμνημονεύτων ετών, συλλέγοντας τους καρπούς, ενεργώντας δηλαδή σε αυτήν όλες τις πράξεις καλλιέργειας, που ήταν απαραίτητες για τη διατήρηση και εκμετάλλευσή της ως γεωργικής και ελαιοκτήματος, με τις οποίες και εκδήλωναν τη βούλησή τους να την εξουσιάζουν, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, περισσότερο από μια δεκαετία πριν την 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς βέβαια να εκδοθεί στο όνομά τους τίτλος (ταπίο) και έτσι έγιναν κύριοι αυτής κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του δ/τος 2468/1917, ενώ το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Στη συνέχεια δε, οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων απέκτησαν και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης εκτάσεως, σύμφωνα με το διάταγμα της 11/12-11-1929, όπως ήδη εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη. Έτσι, αυτοί κατέστησαν κύριοι της επίδικης εδαφικής εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατείχαν και νέμονταν αυτήν συνεχώς από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και ειδικότερα από την 23-2-1946 μέχρι τη μεταβίβασή τους στους εναγόμενους με τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, η οποία, κατά τα άρθρα 64,65 και 18 παρ.2 του ΕισΝΑΚ, συμπληρώθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ, οπότε ισχύουν γι’ αυτήν οι όροι και οι προϋποθέσεις του άρθρου 1045 του ΑΚ.
Επομένως, εφόσον το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του σχετικά με το χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, κατά το έτος 1913 και το χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, ως δασικής, δεν απέκτησε την κυριότητα αυτής ως διάδοχο του Τουρκικού (Δημοσίου).Ούτε και τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία απέδειξε το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και, ειδικότερα, ότι νεμήθηκε την επίδικη έκταση με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1913 και εφεξής συνεχώς επί τριάντα έτη, άλλως από την 23-2-1946 συνεχώς επί εικοσαετία μέχρι το χρόνο που περιήλθε στους εναγόμενους με τα πιο πάνω συμβόλαια αγοραπωλησίας." Όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν δέχθηκε τα πιο πάνω εκτεθέντα, αλλά αντίθετα ότι τα επίδικα (διεκδικούμενα) τμήματα του όλου ακινήτου ανέκαθεν και δη κατά την εποχή της τουρκοκρατίας αποτελούσαν δημόσιες δασικές εκτάσεις, που ανήκαν κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο και μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών περιήλθαν αυτοδικαίως στην κυριότητα του ενάγοντα Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού (Δημοσίου), κατόπιν δε τούτου έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε το ενάγον κύριο των επιδίκων εκτάσεων και υποχρέωσε τους εναγομένους να του αποδώσουν τις εκτάσεις αυτές, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την, κρίνασα αντιθέτως, πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τον χαρακτήρα των ενδίκων εδαφικών εκτάσεων ως δασικών ή μη, δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ.
…/31.3.2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης και τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά (7/2004)" η οποία (απόφαση) αφορούσε ευρύτερη έκταση 7742,58 τμ, που περιλαμβάνει και τα επίδικα. Η αιτίαση αυτή, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία ρητά αναφέρεται στα όσα κατέθεσαν οι εξετασθέντες ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής μάρτυρες, είναι βάσιμη, γιατί από το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται "αναμφίβολο" και "καθιστάκτως βέβαιο" ότι τα επίμαχα έγγραφα και ιδιαίτερα το πρώτο από αυτά (απόφαση της Δευτεροβάθμιας) δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και δεν συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις και ιδιαίτερα τις επικαλούμενες αεροφωτογραφίες, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, για τον υφιστάμενο χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων ως δασικών ή μη και την τυχόν μετεξέλιξη τους από προϋφιστάμενη διαφορετική τους μορφή.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (πρώτος) πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔικ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνον η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.
Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σ’ αυτά κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔικ ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 2248/2014).
Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου δικαστηρίου. Η έννοια του παρεμπίπτοντος (άρθρ. 2 και 282) συνδέεται με την εξέταση και όχι με τη διάγνωση του κριθέντος ζητήματος.
Δηλαδή ο "παρεμπίπτων έλεγχος" έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν ως άκυρη κλπ, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντεύθεν δε δεν παράγεται δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, καθόσον χωρίς να ερευνήσει, όπως είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔικ, το κύρος και τη νομιμότητα της εκδοθείσας κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου νόμου, υπ’ αριθμ.
…/31.3.2004, απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, δεν την έλαβε υπόψη, ενώ η ουσιαστική κρίση της, κατά την οποία το μεγαλύτερο και περιλαμβάνον και τα επίδικα εδαφοτεμάχια ακίνητο, ήταν δασικό, ήταν δεσμευτική. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ως προς την υφιστάμενη κατάσταση των επιδίκων και την τυχόν μετεξέλιξή τους από προηγούμενη διαφορετική κατάσταση ενόψει των επικαλουμένων στην προσβαλλομένη αεροφωτογραφιών του 1945 και του 1960 και προγενέστερων της ισχύος του ΑΚ τίτλων (άρθρ. 12 Ν. 3208/2003), δεν έλαβε υπόψη την απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 990/1979, με την οποία έγινε δεκτή έφεση κατά της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, που είχε εκδοθεί επί αντιρρήσεως των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθμ. .../7.8.2001 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καβάλας, ενώ όφειλε ως προς τον χαρακτηρισμό της έκτασης και όχι ως προς το ζήτημα της κυριότητάς της ή της διαχείρισής της (ΣτΕ 5012/2013) να την λάβει υπόψη, εφόσον κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔικ, δεν είχε κρίνει ότι αυτή έπασχε ως προς τις προϋποθέσεις και το έγκυρο της εκδόσεώς της ώστε να μην λαμβάνεται υπόψη, ενώ ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλειόταν από το ότι η απόφαση αυτή λόγω παρελεύσεως της οικείας προθεσμίας προσφυγής στο ΣτΕ είχε καταστεί απρόσβλητη με αίτηση ακυρώσεως.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/21.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 29/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θράκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ