Legislator Case Law & Legislation
596/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on special allowance, citing lack of legal basis and non-binding prior decisions.

Case Number 596/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Multi-member District Court's rejection of their claim for a specific allowance. The appellants argued that the lower court failed to recognize binding precedent and lacked a legal foundation for its ruling. The court rejected these claims, stating that the specific allowance was abolished by new legislation and that the appellants' request did not match the statutory requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that failure to consider binding precedent or lack of legal basis do not constitute grounds for appeal against a Multi-member District Court decision on appeal from a District Court.

Keywords

AI generated
special allowance appeal admissibility binding precedent legal basis statutory abolition civil procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1169/2000
Decision 3881/2000
Decision 4054/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 596 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ειδικό επίδομα άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993. Καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-1997 αντικαταστάθηκε με το κίνητρο αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997. Έκτοτε καταβάλλεται η μεταξύ των δύο διαφορά. Η μη λήψη υπ’ όψη δεδικασμένου και η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύουν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.

Αριθμός 596/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) ... και 31) ..., κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 22ος, 23ος, 24η, 26η, 27η, 29ος, 30η και 31η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σπυρίδωνος, οι 21η και 25ος παραστάθηκαν δια του ως άνω δικηγόρου και ο 28ος δεν παραστάθηκε.

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), ως διαδόχου του "Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" (ΤΣΑΥ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιλτιάδη Καγκελάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2002 αγωγή των ήδη καλούντων και αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 320/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2509/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2191/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, η συζήτηση της από 5-6-2008 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως της 2509/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο επί της 320/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επισπεύδεται εκ νέου με την από 3-2-2010 κλήση αυτών μετά την έκδοση της 2191/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 29-9-2009, λόγω μη κλητεύσεως του ως αναιρεσείοντος αναφερόμενου Α.

Ζ., για τον οποίο δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα δικαστικής αντιπροσώπευσης ο δικηγόρος των λοιπών, Παναγιώτης Σπυρίδων. Ήδη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 1125 και 1129/6-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Μ., ακριβές αντίγραφο τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της κλήσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, προς τον ενάγοντα, εφεσίβλητο και ως αναιρεσείοντα φερόμενο Α.

Ζ., για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (22-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο αυτής της δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως.

Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, ορίσθηκε ότι "Στους δημοσιονομικούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους χορηγείται, για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης για το 1993, ποσοστό μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1 ο/οο) επί των συνολικών πραγματοποιούμενων δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του κάθε οικονομικού έτους, εξαιρουμένων των χρεωλυσίων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών τους για την κατάρτιση και εκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού.

Το προϊόν του ποσοστού αυτού βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και διάθεσή του καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών". Με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, η χορήγηση του επιδόματος αυτού επεκτάθηκε "στους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων και στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Κράτους", με τη διευκρίνιση ότι "η δαπάνη στις περιπτώσεις αυτές, πλην του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βαρύνει τους προϋπολογισμούς των ανωτέρω ΝΠΔΔ, τα δε ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των δημοσιονομικών υπαλλήλων".

Κατόπιν, με την 2054096/ 5883/0022/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 655) ρυθμίστηκε η διαδικασία καταβολής του ως άνω ποσοστιαίου επιδόματος, το οποίο αυξήθηκε διαδοχικά με υπουργικές αποφάσεις που επακολούθησαν, ώσπου με την 2037774/5654/0022/1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 442) εγκρίθηκε η "ενοποίηση των λογαριασμών της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 και των παρ.7 και 38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 222719/94, σε ενιαίο λογαριασμό με την ονομασία Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ τρίτων (ΔΙΒΕΕΤ)".

Επακολούθησε, όμως, η έκδοση του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού δημόσιας διοίκησης", που άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, με το άρθρο 10 παρ.1 και 4 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) διατηρούνται, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 9 επιδομάτων [ήτοι του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας] και τα επιδόματα ή παροχές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή [παρ.1] και β) εκτός από τα εν λόγω διατηρούμενα επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 10, καταργούνται όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές ή αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού [παρ.4].

Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ.1, 4, 6, 7 και 8 του νόμου ν. 2470/1997 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων [παρ.1], β) προκειμένου περί ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι προϋπολογισμοί των οποίων βαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, το ανωτέρω κίνητρο καταβάλλεται από τις πιστώσεις των προϋπολογισμών τους και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό [παρ.4], γ) το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, πλην ασφαλιστικών εισφορών και βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονται τα καταργούμενα με την παρ.4 του άρθρου 10 του νόμου ν. 2470/1997 επιδόματα με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας ή αυξημένης ευθύνης, οι δε λεπτομέρειες για τη διαδικασία και τον τρόπο απόδοσης στον Κρατικό Προϋπολογισμό ή στους οικείους προϋπολογισμούς των ΝΠΔΔ, που επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, των ποσών του κινήτρου απόδοσης από τους οικείους λογαριασμούς εκτός προϋπολογισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και προκειμένου περί των αναφερομένων στη διάταξη αυτή υπαλλήλων το ανωτέρω κίνητρο βαρύνει τους λογαριασμούς και πιστώσεις που αναφέρονται σε αυτή [παρ.6], δ) τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών, μέχρι δε την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού [παρ.7] και ε) στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου [δηλαδή της παρ.7 του άρθρου 13 του νόμου ν. 2470/1997] εμπίπτει κάθε παροχή από οποιονδήποτε ειδικό λογαριασμό, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης των εσόδων του, μεταξύ των οποίων και τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις, μεταξύ άλλων, της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 (ΔΙΒΕΕΤ), της παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 και της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 [παρ. 8].

Από όσα ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2470/1997, οι οποίες, αν και καταργήθηκαν από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ", ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997 για το ενιαίο μισθολόγιο, καταργήθηκαν, πλην των αναφερομένων ρητώς στις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 παρ.1 αυτού, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής.

Μεταξύ των καταργηθέντων επιδομάτων ήταν και το προβλεπόμενο από την παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, που είχε το χαρακτήρα κινήτρου αποδοτικότητας, διότι δεν προβλεπόταν ρητά η χορήγηση του. Αντί του επιδόματος αυτού, όπως και άλλων που επιτελούσαν παρεμφερείς σκοπούς και καταργήθηκαν, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997, χορηγήθηκε μηνιαίως για την αύξηση της απόδοσης των υπαλλήλων κλπ το κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου αυτού χρηματικό ποσό, ως κίνητρο αποδοτικότητας, το οποίο βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονταν τα καταργηθέντα με την παρ.4 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997 επιδόματα.

Απλώς, ορίσθηκε ότι, για να μη μειωθούν οι μέχρι τότε (31-12-1996) καταβαλλόμενες αποδοχές των δικαιούχων και έως ότου εκδοθούν οι ρυθμιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου.

Η γενόμενη ρύθμιση, δηλαδή, είχε την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος υψηλοτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (πρβλ. ΟλΑΠ 10/2002). Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης που δικαιούνταν τις πιο πάνω παροχές είχαν, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, αξίωση όχι για τις παροχές αυτές καθ' εαυτές, αλλά μόνο για την προκύπτουσα μεταξύ αυτών και του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου διαφορά.

Εξ άλλου, ο από το άρθρο 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Αντίθετα, στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται ούτε ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 περ.

α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ούτε ο από τη διάταξη του αρ.19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι, τυχόν προβληθέντες, κρίνονται απαράδεκτοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27-6-2002 [ημερομηνία κατάθεσης] αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταρτισθείσες προ του έτους 1997 με το [τότε] εναγόμενο "Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών", διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο και ισχυριζόμενοι ότι έχουν βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους υπαλλήλους που συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και της καταβολής ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, να λάβουν και αυτοί το ειδικό επίδομα του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, στον καθένα από αυτούς το αναλογούν ποσό εκ της αιτίας αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1-12-1998 έως 30-10-2000.

Προς επίρρωση, μάλιστα, της βασιμότητας της αγωγής, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν το δεδικασμένο από την έκδοση των 1169/2000, 3881/2000 και 5054/2000 αμετάκλητων αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' έφεση και επιδίκασαν στους ίδιους το αιτούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της 320/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι η από 27-6-2002 αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι "η χορήγηση του αιτούμενου ειδικού επιδόματος που προβλεπόταν από το άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997, ο οποίος ίσχυσε από 1-1-1997 και, έκτοτε, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης, με τους οποίους οι ενάγοντες είναι εξομοιωμένοι μισθολογικά και βαθμολογικά, δεν το λαμβάνουν (ενώ λαμβάνουν το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997, για την καταβολή του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχο αγωγικό αίτημα), αφού τούτο (ειδικό επίδομα), δεν συμπεριελήφθη στα διατηρούμενα από το άρθρο 10 παρ.1 του ως άνω νόμου επιδόματα και ως εκ τούτου, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται από την εξαίρεση αυτή".

Και περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παρήγαγαν οι ως άνω 1169/2000, 3881/2000 και 4054/2000 τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου, διότι είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτές είχαν εκδοθεί, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, στον οποίο, μεταξύ άλλων, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, όπως οι ενάγοντες.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του Ταμείου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τα όσα δέχθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την αγωγή ζητείτο η επιδίκαση του ειδικού επιδόματος του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και όχι η διαφορά μεταξύ αυτού και του κινήτρου αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/ 1997.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις του ιδίου και αφ' ετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν στοιχειοθετούν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (ΚΠολΔ 560).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 2509/ 2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ