Supreme Court dismisses appeal on grounds that private vocational training centers are not public schools entitled to teacher allowances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Athens Court of Appeal's decision denying teacher allowances to employees of a private vocational center. The plaintiffs argued they were public school teachers, but the court found the center was under the Ministry of Health, not Education, and served therapeutic rather than educational purposes. Consequently, the court ruled the employees did not meet the legal criteria for public school benefits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 325 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: A res judicata exists only when the same right or legal relationship is re-litigated between the same parties regarding the same object and cause; an appeal is inadmissible if the lower court correctly applied laws and did not overlook material facts affecting the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 596 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 596/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2)......, 3)......., 4)......., 5)........, 6)......, 7)........, 8)......., 9)........, 10)........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπουτσή. Του αναιρεσίβλητου : Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Λουβερδή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 142/2002 του ίδιου δικαστηρίου και 2129/2003 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1333/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7660/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/3/2006 αίτησή τους και τους από 5/2/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 5/3/2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 325 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπάρχει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί το ίδιο δικαίωμα ή η ίδια έννομη σχέση, μεταξύ των ίδιων προσώπων και με την ίδια ιδιότητα αυτών και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγμα τα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο ήταν επουσιώδης, δηλαδή δεν έχει καμιά επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, ως τέτοιος δε θεωρείται ο μη νόμιμος, ο αόριστος ή ο αλυσιτελής. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση των αγωγικών αιτημάτων τους να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσίβλητο είναι υποχρεωμένο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με ωράριο εκπαιδευτικού προσωπικού ειδικής αγωγής και ως τέτοιο να τους αντιμετωπίζει και περαιτέρω να υποχρεωθεί να τους καταβάλει για το επίδικο διάστημα τα αναφερόμενα ποσά ως επίδομα διδακτικών τριμήνων κλπ.
ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους και επανέφεραν με την ασκηθείσα στο Εφετείο αντέφεσή τους, ότι με τις με αριθμ. 1418/1997 και 625/1998 αποφάσεις του Αρείου Πάγου έχει κριθεί κατά τρόπο αμετάκλητο ότι το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) αποτελεί Μονάδα Ειδικής Αγωγής και Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και ότι σ' αυτό, τόσον στις μονάδες των Αθηνών, όσον και στις επαρχιακές, παρέχεται ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση σε άτομα ηλικίας από 6 έως 25 ετών, που παρουσιάζουν νοητική καθυστέρηση και άλλες ψυχικές νόσους και συναισθηματικές αναστολές, αλλά και δυσκολίες στη μάθηση και ότι όλο το προσωπικό που υπηρετεί σ' αυτό είναι ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και στο οποίο χορηγείται το επίδομα δυσμενών συνθηκών, που προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 35 του Ν. 1566/1985, ως εκ τούτου δε παρήχθη δεδικασμένο όσον αφορά το θέμα που εκρίθη που είναι η αναγνώριση του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής ως Μονάδας ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, το δε προσωπικό στο σύνολο του είναι ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό.
Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι αόριστος αφού δεν εκτίθεται με αυτόν ότι οι επικαλούμενες αποφάσεις εκδόθηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου επί διαφοράς αυτών με την αυτή, ως εν προκειμένω, ιστορική και νομική αιτία. Επομένως, το Εφετείο, που δεν τον έλαβε υπόψη, αφού ως αόριστος, ήταν επουσιώδης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" υπό το κεφάλαιο Ι "ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ": 1. Στα άτομα που έχουν ειδικές ανάγκες παρέχεται ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία στα πλαίσια των σκοπών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης επιδιώκει ιδιαίτερα:
α) την ολόπλευρη και αποτελεσματική ανάπτυξη και αξιοποίηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων τους, β) την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία, γ) την αλληλοαποδοχή τους με το κοινωνικό σύνολο ..... 2. Άτομα με ειδικές ανάγκες θεωρούνται, κατά την έννοια αυτού του νόμου, τα πρόσωπα τα οποία από οργανικά, ψυχικά ή κοινωνικά αίτια παρουσιάζουν καθυστερήσεις, αναπηρίες ή διαταραχές στη γενικότερη ψυχοσωματική κατάσταση ή στις επιμέρους λειτουργίες τους .... 3.
Η ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν από το κράτος σε δημόσια σχολεία ..... 4. Η ειδική αγωγή και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές ανάγκες παρέχεται: α) σε κανονικά σχολεία, β) ............. γ) .......... ε) ...........
στ) ............. σε οποιονδήποτε χρόνο και χώρο εκτός της οικογένειας, ιδίως σε θεραπευτήρια χρόνιων παθήσεων ή θεραπευτήρια καταστήματα ανηλίκων, όπου τα νήπια, τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν για οποιονδήποτε λόγο ειδικές συνθήκες διαβίωσης .......... 5. Η ίδρυση, η προαγωγή, η κατάργηση, ο υποβιβασμός και η συγχώνευση ειδικών σχολείων και άλλων μονάδων ειδικής αγωγής και η ανάλογη αύξηση ή μείωση των οργανικών θέσεων προσωπικού γίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του συναρμόδιου σε κάθε περίπτωση Υπουργού, καθώς και του Υπουργού Οικονομικών, όταν πρόκειται για αύξηση οργανικών θέσεων προσωπικού.
Οι θέσεις προσωπικού που συνιστώνται προσαυξάνουν τις οικείες θέσεις κατά κατηγορίες και κλάδους που προβλέπονται από αυτόν το νόμο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του επόμενου άρθρου 34 του ίδιου Νόμου: 1. Αποκλειστικός φορέας για κάθε θέμα που αναφέρεται στην ειδική αγωγή και την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση είναι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 3.
Μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, που ανήκουν στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία άλλων υπουργείων και οργανισμών και λειτουργούν είτε ως δημόσια σχολεία είτε ως σχολεία νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου είτε ως ιδιωτικά σχολεία, υπάγονται εφεξής στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 4.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να μετατρέπονται σε δημόσιες σχολικές μονάδες τα ειδικά σχολεία ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή φυσικά πρόσωπα. Η μετατροπή γίνεται είτε ύστερα από αίτησή τους και εξαγορά της περιουσίας τους είτε με σύγχρονη αναγκαστική απαλλοτρίωση ....... 5.
Οι εκπαιδευτικοί και το λοιπό προσωπικό των μονάδων της παραγράφου 3, εφόσον έχουν την ιδιότητα του μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου, εντάσσονται με το βαθμό που κατέχουν στις θέσεις προσωπικού που συνιστώνται με το νόμο αυτόν για την ειδική αγωγή και την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση. Όσοι έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου διατηρούν την ιδιότητά τους αυτή.
Οι λοιποί εξακολουθούν να υπηρετούν με την ιδιότητα που έχουν. Όσοι υπηρετούν σε σχολικές μονάδες που μετατρέπονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 προσλαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στις δημόσιες σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 62. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 35 του ίδιου Νόμου: 1. Οι θέσεις που εκπαιδευτικού προσωπικού των δημόσιων μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης περιλαμβάνονται στο σύνολο των οργανικών θέσεων προσωπικού, κατά βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως προβλέπονται στα άρθρα 12 παρ. 4, 13 παρ. 4 και 14 παρ. 4. 2.
Για την στελέχωση των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά περίπτωση. Συνιστώνται επί πλέον κατά κλάδους οι εξής θέσεις προσωπικού: Α. Ειδικό προσωπικό: Κλάδος ΑΤ 19 θεραπευτών του λόγου θέσεις 10.
Κλάδος ΑΤ 20 Επαγγελματικών Συμβούλων θέσεις 1. Κλάδος ΑΤ 21 ψυχολόγων θέσεις 50. Κλάδος ΑΡ 2 Κλάδος ΑΡ 3 θεραπευτών του λόγου θέσεις 10. Κλάδος ΑΡ 4 Επαγγελματικών Συμβούλων θέσεις 1. Κλάδος ΑΡ 5 φυσικοθεραπευτών θέσεις 15. Κλάδος Κοινωνικών Λειτουργών θέσεις 60. Σύνολο θέσεων 202 Β'. Διοικητικό προσωπικό: Κλάδος ΜΕ 1 θέσεις του ειδικού προσωπικού κατατάσσονται στους βαθμούς Α', Β' και Γ' και είναι σε κάθε κατηγορία και κλάδο οργανικά ενιαίες. 3.
Η κατανομή και ανακατανομή των θέσεων στα σχολεία ειδικής αγωγής και επαγγελματικής εκπαίδευσης γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ........... 5. Οι διατάξεις που ισχύουν για το εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων ιδιωτικής εκπαίδευσης εφαρμόζονται αναλόγως και στο εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. 6.
Στο προσωπικό που υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης καταβάλλεται κατά μήνα και για όλο το έτος επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας ίσο με το 30% των μηνιαίων αποδοχών του κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου του εισαγωγικού βαθμού κάθε κλάδου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών συνιστώνται θέσεις εκπαιδευτικού και λοιπού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τις οποίες καταλαμβάνει το αντίστοιχο προσωπικό των σχολείων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, που μετατρέπονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 4 και 5 και ρυθμίζονται θέματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της παρ.
αυτής. 8. Τα ειδικά προσόντα του ειδικού προσωπικού ορίζονται κατά κλάδους ως εξής: α) του Κλάδου ΑΤ 19 θεραπευτών του λόγου.... β) ........., γ) ............. 13. α)............, β) Η πλήρωση των θέσεων του ειδικού προσωπικού γίνεται ύστερα από προκήρυξη του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και επιλογή των διοριστέων από το κεντρικό υπηρεσιακό συμβούλιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Αν δεν είναι δυνατή η πλήρωση των θέσεων με μόνιμο προσωπικό, συνιστώνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, για όσο χρόνο θα μείνουν κενές, ισάριθμες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται και το ύψος των αποδοχών όσων προσλαμβάνονται στις θέσεις αυτές, γ) ο διορισμός του ειδικού προσωπικού γίνεται στον εισαγωγικό βαθμό Γ'.
Για τα θέματα της υπηρεσιακής του κατάστασης εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 16. Εξάλλου, στο άρθρο 33 παρ. 4 του Ν. 2009/1992 "Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "όπου στο κεφάλαιο Ι Ειδική Αγωγή του Ν. 1566/1985 αναφέρεται ειδικό προσωπικό νοείται ως ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό.
Στο προσωπικό αυτό καταβάλλονται από την ισχύ του παρόντος νόμου (ΦΕΚ 12/14.2.1992 Α' 18) οι πάσης φύσεως πρόσθετες παροχές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στο εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1824/1988 "Ρύθμιση θεμάτων εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι στους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της μέσης εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους και την υπηρεσιακή τους κατάσταση, καταβάλλεται αποζημίωση για πρόσθετη απασχόληση στην εκπαιδευτική διαδικασία για καθένα από τα τρία διδακτικά τρίμηνα του σχολικού έτους.
Η αποζημίωση αυτή είναι ίση με το ένα εβδομηκοστό (1/70) των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου του αντίστοιχου κλάδου, χωρίς επίδομα οικογενειακών βαρών, για κάθε ώρα πρόσθετης απασχόλησης και παρέχεται για είκοσι ώρες απασχόλησης για κάθε διδακτικό τρίμηνο". Επίσης, με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1810/1988 καταβάλλεται στο εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας (και της πρωτοβάθμιας) εκπαίδευσης επίδομα για την προμήθεια διδακτικών βιβλίων (επίδομα βιβλιοθήκης).
Τέλος, από 1.1.1997 με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 2470/1997 τα παραπάνω επιδόματα αντικαταστάθηκαν με το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι τα ανωτέρω επιδόματα διδακτικών τριμήνων και διδακτικών βιβλίων (βιβλιοθήκης) των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1824/1998 και 7 παρ. 2 του Ν. 1810/1988, αντιστοίχως, και ήδη από 1-1-1997 το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 2470/1997 δικαιούται το εκπαιδευτικό προσωπικό το οποίο υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης του άρθρου 32 του Ν. 1566/1985, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων και έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν είτε ως δημόσια σχολεία, είτε ως σχολεία ΝΠΔΔ, είτε ως σχολεία ιδιωτικά, εφόσον αυτό (προσωπικό) προέρχεται είτε από προσωπικό πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είτε ανήκει στους κλάδους και τις ειδικότητες του ειδικού προσωπικού του άρθρου 35 παρ. 2 του Ν. 1566/1985, το οποίο (τελευταίο) και μόνο με το άρθρο 33 παρ. 4 του Ν. 2009/1992 νοείται ως ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό και εξομοιώνεται με το προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξ απόψεως επιδομάτων, ωραρίου, ημερών αργίας και εορτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Το αναιρεσίβλητο (εναγόμενος-εκκαλούν) είναι ίδρυμα, που ιδρύθηκε και λειτουργεί με το Β.Δ. 146/1964 και το Ν.Δ. 572/1970, τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρ. 6 του ως άνω ν.δ.) και ήδη Υγείας και Πρόνοιας και έχει ως σκοπό την την άσκηση προληπτικής ψυχικής υγιεινής επί ανηλίκων και των γονέων τους, καθώς και επί μελών κοινωνικών ομάδων, τα οποία εμφανίζουν ειδική ανάγκη προς τούτο και την τήρηση στατιστικών στοιχείων επί θεμάτων ψυχικής υγιεινής για επιστημονική εκμετάλλευση και αξιοποίηση, την έρευνα των προβλημάτων της ψυχικής υγιεινής και την εφαρμογή και διάδοση των αρχών της, σύμφωνα με μεθόδους προσαρμοσμένες στις ελληνικές συνθήκες.
Για όλο το προσωπικό του υπάρχει συμβατική αντιστοιχία κλιμακίων και μισθολογίου, με αυτό των δημοσίων υπαλλήλων. Το αναιρεσίβλητο, για την ευχερέστερη επίτευξη του σκοπού του, έχει ιδρύσει διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και το παράρτημα του στο Αιγάλεω, στο οποίο λειτουργούν τρεις υπηρεσίες και συγκεκριμένα η Συμβουλευτική Υπηρεσία Ενηλίκων, η Ιατροπαιδαγωγική Υπηρεσία και η Υπηρεσία Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης, στην οποία απασχολούνται οι ενάγοντες.
Σ' αυτή είναι ενταγμένα πολυεπίπεδα εργαστήρια κατάρτισης, όπως υφαντικής, ξυλουργικής, κεραμικής, ταπητουργίας, στα οποία εκπαιδεύονται άτομα με νοητική στέρηση, ψυχικές νόσους, συναισθηματικές αναστολές και μαθησιακές δυσκολίες, ηλικίας 6 έως 25 ετών, που δέχονται τις υπηρεσίες του ιδρύματος, προς αντιμετώπιση των προβλημάτων τους, στα πλαίσια του προαναφερθέντος σκοπού του.
Οι αναιρεσείοντες προσελήφθησαν και εργάστηκαν στο ως άνω παράρτημα του αναιρεσιβλήτου κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα και ειδικότερα: Η πρώτη, κλάδου ΔΕ, από ... ως κεραμίστρια, ο δεύτερος, κλάδου ΔΕ, από....., ως εκπαιδευτικός Η/Υ, η τρίτη, κλάδου ΔΕ, από ...., ως υφάντρια, ο τέταρτος, κλάδου ΠΕ, από ....., ως εκπαιδευτικός Η/Υ, η πέμπτη, κλάδου ΔΕ, από ..., ως ταπητουργός, η έκτη, κλάδου ΔΕ, από ..., ως εκπαιδευτικός κοπτικής- ραπτικής, η έβδομη, κλάδου ΔΕ, από ..., ως εκπαιδεύτρια εργασίας γραφείου και Η/Υ, η όγδοη, κλάδου ΔΕ, από ..., ως εκπαιδευτικός κοπτικής-ραπτικής, ο ένατος, κλάδου ΔΕ, από ..., ως ξυλουργός και ο δέκατος, κλάδου ΤΕ, από ...., ως ξυλουργός.
Ούτε όμως η ως άνω Υπηρεσία Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης, αλλά ούτε και τα επί μέρους εργαστήρια της, αποτελούν ιδιωτική σχολική μονάδα, ήτοι ειδικής αγωγής του εναγομένου, με πλαίσιο ενασχόλησης αναγόμενο στην εκπαιδευτική αντιμετώπιση των προβλημάτων των ως άνω ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγιεινής, διότι ούτε αυτή αλλά ούτε και το κάθε εργαστήριο ιδρύθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις που ιδρύονται οι ιδιωτικές σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής ή ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, ούτε τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, αλλά αντίθετα τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, δεν υπηρετούν εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η δε παρεχόμενη σ' αυτήν εκπαίδευση σκοπό έχει την ανάπτυξη δεξιοτήτων, σαν μορφή ψυχοθεραπείας- εργασιοθεραπείας και όχι ως εκπαίδευση για τη μόρφωσή τους και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Κατά συνέπεια, οι αναιρεσείοντες, που απασχολούνται σ' αυτή με τις παραπάνω ειδικότητες, δεν δικαιούνται των αιτουμένων επιδομάτων, που λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ήτοι επίδομα διδακτικών τριμήνων, επίδομα προμήθειας βιβλίων, ως και επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, που αντικατέστησε τα προηγούμενα επιδόματα (ν. 2470/1997), για τα έτη 1995-2000, με βάση την σύμβαση, ούτε έχουν δικαίωμα για εξομοίωση τους με ωράριο και ημέρες των αργιών και των εορτών, που ισχύουν για τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων, μετ' απόρριψη της αντέφεσης των αναιρεσειόντων και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου απέρριψε στο σύνολο της την ένδικη αγωγή, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά ης άνω διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., εγκείμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, καθώς και των επικαλούμενων διατάξεων του Ν. 2817/2000, που δεν ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2006 αίτηση και τους από 5-2-2007 πρόσθετους λόγους των Χ1 κλπ. περί αναιρέσεως της 7660/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 20 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ