Supreme Court dismisses appeal for mandatory revocation of security measures pending final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the applicant's request to revoke security measures based on a pending appeal. The applicant argued that a final judgment in the main case favoring the measure holder necessitated revocation under Article 698 of the Civil and Commercial Procedure Code. The court held that revocation is mandatory only after the judgment becomes legally final and enforceable, which had not occurred as the judgment remained subject to annulment proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 698 paragraph 1 letter b of the Civil and Commercial Procedure Code; The court is obligated to revoke security measures only after the judgment in the main case has become legally final and enforceable, not merely after a final judgment is issued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 595/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την από 14/3/2019 αίτηση ανάκλησης της υπ' αριθμ. 5696/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά την έκδοση της 470/2019 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη, για την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΚΟΠΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Σαλίχου και κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ' ης η αίτηση: Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "NOKIA OYJ - NOKIA CORPORATION", που εδρεύει στο Espoo Φινλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 698 παρ. 1 περ. β και 2 του ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται ολικά ή εν μέρει α) αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και γίνει τελεσίδικη, β) αν εκδοθεί οριστική απόφαση που τον ωφελεί, και εκτελεστεί...
γ)...δ)...2. Η ανάκληση που αναφέρεται στην παρ. 1 γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί και σε κάθε άλλη περίπτωση από το δικαστήριο, που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται, ότι είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου, ύστερα από αίτηση εκείνου κατά του οποίου επιβλήθηκε, πέραν άλλων, όταν στη δίκη για την κύρια υπόθεση, για την οποία λήφθηκε τούτο, εκδοθεί οριστική απόφαση υπέρ του αιτούντος το ασφαλιστικό μέτρο και εκτελεστεί.
Η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της οριστικής απόφασης, που εκδόθηκε στη δίκη για την κύρια υπόθεση υπέρ του αιτούντος τα ασφαλιστικά μέτρα, καθιστά αδικαιολόγητη τη διατήρηση τους και επιβάλλει την ανάκλησή τους, ακόμη και αν εκκρεμεί κατά της απόφασης αυτής ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση για την ανάκληση δεν απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης, η οποία, μάλιστα, και δεν αρκεί για να οδηγήσει σ' αυτή, αφού ενδέχεται να μην είναι δυνατή η άμεση πραγματοποίηση της εκτέλεσή της.
Η ανάκληση αυτή γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον και αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, αρμόδιο για την ανάκληση δικαστήριο είναι εκείνο στο οποίο εκκρεμεί αυτή και στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί αναίρεση κατά της απόφασης επί της κύριας υπόθεσης, τότε αρμόδιο δικαστήριο για την ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου είναι ο Άρειος Πάγος, καθόσον ο όρος "εκκρεμής υπόθεση" χρησιμοποιείται όχι με τη συνηθισμένη δικονομική έννοια της εκκρεμότητας της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά με την ευρύτερη έννοια, που περιλαμβάνει και την εκκρεμότητα της υπόθεσης, μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης, στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο υπάγεται η αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1368/2018, ΑΠ 250/2017, ΑΠ 349/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του, δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους.
Η αγωγή για διάρρηξη μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδ. α του ΑΚ, να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν την απαλλοτρίωση.
Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία ο δανειστής, ασκών την αγωγή των άρθρων 939 επ ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, ενάγει τον οφειλέτη και τον τρίτο, υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ τους, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 765/2014, ΑΠ 552/2011, ΑΠ 1736/2009, ΑΠ 764/2009, ΑΠ 1332/2011).
Περαιτέρω, η απόφαση, που δέχεται τη συνδρομή των όρων των άρθρων 939 επ ΑΚ και απαγγέλλει τη διάρρηξη είναι διαπλαστική και η εκδήλωση της διαπλαστικής ενέργειας της επέρχεται με την τελεσιδικία της. Με την τελεσιδικία της απόφασης διαπλάσσεται μια νέα νομική κατάσταση, δυνάμει της οποίας, ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 936 παρ. 3 και 992 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, να προβεί, αφού η απόφαση σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης στη μερίδα τόσο του οφειλέτη όσο και του τρίτου, στην κατάσχεση του αντικειμένου της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης στην περιουσία του οφειλέτη του, σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε και ο τρίτος που είχε αποκτήσει δικαίωμα με την καταδολιευτική απαλλοτρίωση δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό είτε κατά του επισπεύδοντος δανειστή, που πέτυχε τη διάρρηξη, είτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του (ΑΠ 822/2017, ΑΠ 552/2011, ΑΠ 421/2013, ΑΠ 2002/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8-7-2019 κλήση της αιτούσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 14-3-2019 αίτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 470/2019 απόφασης αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 1-4-2019. Με την αίτηση αυτή ζητείται η ανάκληση των ασφαλιστικών μέτρων α) της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής και β) της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί των αναφερομένων σ' αυτή ακινήτων, τα οποία καταδολιευτικά μεταβίβασε στις αναφερόμενες εταιρείες, που διατάχθηκαν, κατά παραδοχή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της τώρα καθής η αίτηση και τότε αιτούσας, δυνάμει της υπ' αριθ. 5695/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, για την ικανοποίηση απαίτησης της τελευταίας σε βάρος της μέχρι του ποσού των 35.000.000,006, επειδή στη δίκη για την κύρια υπόθεση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 28/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απαγγέλθηκε υπέρ της καθής η υπό κρίση αίτηση και για την ικανοποίηση της άνω απαίτησής της η διάρρηξη των αναφερομένων σ' αυτή ως καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων, η οποία είναι τελεσίδικη και μπορεί πλέον η καθής να προέλθει άνευ ετέρου στην απευθείας κατάσχεση των ακινήτων στην περιουσία αυτής (αιτούσας), σαν να μην είχαν μεσολαβήσει οι διαρρηχθείσες δικαιοπραξίες.
Η αίτηση αυτή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, καθόσον ενώπιον του εκκρεμεί η από 18-7-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 28/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιά και ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 698 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ, πρέπει δε να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην της καθής η αίτηση αλλοδαπής εταιρείας, που εδρεύει στο Espoo της Φινλανδίας, η οποία κλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από την από 13- 8-2019 βεβαίωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή J.
K. του Περιφερειακού Δικαστηρίου Lansi-Uudenmaan-Karajaoikeus της πόλης Espoo (άρθ. 10 και 15 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007).
Από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 5695/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά παραδοχή αίτησης της τώρα καθής, διατάχθηκαν σε βάρος της αιτούσας τα ασφαλιστικά μέτρα της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της για την ικανοποίηση απαίτησης της τελευταίας σε βάρος της μέχρι του ποσού των 35.000.000,006 και επίσης της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί των αναφερομένων σ' αυτή ακινήτων, τα οποία καταδολιευτικά μεταβίβασε στις εταιρείες με την επωνυμία 1) "SPACELAND ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", 2) "F.
ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και 3) "R. ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ". Στη συνέχεια η καθής η παρούσα αίτηση άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την από 28-9-2010 αγωγή της κατά της τώρα αιτούσας και των άνω εταιρειών, με την οποία, επικαλούμενη ότι έχει την άνω αξίωση κατ' αυτής, ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη ως καταδολιευτικών των αναφερομένων σ' αυτή απαλλοτριώσεων των ακινήτων της προς τις λοιπές εναγόμενες εταιρείες, διότι έγιναν προς βλάβη της, αφού τα υπόλοιπα εμφανή περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της απαίτησής της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην των λοιπών εναγομένων, (πλην της τώρα αιτούσας), η υπ' αριθ. 5294/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία την απέρριψε ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη καθής η αίτηση άσκησε την από 16-4-2015 έφεση της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 28/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή, ερήμην των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων- εφεσιβλήτων και αντιμωλία της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αιτούσας και της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη καθής η αίτηση, η έφεση της τελευταίας κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η αγωγή της ήδη καθής η αίτηση κατά της ήδη αιτούσας και των λοιπών εναγομένων-εφεσιβλήτων εταιρειών και απαγγέλθηκε η διάρρηξη ως καταδολιευτικών των αναφερομένων σ' αυτή απαλλοτριώσεων των ακινήτων αυτής προς τις λοιπές εναγόμενες εταιρείες.
Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα άσκησε την από 18-7-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι εκκρεμής ενώπιον του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η απόφαση, που δέχεται τη συνδρομή των όρων των άρθρων 939 επ ΑΚ και απαγγέλλει τη διάρρηξη είναι διαπλαστική και η εκδήλωση της διαπλαστικής ενέργειας της επέρχεται με την τελεσιδικία της.
Έκτοτε, ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μπορεί να προβεί, αφού η απόφαση σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης στη μερίδα τόσο του οφειλέτη όσο και του τρίτου, στην κατάσχεση του αντικειμένου της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης στην περιουσία του οφειλέτη του, σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε και ο τρίτος που είχε αποκτήσει δικαίωμα με την καταδολιευτική απαλλοτρίωση δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό είτε κατά του επισπεύδοντος δανειστή, που πέτυχε τη διάρρηξη, είτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει όμως ότι η άνω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Και τούτο διότι, εκδόθηκε ερήμην των τριών εναγομένων - εφεσιβλήτων εταιρειών, που είναι αναγκαίοι ομόδικοι της αιτούσας και δεν προκύπτει ότι αυτή επιδόθηκε προς αυτούς και ότι παρήλθε η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ούτε ότι αυτοί παραιτήθηκαν από το σχετικό δικαίωμά τους αυτό.
Συνεπώς, εφόσον η άνω απόφαση για να εκτελεσθεί δεν αρκεί να είναι οριστική, αλλά πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη και αυτή δεν κατέστη και εντεύθεν δεν έχει εκτελεστεί, δεν συντρέχει περίπτωση υποχρεωτικής ανάκλησης της άνω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' άρθρο 698 παρ. 1β ΚΠολΔ, που επικαλείται η αιτούσα και πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι η καθής η αίτηση, που κέρδισε, δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2019 αίτησης της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΚΟΠΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για ανάκληση της υπ' αριθ. 5965/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου