Supreme Court partially allows appeal against state interest rate ruling, upholding 6% penalty interest for Greek public debtors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision, which had rejected the State's claim regarding interest rates. The State argued the lower court incorrectly applied the general default interest rate instead of the specific rate for public debtors under the Code of Public Law. The court ruled that the lower court erred in law by not applying the specific statutory provision governing public debt interest, thereby overturning that portion of the appeal judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court misapplies a specific legal provision regarding interest rates for public debtors, thereby establishing that the general default interest rate does not apply to such cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 595/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Φωτεινή Δεδούση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Μ., 2)Ν. Ν., 3)Δ. Γ., 4)Μ. Ρ., 5)Α. Μ., 6)Θ. Γ., 7)Τ. Τ. και 8)Ε. Η. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 418/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 31/11/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 10/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενη αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την υπ’ αριθ. .../221-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Κ. Α. την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 22-11 -2016, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Ι. Θ. Κ., δικηγόρο Ιωαννίνων, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν.Δ. 26-6/ 10-7/1944 (Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου).
Οι αναιρεσίβλητοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής της δίκης, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αντιστοίχως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 672 Α.Κ.: "Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία", κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3149/2003: "1.α)Στην παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν. 3027/2002 ( Περί Ρύθμισης θεμάτων οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις) προστίθεται εδάφιο ως εξής: "Αν εξαντληθούν οι πίνακες των υποψηφίων της κατηγορίας αυτής, προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές από συμπληρωματικό πίνακα υποψηφίων, ο οποίος συντάσσεται ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος και στον οποίο κατατάσσονται οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής με το βαθμό του πτυχίου τους.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδεία και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται εντός του δευτέρου τριμήνου κάθε ημερολογιακού έτους, καθορίζονται οι κλάδοι και οι ειδικότητες εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για τους οποίους συντάσσεται ο συμπληρωματικός πίνακας αναπληρωτών της παραγράφου αυτής...", ενώ σύμφωνα με το στ ΣΤ Ιβ’ του άρθρου μόνου της υπ’ αριθμ. .../12-10-2009 Υ.Α.
οι προσλήψεις ωρομίσθιων εκπαιδευτικών που θα απασχολούνταν στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη κατά το σχολ. Έτος 2009-2010, θα έπρεπε να γίνουν από συμπληρωματικό πίνακα, ο οποίος θα συντασσόταν από τις Δ/νσεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί από τους υποψηφίους και στον οποίο θα κατατάσσονταν οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής με βάση το πτυχίο τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, πλην άλλων, και τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ... Στο πλαίσιο λειτουργίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως υποστηρικτικός αυτής θεσμός, εξάλλου, λειτουργεί κατ’ έτος στα σχολεία της ανωτέρω βαθμίδας πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας, με το οποίο ταυτίζεται εννοιολογικά και ο νεότερος θεσμός της πρόσθετης διδακτικής στήριξης.
Ο θεσμός αυτός είχε προβλεφθεί αρχικά με το άρθρο 27 του ν. 1304/1982 για τους μαθητές Α και Β τάξεων Λυκείου, ενώ με το άρθ.4 του ν. 1824/1988, επεκτάθηκε και στους μαθητές του γυμνασίου και του δημοτικού. Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, εξάλλου, εξεδόθη η υπ’ αριθ. ... (Φεκ Β 1923/18-9-2008) απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία ρυθμίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την οργάνωση και λειτουργία του προγράμματος της πρόσθετης διδακτικής στήριξης (ΠΔΣ).
Στην απόφαση αυτή ορίζεται μεταξύ άλλων ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διευθυντή Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι, μεταξύ άλλων, το να προσλαμβάνει τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς που πρόκειται να διδάξουν στην ΠΔΣ, ύστερα από εισήγηση των Προϊσταμένων Γραφείων, όπου αυτοί υφίστανται.
Όπως ρητά, μάλιστα, ορίζεται στην ως άνω Υπουργική απόφαση "Η επιλογή γίνεται ανά ειδικότητα από τον πίνακα, που καταρτίζει η Διεύθυνση ΔΕ βάσει των αιτήσεων των ωρομισθίων καθηγητών". Αρμοδιότητα του ιδίου ως άνω οργάνου, εξάλλου, αποτελεί και το να ανακαλεί τον ορισμό εκπαιδευτικών που δεν ανταποκρίνονται στο έργο τους, κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης του Σχεδιαστή-Αξιολογητή" (στ.
Β 2 του άρθρου μόνου της ως άνω ΥΑ). Κατά το στ. ΣΤ 1 β’ του άρθρου μόνου της ιδίας ως άνω Υπουργικής Απόφασης "Στην ΠΔΣ διδάσκουν μόνιμοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί οποιοσδήποτε βαθμίδας εκπαίδευσης και τύπου σχολείου ή και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία: ...
β) Οι ωρομίσθιοι καθηγητές προσλαμβάνονται από το ΔΔΕ με βάση τους πίνακες, ανά ειδικότητα, που έχουν καταρτίσει οι Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου, όπου υφίσταται, για τις σχολικές μονάδες του Γραφείου του. Η πρόσληψή τους ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σύμβασης (Πρότυπο έγγραφο 14).
Σε κάθε περίπτωση, προηγούνται της επιλογής οι πολύτεκνοι ωρομίσθιοι καθηγητές που έχουν 3 παιδιά και άνω... Καθηγητής ωρομίσθιος μπορεί να διδάξει στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη που εφαρμόζεται σε σχολεία διαφορετικών Διευθύνσεων ή Γραφείων, αρκεί να μην υπερβαίνει το όριο των 10 ωρών εβδομαδιαίως και να δηλώνεται αυτό σε όλες τις Δ/νσεις ΔΕ, όπου προσφέρει διδακτικό έργο, με υπεύθυνη δήλωση του... 9.
Οι ωρομίσθιοι από τη συμμετοχή τους στην ΠΔΣ αποκτούν προϋπηρεσία στη Δημόσια Εκπαίδευση". Κατά το στ. Γ’ παρ. 5 και 6 του ιδίου ως άνω άρθρου, άλλωστε, "Το κανονικό πρόγραμμα της ΠΔΣ λήγει την ημέρα λήξης των μαθημάτων, όπως αυτή ορίζεται κάθε χρόνο με εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ. Την επόμενη ημέρα αρχίζει η υλοποίηση προγράμματος της ΠΔΣ για την υποστήριξη των εξετάσεων...".
Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Ζ. παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "Στους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς ανατίθενται ώρες διδασκαλίας στην ΠΔΣ με ωριαία αντιμισθία, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 19 του άρθρου 14 του ν. 1566/1985". Αρμόδιος, συνεπώς, για την πρόσληψη από την πλευρά του Δημοσίου, όπως, άλλωστε, και για την "ανάκληση" ή την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ωρομισθίου εκπαιδευτικού για σπουδαίο λόγο, είναι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση, ο Διευθυντής Διεύθυνσης (βλ.
και πρότυπο έγγραφο 14 στο παράρτημα της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης). Κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2009-2010, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε την υπ’ αριθ. .../02- 09-2009 εγκύκλιο, με την οποία οι επιθυμούντες να εργασθούν στο πρόγραμμα της ΠΔΣ καθηγητές εκλήθησαν να υποβάλουν αιτήσεις στις κατά τόπους Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Όλες οι αιτήσεις θα έπρεπε να υποβληθούν στο χρονικό διάστημα από 4 Σεπτεμβρίου 2009 ως και 11 Σεπτεμβρίου 2009 και να συνοδεύονται από επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του τίτλου σπουδών ή βεβαίωση κτήσης πτυχίου σε περίπτωση, που εκκρεμούσε η ορκωμοσία νέων πτυχιούχων, καθώς και βιογραφικό σημείωμα του ενδιαφερομένου.
Άπαντες οι ενάγοντες, εξάλλου, υπέβαλαν εμπροθέσμως και νομοτύπως αιτήσεις συμμετοχής στο πρόγραμμα ΠΔΣ για το σχολικό έτος 2009 - 2010, ανέμεναν δε την πρόσληψή τους από τα αρμόδια προς τούτο όργανα. Τελικώς, με το υπ’ αριθ. πρωτοκ. .../23-09-2009 έγγραφο του προς τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τα Γραφεία Σχολικών Συμβούλων, τα Γενικά Λύκεια, ΕΠΑ.Λ.
κλπ., ο Υφυπουργός Παιδείας καλούσε τους ανωτέρω φορείς να προβούν "στην πρόσληψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού" σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. .../F7/2008 Υ.Α.. Αναφορικά με την πρόσληψη, άλλωστε, η ΥΑ .../F7/2008 προέβλεπε ότι "Ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης προσλαμβάνει τους ωρομισθίους εκπαιδευτικούς, που πρόκειται να διδάξουν στην ΠΔΣ, ύστερα από Εισήγηση των Προϊσταμένων Γραφείων, όπου αυτοί υφίστανται.
Οπωσδήποτε η επιλογή γίνεται ανά ειδικότητα από τον Πίνακα, που καταρτίζει η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης βάσει των αιτήσεων των ωρομισθίων καθηγητών" (Κεφ. Β’ παρ. 2 στ, α’ της ως άνω ΥΑ), και "σε κάθε περίπτωση προηγούνται της επιλογής οι πολύτεκνοι ωρομίσθιοι καθηγητές που έχουν τρία παιδιά και άνω" (Κεφ.
ΣΤ’ παρ. 1 στ. β ). Στο πλαίσιο αυτό ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων, εξέδωσε την υπ’ αριθ. πρωτ. .../30-09-2009 απόφασή του, με την οποία ανετέθησαν στην πρώτη των εναγόντων, Ε. Μ., καθήκοντα διδασκαλίας στο Λύκειο ... για έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10- 2009, στο δεύτερο των εναγόντων, Ν. Ν., καθήκοντα διδασκαλίας στο Λύκειο ...
για έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009, στην τρίτη των εναγόντων, Δ. Γ., καθήκοντα διδασκαλίας στο Λύκειο ... για έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10- 2009, στην τέταρτη των εναγόντων, Μ. Ρ. στο ... για τρεις (3) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009, στον πέμπτο των εναγόντων Α. Μ. στο ... για εννέα (9) ώρες εβδομαδιαίως από 01-10-2009, στην έκτη των εναγόντων Θ.
Γ. στο Λύκειο ... για δύο (2) ώρες εβδομαδιαίως από 6.10.2009, στην έβδομη των εναγόντων Τ. Τ. στο Γυμνάσιο ... για τέσσερις (4) εβδομαδιαίως από 06-10-2009 και στην όγδοη των εναγόντων Ε.-Η. Σ. στο Λύκειο ... για τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως από 6.10.2009. Για τη διαδικασία πρόσληψης ακολουθήθηκαν τα προβλεπόμενα στην ως άνω υπ’ αριθ, ...
απόφαση ΥΠ.Ε.Π.Θ., με την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ετίθεντο μεν εκ προοιμίου συγκεκριμένα και αντικειμενικά ελέγξιμα κριτήρια για την πρόσληψη του προσωπικού, πέραν της επιβαλλόμενης υποχρέωσης της κατά προτεραιότητα πρόσληψης τριτέκνων εκπαιδευτικών, πλην, όμως, αυτή αποτελούσε την τότε εκφρασθείσα πολιτειακή βούληση, η οποία προέκρινε και προσέδιδε βάρος στην κρίση και εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου, βάσει της οποίας καταρτίζονταν εν συνεχεία οι οικείοι πίνακες από τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Άπαντες οι ενάγοντες, εξάλλου, οι οποίοι συμμορφώθηκαν πλήρως προς τις προβλέψεις της ισχύουσας τότε Υ.Α. και επελέγησαν για τη διδασκαλία μαθημάτων της ειδικότητάς τους κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτής, υπέγραψαν, οι μεν 1η, 20ς, 3η, 6η , 7η και 8η στις 06-10-2009, οι δε 4η και 5ος την 1.10.2009, έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο, όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από τον κατά νόμο προς τούτο οριζόμενο Διευθυντή της Διεύθυνσης Δ.Ε.
Ιωαννίνων, Ε. Μ., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας αποδείξεως. Με τις συμβάσεις αυτές, καθορίστηκε το ποσό της ωριαίας αντιμισθίας των εναγόντων, η διάρκεια των συμβάσεων, έως το τέλος του διδακτικού έτους, επιπλέον δε, συμφώνως προς την ΥΑ .../2008, το άρθρο 53 του πδ/τος 410/1988 και το άρθρο 14 του ν. 1566/1985, τα συμβαλλόμενα μέρη διέλαβαν ειδική πρόβλεψη, σύμφωνα με την οποία "Η σύμβαση λύεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του χρόνου ή κατόπιν καταγγελίας του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε κάθε περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος λόγος".
Εντούτοις, αμέσως μετά τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών της 4ης .10.2009 και με εντολή της νέας τότε Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ο Γενικός Διευθυντής Διοίκησης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του ΥΠ.Ε.Π.Θ. απέστειλε στις 08.10.2009 στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τα υπ’ αριθ.
πρωτ. .../2009 έγγραφά του, με τα οποία καλούσε τις ανωτέρω Διευθύνσεις να μην προχωρήσουν στην υλοποίηση του Προγράμματος της Διδακτικής Στήριξης και, όπου έχουν τεθεί σε εφαρμογή οι διαδικασίες υλοποίησης, να διακοπούν. Στο δεύτερο, μάλιστα, από τα ανωτέρω έγγραφα αναφέρεται ότι "το Πρόγραμμα αναστέλλεται, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για την επιτυχή και αποτελεσματική υλοποίησή του".
Με επίκληση, δηλαδή, σοβαρών οικονομικών λόγων, που άπτονταν της δυνατότητας χρηματοδότησης του προγράμματος ΠΔΣ, το Υπουργείο Παιδείας με εσωτερικού, υπηρεσιακού χαρακτήρα ενημερωτικό έγγραφο, ανακοίνωνε την αναστολή λειτουργίας της ΠΔΣ και ζητούσε τη διακοπή της υλοποίησής της, χωρίς να λαμβάνει θέση ως προς το τι έδει γενέσθαι με τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις με ωρομίσθιους καθηγητές, όπως στην περίπτωση των εναγόντων.
Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση όσον αφορά το επίμαχο Πρόγραμμα Διδακτικής Στήριξης, τέσσερις (4) μόλις ημέρες μετά την αναστολή του οικείου προγράμματος λόγω αδυναμίας εξεύρεσης οικονομικών πόρων, το ΥΠ.Ε.Π.Θ. απέστειλε στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης το υπ’ αριθ. πρωτ. .../12-10-2009 έγγραφο του, με το οποίο γνωστοποιούσε την απόφαση συνέχισης λειτουργίας της ΠΔΣ, χωρίς οιαδήποτε αναφορά σε υπέρβαση οικονομικών δυσκολιών ή σε οιαδήποτε άλλη οικονομική παράμετρο και χωρίς οιαδήποτε αναφορά στην εργασιακή τύχη των ήδη προσληφθέντων ωρομισθίων εκπαιδευτικών κατά τα προαναφερθέντα.
Συγκεκριμένα, στο ως άνω έγγραφο αναφέρονταν τα ακόλουθα: "... αποφασίζουμε τη λειτουργία της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης (ΠΔΣ) σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της σχετικής Υπουργικής Απόφασης (.../4-9-2008 Υ.Α.) και τις εξής διευκρινίσεις: 1. Ως ημερομηνία έναρξης των μαθημάτων της ΠΔΣ ορίζεται η Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009. 2.
Οι προσλήψεις ωρομισθίων εκπαιδευτικών, που θα απασχοληθούν στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη κατά το σχολικό έτος 2009-2010, θα γίνουν από συμπληρωματικό Πίνακα, ο οποίος θα συνταχθεί από τις Δ/σεις Δ.Ε. λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί από τους υποψηφίους δυνάμει της υπ1 αριθ. .../02-09-2009 σχετικής Υπουργικής Απόφασης και στον οποίο θα καταταχθούν οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής, με βάση το βαθμό του πτυχίου τους.
Οι ανωτέρω πίνακες, αφού συνταχθούν ανά ειδικότητα θα αναρτηθούν σε εμφανές σημείο στη Δ/νση Δ.Ε. και θα αποσταλούν ηλεκτρονικά στη Δ/νση ΣΕΠΕΔ/Τμήμα Ε’ ΠΔΣ...". Με το ανωτέρω έγγραφο, δηλαδή, εν τέλει ανακοινώθηκε η συνέχιση λειτουργίας της ΠΔΣ και εν μέρει τροποποιήθηκε η σχετική υπ’ αριθ. .../2008 ΥΑ ως προς τα κριτήρια επιλογής των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, αφού πλέον η πολιτειακή βούληση ήταν το σχετικό ζήτημα να μην αφίεται στην κρίση του οικείου Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και του Εισηγητή - Προϊσταμένου Γραφείου, αλλά να υφίσταται εκ των προτέρων ένα αντικειμενικό κριτήριο και δη αυτό της αρχαιότητας στο χρόνο κτήσης του πτυχίου και επί σύμπτωσης ως προς το χρόνο αυτό, το κριτήριο του βαθμού πτυχίου, συντασσομένου σχετικού πίνακα με βάση τα στοιχεία αυτά.
Κατά το μέρος που με την ως άνω υπ’ αριθ. .../12-10-2009 ΥΑ τροποποιούνταν οι προϋποθέσεις πρόσληψης ωρομισθίων εκπαιδευτικών, που θέσπιζε η υπ’ αριθ. .../F7/04-09-2008 απόφαση, ετίθεντο νέοι κανόνες δικαίου, ήτοι επρόκειτο περί κανονιστικής διοικητικής πράξης με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (βλ. Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 11η έκδ., Τόμος I, σελ. 186-187, στον αριθμό 173 ως προς το ότι η τροποποίηση της βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδοθείσας κανονιστικής πράξης ισοδυναμεί με νέα διαφορετική ρύθμιση του ίδιου θέματος και ότι η τροποποίηση αυτή δεν είναι δυνατό να φέρει αναδρομικό χαρακτήρα, αν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στην εξουσιοδοτική διάταξη).
Πέραν, όμως, των ανωτέρω, με την ως άνω μη δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης Υπουργική Απόφαση, με την οποία επαναρυθμίζονταν τα κριτήρια επιλογής ωρομισθίων εκπαιδευτικών στην ΠΔΣ, δεν καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις των ήδη προσληφθέντων μέχρι τις Θ8-10-2009 εκπαιδευτικών, οπότε και ανακοινώθηκε η αναστολή του προγράμματος.
Και ενώ, δηλαδή, οιαδήποτε ρητώς εκπεφρασμένη και σαφής βούληση καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων δεν είχε κατ’ αρχάς διατυπωθεί από το εναγόμενο και δη από τον αρμόδιο Διευθυντή Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το πρόγραμμα ΠΔΣ, 4 μόλις μέρες μετά την ανακοίνωση αναστολής του για οικονομικούς λόγους, επαναλειτούργησε με μόνη διαφοροποίηση το κριτήριο επιλογής των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, ως προς τους οποίους συντάχθηκαν νέοι πίνακες και προσλήφθηκαν άλλα πρόσωπα, ως τα ήδη προσληφθέντα δυνάμει της ισχύουσας κατά το χρόνο πρόσληψής τους προγενέστερης Υπουργικής απόφασης πρόσωπα να μην είχαν ποτέ προσληφθεί.
Στο ως άνω κλίμα αβεβαιότητας οι ήδη προσληφθέντες ενάγοντες - ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, τα κριτήρια επιλογής των οποίων δεν είχαν μάλιστα νομοτύπως αναδρομικά καταργηθεί κατά την παρεμπίπτουσα σχετική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, απηύθυναν τις από 26.10.2009 (η 1η), 4.11.2009 (ο 2ος), 29.10.2009 (η 3η), 27.10.2009 (η 4η) και 29.10.2009 (οι λοιποί ενάγοντες), αντίστοιχα αιτήσεις τους, με τις οποίες επεσήμαιναν το γεγονός της μέχρι το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ενός εκάστου μη νομότυπης καταγγελίας των συμβάσεών τους και ζητούσαν την αποδοχή των υπηρεσιών τους στο ΠΔΣ, από τη συμμετοχή στο οποίο, άλλωστε, προσδοκούσαν κυρίως την εξασφάλιση προϋπηρεσίας στη Δημόσια Εκπαίδευση (άρθρο μόνο.
Κεφ ΣΤ παρ. 9 της .../04-09-2008). Τελικώς, ο αρμόδιος για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ωρομισθίων εκπαιδευτικών Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με τα με αριθμό πρωτοκόλλου .../30-10-2009, .../04-11- 2009, .../29-10- 2009, .../29-10-2009, .../29-10-2009, .../29-10-2009, .../29-10- 2009 και .../29- 10-2010 έγγραφά του προς την 1η - 8η των εναγόντων αντιστοίχως, αντιστοίχως, απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή η αποδοχή των υπηρεσιών τους λόγω των υπ’ αριθ. .../08-10-2009 και .../08-10-2009 εγγράφων του Υπουργείου Παιδείας, με τα οποία είχε ανασταλεί η υλοποίηση του προγράμματος ΠΔΣ, καταγγέλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων.
Συνεπώς, ο σπουδαίος λόγος, που το εναγόμενο επικαλέστηκε δια του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την παραπεμπτική αναφορά του στο υπ’ αριθ. .../08-10- 2009 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να προβεί σε πρόωρη λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων, ήταν η οικονομική αδυναμία του ελληνικού Δημοσίου να εξεύρει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για τη λειτουργία του προγράμματος.
Πέραν, όμως, αυτού του λόγου, τον οποίο δεν είχε και υποχρέωση να αναφέρει ρητώς κατά την καταγγελία των συμβάσεων, το εναγόμενο ήδη με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλε προσθέτως και την πρόθεση υιοθέτησης αντικειμενικού τρόπου πρόσληψης του ωρομισθίου εκπαιδευτικού προσωπικού στο πρόγραμμα της ΠΔΣ.
Αμφότεροι, όμως, οι ως άνω λόγοι, υπό τις συγκεκριμένες προεκτεθείσες περιστάσεις και συνθήκες, δε δικαιολογούν την πρόωρη λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων, αφού ο μεν πρώτος εξ αυτών (αδυναμία εξεύρεσης οικονομικών πόρων) αποδεικνύεται προσχηματικός και μη ανταποκρινόμενος στην πραγματική διαμόρφωση των πραγμάτων, ο δε δεύτερος δε συνιστά εν προκειμένω σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, η οποία, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες αποδεικνύεται καταχρηστική και δυσανάλογη έναντι του επιδιωκόμενου με αυτήν στόχου.
Συγκεκριμένα, η επίκληση οικονομικής αδυναμίας, η οποία με τη συνδρομή και περαιτέρω περιστάσεων θα μπορούσε να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων, δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω. Τούτο δε, διότι, ενώ στις 08- 10-2009 ελήφθη η απόφαση αναστολής υλοποίησης του προγράμματος της ΠΔΣ με επίκληση οικονομικής αδυναμίας από πλευράς του ελληνικού Δημοσίου προς χρηματοδότησή του, μόλις στις 12-10-2009 το εναγόμενο αποφάσισε την επαναλειτουργία του και δη χωρίς μείωση του αριθμού των διδασκομένων μαθημάτων, των ωρών διδασκαλίας, των δυναμένων να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα σχολικών μονάδων, του αριθμού των προσλαμβανομένων ωρομισθίων εκπαιδευτικών ή του καταβαλλομένου σε αυτούς μισθού.
Αντιθέτως, ήδη στις 12-10- 2009, ήτοι μόλις 4 μέρες μετά τη λήψη της προγενέστερης απόφασης αναστολής υλοποίησης του προγράμματος, το ελληνικό Δημόσιο τροποποίησε μόνο το κριτήριο πρόσληψης του εκπαιδευτικού προσωπικού, αφήνοντας κατά τα λοιπά ίδιες τις λοιπές προϋποθέσεις λειτουργίας του προγράμματος. Όπως, μάλιστα, κατέθεσε με σαφήνεια ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας, ο οποίος ως εκ της θέσεώς του, ήτοι αυτή του κατά τον ανωτέρω χρόνο Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν.
Ιωαννίνων, έχει πλήρη γνώση των σχετικών με την υπόθεση ζητημάτων, μετά την αλλαγή του κριτηρίου πρόσληψης και την απόφαση επαναλειτουργίας του προγράμματος ΠΔΣ από το εναγόμενο, προσελήφθησαν εκ νέου εκπαιδευτικοί, μεταξύ άλλων και προς κάλυψη των θέσεων, για τις οποίες προ ολίγων μόλις ημερών είχαν προσληφθεί οι ενάγοντες, και δη με τις ίδιες ακριβώς απολαβές των εναγόντων χωρίς οιαδήποτε αυτών μείωση ή περικοπή, ήτοι με 11 ευρώ/ώρα.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι σπουδαίος λόγος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των αναγκαίων οικονομικών πόρων δεν υφίστατο και ο λόγος αυτός δε θα ήταν δυνατό να προσδώσει κύρος στην υπό κρίση καταγγελία. Αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι ο αληθώς επιδιωκόμενος σκοπός μέσω της αναστολής του προγράμματος λειτουργίας της ΠΔΣ ήταν η εν τω μεταξύ αλλαγή των κριτηρίων πρόσληψης των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, προκειμένου η πρόσληψη αυτή να καταστεί διαφανέστερη, αντικειμενικότερη και για τους ίδιους λόγους δικαιότερη.
Ο λόγος, όμως, αυτός δε συγκροτεί στην προκειμένη περίπτωση σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης των εναγόντων και ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος από το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο με επιλογή της καταγγελίας ως εξόχως δυσανάλογης κύρωσης. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες κατά το χρόνο υποβολής των αιτήσεών τους είχαν υπόψη τους τη μόνη εκπεφρασμένη και σε νομοθετικό κείμενο αποτυπωμένη πολιτειακή βούληση για πρόσληψη μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης αυτής.
Τήρησαν τη νομίμως ταχθείσα προθεσμία υποβολής αιτήσεων, επελέγησαν κατά το τότε ισχύον καθεστώς νομίμως και έσπευσαν σε υπογραφή των συμβάσεών τους με το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο αναμένοντας εν συνεχεία την ανάληψη καθηκόντων. Οι προσλήψεις τους δεν έπασχαν εξ απόψεως κύρους, οι δε ενάγοντες ως εργαζόμενοι αφενός, αλλά και ως αντισυμβαλλόμενοι του ελληνικού Δημοσίου αφετέρου, είχαν διαμορφώσει έναν επαγγελματικό και οικονομικό προγραμματισμό για το ως άνω σχολικό έτος.
Το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο ήταν φυσικά σε θέση να μεταβάλει δια των αρμοδίων αυτού οργάνων τα κριτήρια πρόσληψης για το μέλλον τηρώντας τη νόμιμη προς τούτο διαδικασία. Η αναδρομική, όμως, μεταβολή των κριτηρίων αυτών, για την οποία (αναδρομική τροποποίηση της προηγούμενης κανονιστικής διοικητικής πράξης), ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπήρχε και επιτρεπτική νομοθετική εξουσιοδότηση, σε ένα Κράτος Δικαίου, όπου η Διοίκηση δρα με το τεκμήριο της νομιμότητας και οι εναλλαγές προσώπων στην εκτελεστική εξουσία πρέπει να αφήνουν ανεπηρέαστες κατ1 αρχάς τις ήδη συναφθείσες συμβατικές σχέσεις, ερχόταν σε αντίθεση με τον τρόπο λειτουργίας της διεπόμενης από την αρχή της χρηστής διοίκησης δράση του Δημοσίου, το οποίο ανατρέποντας ώριμα δικαιώματα και καταλύοντας ήδη συναφθείσες εργασιακές συμβάσεις ενεργούσε καθ’ υπέρβαση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος του, ερχόμενο σε αντίθεση με την προγενέστερη συμπεριφορά του, στην οποία, άλλωστε, και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν δείξει εμπιστοσύνη.
Όπως, άλλωστε, η ανάκληση νομίμων επωφελών διοικητικών πράξεων δεν είναι κατ’ αρχάς δυνατή λόγω πχ μεταγενέστερης διαφορετικής εκτίμησης των δεδομένων, που υπήρχαν κατά την έκδοση της πράξης, από το Δημόσιο (ΣτΕ 3064/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Επ. Σπηλιωτόπούλος, ο.π., σελ. 188, στον αριθμό 175), ει μη μόνον στις περιπτώσεις έντονου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο πρέπει και να αιτιολογείται ειδικώς (βλ.
αντί άλλων Επ. Σπηλιωτόπουλο, ο.π. σελ. 189 στον αριθμό 176), έτσι και ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της νομίμως καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας των εναγόντων λόγω μεταγενέστερης εκτίμησης των δεδομένων από το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο, που επείχε εν προκειμένω θέση εργοδότη, θα έπρεπε mutatis mutandis να θεραπεύει ένα έντονο δημόσιο συμφέρον.
Τέτοιο έντονο, όμως, δημόσιο συμφέρον εν προκειμένω δεν υφίστατο και η αλλαγή του κριτηρίου πρόσληψης, ανεξάρτητα από το αν ενδεχομένως καθιστούσε τη σχετική διαδικασία διαφανέστερη και αντικειμενικότερη, θα μπορούσε να ισχύσει για μη συναφθείσες εισέτι συμβάσεις εργασίας ωρομισθίων ή ακόμα και για το επόμενο σχολικό έτος.
Μόνη, όμως, η επιθυμία αναδρομικής τροποποίησης του κριτηρίου πρόσληψης, δε συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας, η δε καταγγελία για το λόγο αυτό υπερβαίνει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος του εναγομένου ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μάλιστα, επέλεξε εν προκειμένου προς πραγμάτωση της βούλησής του το πλέον δυσανάλογο και επαχθές μέτρο.
Από τη διατήρηση, αντιθέτως, των εναγόντων ως ωρομισθίων εκπαιδευτικών δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει αρνητική πρόγνωση για το μέλλον της εργασιακής σχέσης από πλευράς οιουδήποτε των συμβαλλομένων, ούτε η διατήρησή της ήταν ιδιαιτέρως επαχθής για το ελληνικό Δημόσιο. Κατά συνέπεια η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν έγινε για σπουδαίο λόγο και είναι εξ αυτού άκυρη." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του εκκαλούντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 418/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίστηκε ότι η από 30-10-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της 1ης των εναγόντων, η από 4-11-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της 2ης των εναγόντων και η από 29-10-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της 3ης , 4ης, 5ου , 6ης ,7ης , και 8ης των εναγόντων είναι άκυρες και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε μία από τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων το ποσό των 1.760,00 ευρώ, στην τέταρτη των εναγόντων το ποσό των 935,00 ευρώ, στον πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 2.717,00 ευρώ, στην έκτη των εναγόντων το ποσό των 616,00 ευρώ και σε κάθε μία από τους έβδομη και όγδοη των εναγόντων το ποσό των 1.188,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τη βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων λόγω της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσιβλήτων ελλείψει σπουδαίου λόγου, καθόσον το μεν η επικληθείσα οικονομική αδυναμία εξεύρεσης των αναγκαίων οικονομικών πόρων για τη λειτουργία του προγράμματος ως συνιστώσα την ύπαρξη του σπουδαίου λόγου, αποδείχθηκε προσχηματική, κατά τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά από την εκκαλουμένη, το δε η πρόθεση του υιοθέτησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος αντικειμενικού τρόπου πρόσληψης του ωρομισθίου εκπαιδευτικού προσωπικού στο πρόγραμμα ΠΔΣ με μεταγενέστερη της προσλήψεως των αναιρεσιβλήτων Υ.Α προς θεραπεία του έντονου δημοσίου συμφέροντος δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας των ήδη νομίμως καταρτισθεισών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπό το προηγούμενο νομικό πλαίσιο.
Κατά συνέπεια ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον ίδιο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με εντελώς αόριστο τρόπο. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 672 Α.Κ. και 13 παρ. 1 του Ν. 3149/2003), χωρίς να είναι σαφές σε ποιο συγκεκριμένο νομικό σφάλμα φέρεται ότι υπέπεσε. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος από τους αριθ. 19 και 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος στο σύνολο του.
3.- Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ. της 26 Ιουν/10 Ιουλ.1944), που ορίζει "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθηκε δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου" με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου, δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την προαναφερθείσα διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου.
Επειδή, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με τη συνταγματική αυτή διάταξη, ενόψει της διατυπώσεώς της και της υπ’ αυτής χρησιμοποιήσεως του όρου "Έλληνες", δεν καθιερώνεται, κατ’ αρχήν, ισότητα μεταξύ ιδιωτών και του Δημοσίου, όταν τα όργανα του τελευταίου εκδίδουν πράξεις κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας.
Επίσης, η ανωτέρω διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής, αν με συγκεκριμένη ουσιαστικού περιεχομένου ρύθμιση, που δεν ανάγεται αμέσως στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, θεσπίζεται υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας και την εκπλήρωση των έναντι των πολιτών υποχρεώσεων του Δημοσίου, διότι και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται ισότητα μεταξύ ιδιωτών και του Δημοσίου.
Επειδή, ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο καταβάλλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, τόκο υπερημερίας, το ύψος του οποίου είναι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, έχει θεσπισθεί ουσιαστικά από το έτος 1877 με τον v. ΧΛ’ 1877 και διατηρήθηκε έως σήμερα. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από αλλεπάλληλες σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Επειδή, η θέσπιση και η διατήρηση σε ισχύ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (ουσιαστικά από το 1877) ρυθμίσεως, κατά την οποία το καταβαλλόμενο από το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου υπερημερίας είναι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες οφειλέτες, δικαιολογείται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, καθ’ όλο το διάστημα αυτό το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από διαδοχικές σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας.
Ενόψει τούτου, η κρινόμενη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, η οποία αποβλέπει στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών, και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ρύθμιση, η οποία αποβλέπει στον περιορισμό της αυξήσεως του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, στην δημιουργία της οποίας συμβάλλουν με την καταβολή φόρων οι φορολογούμενοι πολίτες και στην εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει η διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, δεδομένου και ότι σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, όπως οι προαναφερόμενες, καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση της δυνατότητας υπολογισμού εκ των προτέρων της επιβαρύνσεως του Δημοσίου από τόκους για τις οφειλές του, ώστε να είναι τούτο σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη, κατά το δυνατόν, ακρίβεια, τις επιπτώσεις από την καθυστέρηση εξοφλήσεως των οφειλών του και να προνοήσει για την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για την εξόφλησή τους κατά την κατ’ έτος κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού.
Ενόψει δε του σκοπού, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει η ανωτέρω διάταξη, και λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη την διάρκεια ισχύος αυτής και εξακολουθούν να ισχύουν, η θέσπιση με αυτήν επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου δεν αντίκειται ούτε και προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.
δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, εφόσον το μέτρο αυτό, που έχει ως σκοπό να περιορίσει τις οφειλές του Δημοσίου από τόκους και, επομένως, να αποτρέψει την αύξηση του κρατικού χρέους, είναι κατάλληλο και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται ούτε στην διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία "οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους".
Και τούτο ενόψει του γεγονότος ότι από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι, για την αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων, έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα, που επιβαρύνουν διάφορες και μεγάλες κατηγορίες πολιτών, όπως μειώσεις αποδοχών, σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις ακόμη και αναδρομικές, και συντάξεων, αύξηση υφισταμένων φόρων, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, ο καθορισμός δε του επιμάχου ευνοϊκού για το Δημόσιο ποσοστού τόκου υπερημερίας δεν συνιστά, στο πλαίσιο πάντως των ανωτέρω ρυθμίσεων, παραβίαση της συνταγματικής αυτής διατάξεως. (ΑΕΔ 25/2012 Ολομ Α.Π 3/2006).
Συνεπώς το Εφετείο Ιωαννίνων που με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ήδη αναιρεσιβλήτους για τα επιδικασθέντα σε καθένα από αυτούς ποσά κεφαλαίου τόκους υπολογιζόμενους με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, απορρίπτοντας το δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του αντιθέτου (να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας προς το ποσοστό 6°/ο) υπέπεσε στην παράβαση της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων καθόσον θεώρησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του δημοσίου ως αντισυνταγματική.
Πρέπει κατόπιν τούτου να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 σχετικός λόγος της αναίρεσης, να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά το κεφάλαιο της που αφορά την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσης του ως προς το ποσοστό του επιτοκίου των επιδικασθέντων σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσών.
Κατ’ ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο που αναιρείται η προσβαλλόμενη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ). Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν η από 17-1-2011 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 418/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και δη κατά το δεύτερο λόγο της, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη κατά τη σχετική της διάταξη που αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στα επιδικασθέντα πρωτοδίκως σε κάθε ενάγοντα ποσά το νόμιμο τόκο υπερημερίας επ’ αυτών από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή να γίνει δεκτή αυτή με το να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επιδικασθέντα σε καθένα από αυτούς, με την 418/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ποσά με επιτόκιο 6 ο/ο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 178 ΚΠολΔ τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την άσκηση και την εκδίκαση της έφεσης λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διάδικου μέρους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 158/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και δη κατά το μέρος που απέρριψε το δεύτερο λόγο έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο το τελευταίο παραπονέθηκε ότι η εκκαλουμένη (υπ αριθ.418/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) κατά παράβαση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου επιδίκασε στους εφεσιβλήτους τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά με βάση το ισχύον γενικώς επιτόκιο υπερημερίας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν εν μέρει την έφεση.
Εξαφανίζει εν μέρει την 158/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και δη κατά το μέρος που κατά την ως άνω διάταξη αναιρείται.
Δικάζει την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επιδικασθέντα με την υπ’ αριθ. 418/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με το νόμιμο εκ ποσοστού 6°/ο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την άσκηση και την εκδίκαση της έφεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ