Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging factual findings on insolvency grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's judgment regarding the appellants' insolvency. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding by not acknowledging their inability to pay from 2003 to 2012 and failed to account for their children's contributions. The court rejected these claims as inadmissible because they merely reiterate the appellants' own substantive arguments rather than presenting new legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging factual findings or re-stating substantive arguments without new legal grounds are inadmissible as they improperly attack the unreviewable judgment of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 595/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Φ. του Π. και 2) Β. συζ. Α. Φ., το γένος Π. Χ., κατοίκων ...ς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. B. Α.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ.
Τ. Τ. Ε. Α.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. - Α. B. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε.
Τ. Τ. Ε. Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία "I. H. 2 «D., που εδρεύει στο ..., στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι οφειλές από την «Ε. Τ. Τ. Ε. «Α. και η οποία ανέθεσε στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων "Q. M. S. «Α., που εδρεύει στο ..., τη διαχείριση των δανειακών λογαριασμών και των οφειλών κατόπιν αδείας που έλαβε από την Τράπεζα της Ελλάδος, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A.
B. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. E. E. AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία "H. B I. D. A. «C. (Η.), που εδρεύει στo ..., στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι οφειλές από την "Ε. E. E. AE" και η οποία ανέθεσε στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων "..., που εδρεύει στην Αθήνα, τη διαχείριση των δανειακών λογαριασμών και των οφειλών κατόπιν αδείας που έλαβε από την Τράπεζα της Ελλάδος, 7) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) εταιρείας με την επωνυμία "...., που εδρεύει στο ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε.
Τ. Τ. Ε. «Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/ΕΜ/2019 μη οριστική και 144/ΕΜ//2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ν.. Δ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 16-03-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 130/ΑΝΡ/23-10-2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (07-10-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (07-10-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 16-03-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/23-10-2020, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 144/ΕΜ/2019 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της έκτης και έβδομης των εφεσίβλητων και ήδη έκτης και της έβδομης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν, κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα ή πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ή η αίτηση αναίρεση πλήττει την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 927/2017, 741/2013, ΑΠ 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Εξάλλου, η παρέμβαση που ασκείται από τις εταιρίες διαχείρισης μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, έχει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 83 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εταιρίας διαχείρισης να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 402/2021, ΑΠ 883/2021).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά, κατ' άρθρο 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., απευθύνεται και κατά της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «Q. M. S. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", η οποία άσκησε ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια και αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «A.
H. D. A. «C. και αυτής ως ειδικής διαδόχου της τέταρτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..».
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω και εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [ και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 19-06-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας στις 17-07-2015, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 59/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 1486/2022).
Εξάλλου, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 438/2019).
Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά, που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 144/ΕΜ/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες - νυν εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι σύζυγοι έχουν δε αποκτήσει τρία ενήλικα πλέον τέκνα γεννηθέντα τα έτη 1983 και 1986 αντίστοιχα.
Ο πρώτος αιτών μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος (τεχνίτης επιπλοποιός) σε εργοστάσιο επιπλοποιίας, έκτοτε δε είναι άνεργος. Το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε το οικονομικό έτος 2004 στο ποσό των 2.622,38 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005 στο ποσό των 3.472,68 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 4.493,02 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 5.429,92 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 5.049,27 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 7.964,29 ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό των 7.388,06 ευρώ, το έτος 2011 στο ποσό των 6.885,76 ευρώ, το έτος 2012 στο ποσό των 1.383,47 ευρώ, το έτος 2013 στο ποσό των 1.140 ευρώ, ενώ για τα έτη 2014, 2015 και 2016 όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων οικονομικών ετών τα εισοδήματά του ήταν σχεδόν μηδενικά.
Η δεύτερη αιτούσα αντίστοιχα αποκόμισε από την εργασία της για το οικονομικό έτος 2004 το ποσό των 830,44 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005 το ποσό των 714,68 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 το ποσό των 1.378,60 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 το ποσό των 1.955,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 δήλωσε μηδενικό εισόδημα, ενώ το οικονομικό έτος 2009 δήλωσε εισόδημα προερχόμενο από γεωργικές επιχειρήσεις το ποσό των 1.196,00 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 1.196,00 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό των 1.196,00 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 1.076,40 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 142 ευρώ, ενώ για τα έτη 2014, 2015 και 2016 και το δικό της εισόδημα εμφανίζεται μηδενικό.
Άλλη πηγή εισοδήματος δεν προέκυψε ότι είχαν οι εκκαλούντες. Περαιτέρω ο πρώτος εξ αυτών είναι κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 300,00 τ.μ. περίπου με την επ' αυτού διώροφη μεζονέτα, εμβαδού 224 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Διαβατού Ημαθίας, την οποία χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του. Επίσης οι αιτούντες έχουν στη συγκυριότητά τους, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία ήδη με την κοινοποίηση της αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010 ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποιήσεως της αιτήσεως, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3869/2010).
Συγκεκριμένα ο πρώτος αιτών όφειλε στην τράπεζα Πειραιώς (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) τα εξής ποσά: α) για καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 6.232,18 ευρώ β) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 3.078,72 ευρώ γ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.560,45 ευρώ δ) για καταναλωτικό δάνειο που έλαβε από την τράπεζα MILLENIUM στη θέση της οποίας υπεισήλθε η τράπεζα Πειραιώς (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 17.276,45 ευρώ ε) για στεγαστικό δάνειο που έλαβε από την ως άνω τράπεζα το ποσό των 142.967,77 ευρώ στ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 10.238,06 ευρώ και ζ) σύμφωνα με τον υπ' αριθμ.
…. λογαριασμό εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο 328,51 ευρώ. Στην Γενική Τράπεζα (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) όφειλε για πιστωτική κάρτα το ποσό των 4.897,48 ευρώ. Στην Εθνική τράπεζα (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) όφειλε τα εξής ποσά α) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 10.784,77 ευρώ β) για καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 24.017,13 ευρώ γ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 2.959,31 ευρώ δ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 14.292,09 ευρώ.
Στην Alpha Bank (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) όφειλε τα εξής ποσά α) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 7.235,66 ευρώ β) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 10.279,50 ευρώ γ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 3.122,95 ευρώ. Στην τράπεζα Eurobank Ergasias (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη) όφειλε τα εξής ποσά α) για καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 11.127,28 ευρώ β) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.210,03 ευρώ γ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 9.308,41 ευρώ.
Στο δε Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο) όφειλε για πιστωτική κάρτα το ποσό των 3.311,66 ευρώ και για πιστωτική κάρτα το ποσό των 6.284,84 ευρώ, συνολικά δε το ύψος των οφειλών του ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής του στο ποσό των 290.513,18 ευρώ. Αντίστοιχα η δεύτερη εξ αυτών όφειλε στην τράπεζα Πειραιώς (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) τα εξής ποσά:
α) για καταναλωτικό δάνειο στο οποίο συμβλήθηκε με την ιδιότητα της εγγυήτριας με την τράπεζα MILLENIUM στη θέση της οποίας υπεισήλθε η τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 17.276,45 ευρώ β) για στεγαστικό δάνειο στο οποίο συμβλήθηκε με την ιδιότητα της εγγυήτριας με την ως άνω τράπεζα το ποσό των 142.967,77 ευρώ. Στην Εθνική τράπεζα (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) όφειλε ως πρόσθετο μέλος για πιστωτική κάρτα το ποσό των 14.292,09 ευρώ.
Στην Alpha Bank (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) όφειλε τα εξής ποσά α) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 5.788,77 ευρώ β) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 2.658,91. Στην τράπεζα Eurobank Ergasias (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη) όφειλε τα εξής ποσά α) για καταναλωτικό δάνειο το ποσό των 12.174,07 ευρώ β) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 1.551,93 ευρώ γ) για πιστωτική κάρτα το ποσό των 5.374,21 ευρώ.
Συνολικά δε το ύψος των οφειλών της ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής της στο ποσό των 202.084,20 ευρώ. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι ανάγκες διαβίωσης των αιτούντων και της οικογένειάς τους, στις οποίες περιλαμβάνονται ενδεικτικά τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση και υπόδηση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και έξοδα μετακίνησης, ανέρχονται με βάση τις συνθήκες ζωής τους, την ηλικία τους, τον προσδιορισμό αυτών από τους ίδιους με την ένδικη αίτηση στο ποσό των 700,00 ευρώ μηνιαίως.
Περαιτέρω από το σύνολο των εγγράφων που αφορούν την εισοδηματική τους κατάσταση, σε συνδυασμό με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, καθίσταται φανερό ότι τα μηνιαία εισοδήματα εκάστου των αιτούντων, όπως αυτά εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, τα οποία ανέκαθεν κυμαίνονταν σε χαμηλά επίπεδα, ποτέ δεν θα τους επέτρεπαν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών συμβάσεων.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αιτών ελάμβανε μηνιαίως τουλάχιστον το ποσό των 1.200 ευρώ από την εργασία του μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2011. Τουναντίον προέκυψε ότι υπήρξαν συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις μέχρι το έτος 2011 ένεκα της συνδρομής και των τέκνων τους, ιδίως στο στεγαστικό δάνειο που έλαβαν το οποίο και αποτελεί την μεγαλύτερη οφειλή τους, ενώ μετά το ως άνω χρονικό διάστημα μειώθηκαν τα εισοδήματα τόσο του υιού τους Π.
Φ., όσο και της θυγατέρας τους Π. Φ., γεγονός που οι ίδιοι συνομολογούν στην αίτησή τους. Ωστόσο ο εν λόγω ισχυρισμός ότι δηλαδή η αδυναμία πληρωμών των δανειακών τους υποχρεώσεων οφείλεται στις περικοπές του μισθού του υιού τους και στην ανεργία της θυγατέρας τους αλυσιτελώς προβάλλεται διότι πρόκειται για τρίτα πρόσωπα των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα δεν ενδιαφέρει διότι δεν αποτελούν τους δανειολήπτες των επίμαχων τραπεζικών προϊόντων.
Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η διαδικασία του ν. 3869/2010 είναι αυστηρά προσωποπαγής, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης, όσο και ως προς τις συνέπειες αυτών, επομένως και η αντιμετώπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή είναι διαφορετική και εξατομικευμένη. Σχετικά δε με την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων, πλην του στεγαστικού δανείου που έλαβε ο πρώτος αιτών με εγγυήτρια την δεύτερη και αναλήφθηκαν για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειας των αιτούντων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλα τα υπόλοιπα αφορούν απαιτήσεις εκ καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών.
Οι αιτούντες λοιπόν προέβησαν σε δανεισμό ο οποίος συνεπαγόταν συνολική μηνιαία δόση, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το μηνιαίο τους εισόδημα, κι έτσι εν γνώσει τους επιδείνωσαν την οικονομική τους θέση. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε λοιπόν ότι οι αιτούντες δεν μετέβησαν από μια κατάσταση δυνατότητας πληρωμής των χρεών τους σε μια κατάσταση αδυναμίας και ως εκ τούτου δεν συντρέχει στο πρόσωπο τους η προϋπόθεση της "περιέλευσής" τους σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, δεχόμενο ότι οι αιτούντες είναι υπαίτιοι της περιέλευσής τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, διότι προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα σχετικά με την ορθή εκτίμηση του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν υπόψη του και οι σχετικοί λόγοι έφεσης καθώς και οι λόγοι των προσθέτων λόγων έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι [...].Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση έφεση...".
Από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι τα αναφερόμενα μηνιαία εισοδήματα καθενός των αιτούντων, "ανέκαθεν" κυμαίνονταν σε χαμηλά επίπεδα, τα οποία "ποτέ" δεν θα τους επέτρεπαν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους συμβάσεων και ότι προέβησαν σε δανεισμό, ο οποίος συνεπαγόταν συνολική μηνιαία δόση, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το μηνιαίο τους εισόδημα, και έτσι "εν γνώσει τους'' επιδείνωσαν την οικονομική τους θέση, συνάγεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε υπαιτιότητα των αιτούντων και δη με τη μορφή του άμεσου ("εν γνώσει") αρχικού δόλου, ως προς την αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 08-03-2015 έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων και τους από 23-01-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, κατά της υπ' αριθμ. 252/2016 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, το οποίο είχε κρίνει ότι οι αιτούντες περιήλθαν από υπαιτιότητά τους, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των δανειακών τους υποχρεώσεων και έτσι είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 19-06-2015 αίτησή τους για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Ήδη, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., καθόσον, όπως ισχυρίζονται, αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι εν λόγω διατάξεις σε ό,τι αφορά την προταθείσα από τις πιστώτριες τράπεζες ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, γιατί αυτές δεν ανέφεραν τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και δη των προτάσεων των παρακάτω αναφερόμενων αναιρεσίβλητων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Α] η τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία «Τ. Π. Α..Ε.. [παριστάμενη ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για την ίδια, αλλά και ως καθολική διάδοχος των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες «Τ.
M. B. A..E.. και «Γ. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..»]., πρότεινε την ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, αναφέροντας στις προτάσεις της, κατά το μέρος που αφορούν την εν λόγω ένσταση: α) ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα εξής: "... - ΕΝΣΤΑΣΗ ΔΟΛΟΥ....ο μεν πρώτος των αιτούντων έχει λάβει δάνεια συνολικού ύψους 290.513,18 ευρώ, η δε δεύτερη συνολικού ύψους 202.084,20 ευρώ.
Οι αιτούντες αιτήθηκαν δάνεια από την πρώην Millenium bank το 2007, όταν η αιτούσα εργαζόταν περιστασιακά σαν εποχική εργάτρια χωρίς να αναφέρει σκοπίμως τα εισοδήματά της και ένα χρόνο μετά (2008) μένει άνεργη σε ηλικία 43 ετών, χωρίς να αναφέρει για ποιο λόγο. Ο αιτών αναφέρει ότι εργαζόταν έως το 2011 ως ιδιωτικός υπάλληλος σε επιπλοποιία χωρίς ομοίως να αναφέρει σκοπίμως την ακριβή ειδικότητά του και το εισόδημα που αποκόμιζε από την εργασία του και για ποιο λόγο σταμάτησε.
Όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αιτούντων του 2005, 2006 οι αιτούντες είχαν ετήσιο εισόδημα 3.472,68 και 4.493,02 ευρώ αντίστοιχα για τον πρώτο και 714,68 και 1.378, 60 ευρώ, για τη δεύτερη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι αιτούντες, οι οποίοι επικαλούνται μόνιμη αδυναμία λόγω μείωσης εισοδήματος, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς όλους τους πιστωτές και τις δαπάνες διαβίωσής τους ούτε κατά το χρόνο λήψης των δανείων με τα πενιχρά τους εισοδήματα....Επίσης στην κρινόμενη αίτηση δεν προκύπτει η πηγή από την οποία οι αιτούντες εξασφάλιζαν τα ποσά που κατέβαλαν προς τους πιστωτές τους από το έτος 2007 (χρόνος λήψης των δανείων) όσο και τα ποσά για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης τους όλα αυτά τα έτη....Οι αιτούντες ....
περιήλθαν στην κατάσταση αυτή με δόλο, διότι προέβησαν σε ενέργειες που γνώριζαν ότι θα είχαν ως συνέπεια την αδυναμία τους να ικανοποιήσουν τους πιστωτές τους και ειδικότερα επειδή διαβίωναν κατά τρόπο δυσανάλογα πολυτελή για τις οικονομικές τους δυνατότητες και προέβησαν στη σύναψη δανείων, γνωρίζοντας την αδυναμία πληρωμής του, αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις των οποίων η εξυπηρέτηση ήταν επισφαλής με σκοπό να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου που επέτρεπε το εισόδημά του" και β) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τα εξής: "η Τράπεζά μας πρότεινε παραδεκτά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου μας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται πληρέστερα στις έγγραφες προτάσεις της, μεταξύ των άλλων, την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής, με τον ισχυρισμό ότι προέβησαν σε αλόγιστο και υπέρμετρο δανεισμό παρότι γνώριζαν την αδυναμία τους να εξοφλήσουν τα δάνεια με βάση την οικονομική τους δυνατότητα και έτσι περιέφεραν τον εαυτό τους σε κατάσταση υπερχρέωσης.....
ο αιτών μέχρι τον Ιανουάριο του 2011 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος σε εργοστάσιο επιπλοποιίας με ετήσιο δηλωθέν εισόδημα κατά τα κρίσιμα έτη κύριας δανειοδότησης 2004, 2005 και 2007, ποσού 3.472,68 €, 4.493,02 € και 5.318,01 € αντίστοιχα, ενώ από την απόλυσή του παραμένει μέχρι σήμερα άνεργος.... η δε αιτούσα περιστασιακά σε διαλογητήρια φρούτων έως το 2008 χωρίς να αποκομίζει αξιόλογα εισοδήματα ανερχόμενου του δηλωθέντος εισοδήματός της κατά τα ίδια έτη σε ποσό 714,68 €, 1.378, 60 € και σε μηδενικό αντίστοιχα....
καθίσταται δε σαφές ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο των αιτούντων και η μόνιμη αδυναμία πληρωμής υπήρξε εξ ορισμού από το χρόνο ήδη της ανάληψης των δανεικών υποχρεώσεών τους και τούτο διότι ενώ γνώριζαν ότι διέθεταν ο μεν αιτών περιορισμένα, η δε αιτούσα ελάχιστα έως μηδενικά εισοδήματα, τα οποία δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, προέβησαν σε συνεχή δανεισμό.....
Ωστόσο η καταβλητέα δόση τους έναντι του συνόλου των οφειλών τους, αθροίζοντας τα επιμέρους ποσά των μηνιαίων καταβολών...υπολογίζεται σε ύψος περί τα 3.320 € το μήνα , ποσό το οποίο προφανώς δεν μπορούσε να καλυφθεί ούτε και με τα επικαλούμενα ανωτέρω μεγαλύτερα εισοδήματα των αιτούντων, συμπεριλαμβανομένων και των τέκνων τους, όσο ακόμα εργάζονταν πολλώ δε μάλλον μετά την απώλεια της εργασίας τους, δεδομένων και των εξόδων διαβίωσής τους...".
Β] Η τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. πρότεινε την ανωτέρω ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, αναφέροντας, κατά το μέρος που αφορούν την εν λόγω ένσταση, στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τα εξής: "Για τον πρώτο των αντιδίκων:
Ο αντίδικος συνήψε με την τράπεζά μας τις εξής συμβάσεις πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων: Α)καταναλωτικό δάνειο με αρ. λογαριασμού... με ημερομηνία χορήγησης την 4-3-2013, που έχει καταγγελθεί, με οφειλή την 30-7-2015, 34.658,64 ευρώ, Β) πιστωτική κάρτα με αρ. λογαριασμού... με ημερομηνία χορήγησης την 4-7-2005, που έχει καταγγελθεί, με οφειλή την 30-7-2015, 21.947,38 ευρώ, Γ) πιστωτική κάρτα με αρ.
λογαριασμού... με ημερομηνία χορήγησης την 4-3-2003, που έχει καταγγελθεί, με οφειλή την 30-7-2015, 16.727,97 ευρώ, Δ) πιστωτική κάρτα με αρ. λογαριασμού... με ημερομηνία χορήγησης την 15-1-2008, που έχει καταγγελθεί, με οφειλή την 30-7-2015, 4.346,26 ευρώ.
Συνεπώς συνολική οφειλή κατά τα ανωτέρω 77.680, 25 ευρώ .... Για την δεύτερη των αντιδίκων: Η αντίδικος ενέχεται ως πρόσθετο μέλος στην ανωτέρω πιστωτική κάρτα με αρ. λογαριασμού... με ημερομηνία χορήγησης την 4-7-2005, που έχει καταγγελθεί, με οφειλή την 30-7-2015, 21.947,38 ευρώ .... Το ανωτέρω συνολικό ποσό του δανεισμού του αντιδίκου, όπως αναφέρεται στην ένδικη αίτηση, σε συνάρτηση με το είδος της εργασίας του, δεν συνάδει με το συνολικό εισόδημά του - όταν αυτός ελάμβανε τα δάνεια, το οποίο εισόδημα υποθέτουμε ότι ήταν μικρό, προερχόμενο από την εργασία του ως υπαλλήλου σε εργοστάσιο επίπλων...
Με το ανωτέρω εισόδημα κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών του και με το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα από τον ίδιο στην ένδικη αίτηση για το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του, είναι προφανέστατο το γεγονός ότι δεν υπήρχε εξ αρχής πρόθεση και δυνατότητα αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων.
Επιπλέον ο δόλος υφίσταται και την από μέρους του ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή χρέους προς τα πιστωτικά ιδρύματα συνολικού ποσού 290.513,18 ευρώ, χωρίς σύμφωνα με τα όσα ο αιτών αναφέρει να προκύπτει ότι έχει ή είχε ποτέ τη σχετική οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις ανειλημμένες οικονομικές του υποχρεώσεις".
Και Γ] η πέμπτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία «A. Τ. Α..Ε.. πρότεινε την ανωτέρω ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, αναφέροντας, κατά το μέρος που αφορούν την εν λόγω ένσταση, στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (σημειώνεται ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν παραστάθηκε), τα εξής: "...
οι εκκαλούντες αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαιναν σε διαρκείς συνάψεις δανειακών συμβάσεων, κυρίως πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων, έχοντας συμβληθεί σχεδόν με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, που εκ των προτέρων γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσουν.... Και τούτο διότι από κανένα επίσημο έγγραφο δεν προκύπτει η ύπαρξη οικονομικής δυνατότητας των αιτούντων κατά το χρόνο λήψης των δανείων τους να ανταποκριθούν σε αυτά, παρά τα όσα καταχρηστικώς επικαλούνται.
Το ως άνω γεγονός αποδεικνύεται εύκολα με μία ματιά στο 10 % της τελευταίας ενήμερης δόσης της κάθε οφειλής των αντιδίκων από το οποίο προκύπτει ότι οι αντίδικοι ουδέποτε διέθεταν εισοδήματα για να καλύπτουν το σύνολο των μηνιαίων συμβατικών δόσεων προς όλους τους πιστωτές τους συν το κόστος διαβίωσης της οικογένειάς τους...
Είναι αναμφισβήτητο ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφειλόταν σε δόλο τους και τούτο διότι, προέβαιναν σε αλόγιστο δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή... Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η αδυναμία πληρωμής προϋπήρχε ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, ήτοι ότι οι αντίδικοι κατά το χρονικό διάστημα ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων τελούσαν σε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν αυτές, αφού δάνεια τέτοιου ύψους, με σύνολο μηνιαίας συμβατικής δόσης άνω των 2.000 με 2.500 €, ήταν αδύνατο να εξυπηρετηθούν ακόμη και με τα εισοδήματα που ισχυρίζονται στην ένδικη έφεση ότι διέθεταν...
η δεύτερη εκκαλούσα ουδέποτε είχε επαρκή εισοδήματα για την ανάληψη τόσο μεγάλων οφειλών από μέρους της, καθώς μέχρι το 2008 εργαζόταν εποχιακά σε διαλογητήρια φρούτων με ελάχιστα εισοδήματα και έκτοτε αποκομίζει περί τα 200 € ετησίως.
Συνεπώς ουδεμία περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών αποδεικνύεται, αφού ανέκαθεν βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών που ανέλαβε (είτε ως πρωτοφειλέτρια, είτε ως εγγυήτρια) και που ξεπερνούσαν τις 200.000 €". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων - αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμών, η οποία προβλήθηκε από τις προαναφερόμενες αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες πρωτοδίκως και παραδεκτά, κατ' άρθρο 765 ΚΠολΔ, και στην κατ' έφεση δίκη, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., που πληρούν το πραγματικό των αναφερομένων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.
Πιο συγκεκριμένα, οι ανωτέρω ήδη αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες στις προεκτιθέμενες προτάσεις τους, όπως τα αναφερόμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά, νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον, λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τις πιστώτριες τράπεζες των αιτούντων - οφειλετών και εφόσον οι πράξεις καθεμιάς αναγκαίας ομόδικου ωφελούν και τις άλλες, είναι δυνατόν ο, κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από μία πιστώτρια, ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλη πιστώτρια τράπεζα], μνημονεύουν, με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που οι αιτούντες - αναιρεσείοντες οφειλέτες έλαβαν και οφείλουν (ήτοι 290.513,18 ευρώ ο πρώτος αναιρεσείων και 202.084.20 ευρώ η δεύτερη αναιρεσείουσα), β) το χρόνο που συμφώνησαν τη λήψη των τραπεζικών τους προϊόντων (ήτοι 2003, 2004, 2005, 2007 και 2008), γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτών, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών τους (ήτοι κατά τα κρίσιμα έτη κύριας δανειοδότησης 2004, 2005 και 2007, ποσού 3.472,68 €, 4.493,02 € και 5.318,01 € αντίστοιχα για τον πρώτο αναιρεσείοντα και 714,68 €, 1.378, 60 € και μηδενικό αντίστοιχα, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ όπως συνάγεται από όλο το περιεχόμενο των ανωτέρω προτάσεων των αναιρεσίβλητων πιστωτριών τραπεζών, κατά τα λοιπά έτη δανειοδότησης τα εισοδήματα του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν ομοίως περιορισμένα και της δεύτερης αναιρεσείουσας ελάχιστα έως μηδενικά), δ) το ποσό των μηνιαίων δόσεων που έπρεπε να καταβάλουν οι αιτούντες - δανειολήπτες για την εξυπηρέτηση των δανείων τους (ήτοι περί τις 3.320 ευρώ μηνιαίως κατά την τρίτη αναιρεσίβλητη και 2.000 με 2.500 ευρώ μηνιαίως κατά την πέμπτη αναιρεσίβλητη) και ε) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, γνώριζαν, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων - οφειλετών κατά την ανάληψη των χρεών τους, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων ενεργειών αυτών με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας των αναιρεσειόντων - δανειοληπτών, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνεπώς, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που έκρινε, αν και σιωπηρά, ότι η ανωτέρω προταθείσα περί δόλου ένσταση των πιστωτριών τραπεζών είναι ορισμένη και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., ενώ περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αδυναμία πληρωμών των δανειακών υποχρεώσεων των αναιρεσειόντων οφείλεται σε δικό τους δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., τις οποίες συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν της παραδοχής ότι η αδυναμία πληρωμών των δανειακών τους υποχρεώσεων οφείλεται σε δικό τους δόλο.
Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο, περί ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως παραβιάσεις των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ανάγονται σε ουσιαστικά επιχειρήματα των αναιρεσείοντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής, περί μη ύπαρξης από πλευράς τους, δόλου, ως προς την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, οι περιλαμβανόμενες στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης για το λόγο ότι, ενώ δέχεται ότι τα εισοδήματά τους δεν τους επέτρεπαν να καλύπτουν τις μηνιαίες δόσεις τους, δεν αναφέρει πως πλήρωναν τις δόσεις αυτές από το έτος 2003 έως και το έτος 2012, ούτε και τα ποσά τα οποία συνεισέφεραν τα τέκνα τους στην κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, είναι ομοίως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο και πλήττουν της επί της ουσίας κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 16-03-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/23-10-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 144/ΕΜ/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ