Legislator Case Law & Legislation
595/2025 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment and orders restitution of funds due to voluntary execution.

Case Number 595/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Single First Instance Court of Athens regarding a personality rights claim. The Court found that the appellant had voluntarily executed the appealed decision by paying the awarded sum of 6,965.50 euros. Consequently, the Court ordered the respondent to return the paid amount with interest and covered the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; If voluntary execution of the appealed judgment is proven, the Supreme Court must order the return of the paid sum and remand the case for further trial before a different judge.

Keywords

AI generated
voluntary execution restitution of funds remittal to court personality rights legal costs Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 9(A) of the Constitution
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 495(3), 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 595 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 595/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "COSMOTE ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "COSMOTE ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και τον διακριτικό τίτλο "COSMOTE", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βούρβαχη που ανακάλεσε την από 15/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσορμπατζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 577/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13205/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/4/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ` αριθ. 13205/28-9-2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η υπ' αρ. 577/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 8-5-2018 αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.869,40 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας αυτού, προκληθείσας από παραβίαση των προσωπικών δεδομένων του. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 Α του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει".

Σε συμμόρφωση προς την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2068/1992 και προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24ης/10/1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο νόμος Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (ΦΕΚ Α'50), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον Ν. 3471/2006 (και ακολούθως με τον Ν. 4624/2019, που ισχύει από 29.8.2019 -ΦΕΚ 137/29.8.2019- και δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω).

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).

Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ. 2)". Με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν:

α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2)".

Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ' του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται αναλογικά κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, με το επιχείρημα "από του μείζονος εις το έλασσον" (AΠ 1588/2023, ΑΠ 79/2020).

Συγκεκριμένα με το άρθρο 7 του άνω νόμου ορίζεται ότι : "Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων" (παρ.1). "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του...β).....γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου" (παρ. 2)". Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, δηλαδή η επεξεργασία των ευαίσθητων δεδομένων, μόνον κατόπιν άδειας της Αρχής, δηλαδή μετά από προληπτικό διοικητικό έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας τους, είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί.

Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας - ΑΠ 37/2024, ΑΠ 1588/2023, ΑΠ 79/2020). Στο άρθρο 7Α του Ν. 2472/1997, το οποίο έχει προστεθεί στο νόμο με την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ Α` 84), ορίζονται συναφώς τα εξής: "1.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις: α).... ε) όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη... (όπως το στοιχείο ε' αντικαταστάθηκε ως άνω με τη παρ. 1 του άρθρου 23 ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α 133/2006).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3)".

Με το άρθρο 12 παρ.1 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3)". Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη (ΑΠ 37/2023).

Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεώς τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων:

α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκαταθέσεως. Ιδιαίτερη βασική υποχρέωση αποτελεί για τον υπεύθυνο της επεξεργασίας η ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αιτήσεως, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημερώσεως με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτελέσεως της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Περαιτέρω, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκαταθέσεώς του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια` του Ν. 2472/1997 και γι` αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκαταθέσεως, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου: α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αιτήσεώς του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντιρρήσεως, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ` του Ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1479/2023, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 63/2023, ΑΠ 37/2023, ΑΠ 958/2022).

Η υποχρέωση ενημερώσεως υφίσταται, κατά την ανωτέρω διάταξη, ακόμη και στις περιπτώσεις που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ως άνω ν. 2472/1997, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση (ή οποιαδήποτε άλλη, κατ' άρθρ. 2 περ. δ' του νόμου τούτου, μορφή επεξεργασίας) των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών (ΑΠ 1588/2023 και ΣτΕ 2252/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άνω λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 6, του άρθρου 560ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 37/2023, 26/2004).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 37/2023, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 674/2020).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 και άρθρου 560ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 ε' και 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, την πρώτη με την μη εφαρμογή της ενώ ήταν εφαρμοστέα και τη δεύτερη με την εφαρμογή της ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατική αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα ως υπεύθυνη επεξεργασίας είχε νομική υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του σε δικηγορική εταιρεία πριν από τη διαβίβαση και αν λάμβανε τη ρητή συγκατάθεσή του τότε θα μπορούσε νόμιμα να προβεί στη διαβίβαση.

Aπό την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στις 12-9-2014 ο ενάγων και ήδη εκκαλών συνήψε με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, προκειμένου να συνδεθεί με το δίκτυο της εναγομένης, ώστε να μεταφέρει τηλεφωνικούς αριθμούς κινητής τηλεφωνίας στο δίκτυο της COSMOTE.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης λήφθηκαν από την εναγόμενη δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του ενάγοντος, όπως το όνομα, το επώνυμο, το όνομα του πατρός του, η ημερομηνία γέννησής του, η διεύθυνση κατοικίας του, ο ταχυδρομικός κώδικας, ο αριθμός σταθερού τηλεφώνου, ο αριθμός ταυτότητας και ο αριθμός φορολογικού του μητρώου.

Στις αρχές του έτους 2018 εξαιτίας μίας καθυστέρησης στην εξόφληση της οφειλής του ενάγοντος, η εναγόμενη ανέθεσε στη δικηγορική εταιρεία "Μ. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ" την είσπραξη του ποσού των 1.844,11 ευρώ, που η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οφείλει ο ενάγων, σε εκτέλεση της από 4-11-2015 σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της ως άνω δικηγορικής εταιρείας, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την είσπραξη, είτε με δικαστικές, είτε με εξώδικες ενέργειες των πάσης φύσεως ληξιπρόθεσμων οφειλών, διαβιβάζοντας στην ως άνω δικηγορική εταιρία τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος που έλαβε η εναγόμενη κατά την κατάρτιση της μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης σύμβασης παροχής υπηρεσιών.

Περαιτέρω, το Μάρτιο του 2018 προστηθείς υπάλληλος της ως άνω δικηγορικής εταιρείας όχλησε τηλεφωνικώς τον ενάγοντα, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής του. Το ως άνω πραγματικό περιστατικό προκάλεσε εκνευρισμό, θυμό και αναστάτωση στον ενάγοντα, καθώς τα προαναφερόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είχαν διαβιβαστεί από την εναγόμενη στην ως άνω δικηγορική εταιρεία, χωρίς να το γνωρίζει ο ενάγων, διότι δεν είχε λάβει ενημέρωση για την κατηγορία των αποδεκτών και για το σκοπό της επεξεργασίας τους κατά το στάδιο υπογραφής της σύμβασης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997, όπως είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Από τα ως άνω αναφερόμενα προκύπτει ότι η ως άνω δικηγορική εταιρεία προέβη στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της και τη χρήση αυτών, με τηλεφωνική κλήση του ενάγοντος δια του προστηθέντος υπαλλήλου της, χωρίς να έχει ενημερωθεί ο ενάγων από την εναγόμενη κατά το αρχικό στάδιο υπογραφής της σύμβασης και συλλογής των προσωπικών δεδομένων για την κατηγορία των αποδεκτών των ως άνω προσωπικών δεδομένων και για το σκοπό της επεξεργασίας.

Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η διαβίβαση των ως άνω προσωπικών δεδομένων στην ως άνω δικηγορική εταιρεία έγινε με σκοπό τη διευθέτηση της οφειλής του ενάγοντος, χωρίς η εναγόμενη να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια στηρίζοντας τον ισχυρισμό αυτό στο άρθρο 7Α του ν. 2472/1997, σύμφωνα με το οποίο οι δικηγόροι όταν τελούν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που αφορά την παροχή νομικών υπηρεσιών προς τους πελάτες τους, όπως εν προκειμένω στην εναγόμενη, απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης και λήψης άδειας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων.

Όμως, ο ως άνω ισχυρισμός αφορά τη μη διάδικο δικηγορική εταιρεία και δεν μπορεί να περιορίσει την ευθύνη της εναγόμενης ως υπεύθυνης επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος από τη μεταβίβαση τους χωρίς τη ρητή ενημέρωσή του.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η διαβίβαση των ως προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος στη δικηγορική εταιρεία έγινε, προκειμένου η τελευταία να ασκήσει κατά του ενάγοντος τα δικαιώματα της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μη απαιτείται η συγκατάθεση του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η ως άνω διαβίβαση δεν ήταν απολύτως αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων της εναγομένης και τούτο διότι η τηλεφωνική όχληση μπορούσε να πραγματοποιηθεί από υπάλληλο της ίδιας της εναγομένης προς τον ενάγοντα χωρίς τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του τελευταίου σε δικηγορική εταιρεία.

Εξάλλου, η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος στη δικηγορική εταιρεία δεν ήταν απολύτως αναγκαία για την άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος της εναγομένης ενώπιον δικαστηρίου, όπως απαιτείται για να μην απαιτείται η συγκατάθεση του ενάγοντος (.....), διότι στην περίπτωση αυτή την τηλεφωνική όχληση θα είχε ακολουθήσει η αποστολή εξώδικης δήλωσης ή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, γεγονός που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω.

Επομένως, οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και του προκάλεσαν ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγομένης κατά την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (διαβίβαση), χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης ηθικής βλάβης.

Εξάλλου, η υπαιτιότητα της εναγομένης τεκμαίρεται, καθόσον η τελευταία δεν απέδειξε ότι αγνοούσε ανυπαιτίως τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά περιστατικά, όπως έπρεπε για να απαλλαγεί από την ευθύνη της....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η εκ μέρους της εναγομένης διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος στην ως άνω δικηγορική εταιρεία δεν αποτελεί παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και κατά παραδοχή της κρινόμενης έφεσης ως βάσιμης, πρέπει να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος-εκκαλούντος ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη-εφεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα το ποσό των 5.869,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση..." Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 περ.

ε' του ιδίου νόμου, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εφαρμοστέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, αφού έλαβε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο κατά το στάδιο της συλλογής των προσωπικών δεδομένων του για τους αποδέκτες αυτών και τον σκοπό της επεξεργασίας τους, διαβίβασε στην δικηγορική εταιρεία "Μ.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσιβλήτου, αναθέτοντας σ' αυτήν την είσπραξη, είτε με δικαστικές, είτε με εξώδικες ενέργειες της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, ποσού 1.844,11 ευρώ στη συνέχεια δε, η ως άνω δικηγορική εταιρεία προέβη στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της και τη χρήση τους με τηλεφωνική κλήση του αναιρεσιβλήτου δια του προστηθέντος υπαλλήλου της, με συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 ε Ν. 2472/1997, διότι, όπως προεκτέθηκε, η αναιρεσείουσα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 3 Ν. 2472/1997, δεν ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα περί της κατηγορίας των αποδεκτών αυτών και του σκοπού της επεξεργασίας τους, ώστε να μην απαιτείται η συγκατάθεση του αναιρεσιβλήτου, όταν η επεξεργασία τους είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας.

Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 3 Ν. 2472/1997 και της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2ε του ιδίου ως άνω νόμου, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 Ν. 2472/1997. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου αυτού ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (ήδη 5.869,40 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Ο καθορισμός βέβαια με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία, υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος υποχρέωσή της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.

Όμως, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ` του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η καθιέρωση για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 5.869,40 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή έννοια αναλογική, διότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού είναι, στις περιπτώσεις ελαφρών εξ απόψεως είδους και βαρύτητας προσβολών, στις οποίες (περιπτώσεις) και αντιστοιχεί το εν λόγω κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και η υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε.

Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη ως αντισυνταγματική είναι ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (ΟλΑΠ 6/2011, ΑΠ 1588/2023, ΑΠ 252/2018).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο προσδιορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση στο ελάχιστο προβλεπόμενο ποσό των 5.869,40 ευρώ, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 Ν. 2472/1997, ενώ αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική.

Aπό την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "..... Επομένως, οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και του προκάλεσαν ηθική βλάβη............

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και ενόψει του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ, που είναι το ελάχιστο ποσό κατά το νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δρχ. ".

Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, το οποίο προσδιόρισε τη χρηματική ικανοποίηση στο πιο πάνω ελάχιστο προβλεπόμενο ποσό, ως δεσμευόμενο, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της αποφάσεώς του, συναγόμενη από την αναφορά σ` αυτήν ότι "η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ, που είναι το ελάχιστο ποσό κατά το νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δρχ." παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, ως αντισυνταγματική, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 Ν. 2472/1997, κατά το μέρος που με αυτήν καθορίζεται ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο `Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ζήτησε με τις προτάσεις που κατέθεσε στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, στις 16-2-2024, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, με την επιστροφή, με το νόμιμο τόκο, του συνολικού χρηματικού ποσού των 6.965,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο, επιδικασθέν με την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, κεφάλαιο και στους αναλογούντες τόκους, επ` αυτού, μέχρι την ημερομηνία καταβολής του, στις 23-10-2020. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 23-10-2020 αποδείξεως του αναιρεσιβλήτου, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε, αυθημερόν, στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω χρηματικό ποσό, και ο ίδιος δεν αμφισβητεί το γεγονός τούτο. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως (ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 2052/2014), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 13205/28-9-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (6.965,50), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ