Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination where lower court's evidence evaluation is not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the lower court erred in evaluating witness testimonies and failed to consider specific evidence, claiming the dismissal was arbitrary. The court ruled that the appellate court's assessment of evidence and the necessity of termination for economic reasons fall outside the scope of appellate review, as such evaluations are not subject to legal challenge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence and the necessity of terminating a labor contract for economic reasons are not subject to appellate review and cannot serve as grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 595/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΒΙΟΠ-ΤΕΜΠΟ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Ζλακώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2013 του Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2014 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας (άρθρο 669 παρ.2 του ΑΚ) απαγορεύεται να υπερβαίνει τα τιθέμενα από το άρθρο 281 του ΑΚ αντικειμενικά όρια, σε αντίθετη δε περίπτωση η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με συνέπεια ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται - όπως και πριν - τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, να έχει υποχρέωση να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ.
Ειδικώς, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για οικονομικούς λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας.
Η καταγγελία, όμως, της εργασιακής συμβάσεως εργαζομένου στην επιχείρηση, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της, ελέγχεται από τα δικαστήρια από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση αυτού.
Όπως επίσης ελέγχεται δικαστικώς και ο τρόπος επιλογής του συγκεκριμένου εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 του ΑΚ. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ.1, 653, 656, 349 έως 351, 361, 57, 200, 288 ΑΚ, 1, 3, 7, 8 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, ανήκει η επιλογή των κατάλληλων μέσων και τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχειρήσεώς του και συνακόλουθα η εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην ορθολογικότερη οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του, για την επίτευξη του οικονομικού της σκοπού, στα οποία (θέματα) εμπίπτει και ο καθορισμός του τομέα απασχολήσεως του κάθε εργαζόμενου σ’ αυτήν και η κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας του.
Από τις ίδιες, όμως, πιο πάνω διατάξεις συνάγεται (και) ότι συντρέχει βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως, με συνέπεια να επέρχεται άμεσα ή έμμεσα ζημία στον εργαζόμενο, υλική ή ηθική .
Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματός του αυτού, δηλαδή την ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως, διαφορετικά δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Η μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως από τον εργοδότη δεν επιφέρει μεν καθ’ εαυτή τη λύση της συμβάσεως εργασίας, παρέχει, όμως, στον εργαζόμενο, που δεν αποδέχθηκε τη μεταβολή ρητά ή σιωπηρά, το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή και, αν ο εργοδότης δεν την αποδεχθεί και γίνει έτσι υπερήμερος, να απαιτήσει από αυτόν την καταβολή των αποδοχών του.
Ο εργοδότης, στα πλαίσια οικονομικής ή τεχνικής αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεώς του, μπορεί, στην περίπτωση που είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχολήσεως του εργαζομένου με διαφορετικούς (δυσμενέστερους) όρους εργασίας, που είναι, οπωσδήποτε, ηπιότερο από την απόλυση μέτρο, να προτείνει στον εργαζόμενο την τροποποίηση αυτή και μόνον όταν αυτός την απορρίψει, να προχωρήσει στην καταγγελία, η οποία τότε, αποτελούσα το έσχατο μέσο (ultima ratio), είναι έγκυρη.
Διαφορετικά, η απευθείας προσφυγή στην καταγγελία, στο επαχθέστερο δηλαδή για τον εργαζόμενο μέτρο, παρά το γεγονός ότι είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχολήσεώς του με δυσμενέστερους όρους εργασίας, καθιστά την καταγγελία καταχρηστική (ΑΠ 1199/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών .
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς .
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε . Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου χρόνου, από 2-5-1988, και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, από 4-5-1989, η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικών ειδών στο ..., προσέλαβε τον μηχανολόγο - μηχανικό ΤΕΙ ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του τεχνικού υπαλλήλου, και τον τοποθέτησε στο τμήμα ποιοτικού ελέγχου (έλεγχος εισερχομένων υλικών και παραγωγής γαλβανιστηρίου) της επιχειρήσεώς της .
Κατά το έτος 1991, ο ενάγων μετακινήθηκε στο τμήμα μελετών (ήδη τμήμα σχεδιασμού προϊόντων), όπου και παρέμεινε μέχρι την απόλυσή του, στις 29-1-2007, προσφέροντας τις υπηρεσίες (απλού) τεχνικού υπαλλήλου, χωρίς, καθ’ όλο το διάστημα αυτό, να ενταχθεί στο στελεχικό δυναμικό της εναγομένης ή να του έχουν ανατεθεί αποφασιστικές αρμοδιότητες .
Ειδικότερα, το κύριο εργασιακό αντικείμενο του ενάγοντος, ενταγμένο στη παραγωγή διακοπτών διαφόρων μορφών, περιελάμβανε, βάσει του οργανογράμματος 6/1998, τα εξής: 1) μελέτη νέων προϊόντων - συντονισμός ενεργειών μέχρι την εισαγωγή τους στην παραγωγή (διακοπτικά προϊόντα), 2) βελτίωση υπαρχόντων προϊόντων - αλλαγές ΑΜ - ΑΜ (διακοπτικά προϊόντα), 3) κατασκευή και έλεγχος απλών χειροποίητων δειγμάτων (διακοπτικά προϊόντα), 4) άδειες κυκλοφορίας προϊόντων - εγκρίσεις VDE (διακοπτικά προϊόντα), 5) παρακολούθηση ανταγωνιστών - τεχνική αξιολόγηση - αρχείο δειγμάτων (διακοπτικά προϊόντα), 6) τεχνική ενημέρωση (τεχνικά περιοδικά, εγχειρίδια κ.α.), 7) παρακολούθηση προδιαγραφών - αρχείο DIN, VDE, τεχνικών περιοδικών, 8) οδηγίες οργάνωσης - εργασίας και 9) ειδικές εργασίες (ΜΕΚΟ) .
Αποδείχθηκε περαιτέρω - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - ότι, ενώ μέχρι και την περίοδο 2004 - 2005 η παραγωγή διακοπτών στο εργοστάσιο της εναγομένης ήταν ανοδική, φθάνοντας τα 130.660 τεμάχια μηνιαίως, από τις αρχές του έτους 2006, λόγω της εμφάνισης νέων προϊόντων στην αγορά, παρουσίασε ραγδαία πτώση, περιορισθείσα μόλις σε 83.600 τεμάχια στις αρχές του 2007 και κατά το έτος 2008 κατέληξε να περιορισθεί στα 45.180 τεμάχια ανά μήνα, γεγονός που οδήγησε την εναγομένη να σταματήσει εντελώς την παραγωγή διακοπτών .
Η κάθετη αυτή πτώση της παραγωγικής δραστηριότητας της εναγομένης συρρίκνωσε και το - εντοπιζόμενο κυρίως στη μελέτη και το σχεδιασμό των ορατών εξαρτημάτων των διακοπτών και των πριζών - εργασιακό αντικείμενο του ενάγοντος, τουλάχιστον κατά ποσοστό 50 %, δοθέντος και του ότι, ναι μεν εντάχθηκαν στην παραγωγή της εναγομένης οι νέες ασφάλειες τήξεως ΝΗ και SITOR, πλην όμως τα μηχανολογικά σχέδια του κελύφους αυτών τα παρήγαγε η μητρική της εναγομένης εταιρεία SIEMENS στο εξωτερικό και τα προμήθευε σ’ αυτήν (εναγομένη) έτοιμα .
Έτσι - συνεχίζει το Εφετείο - η εναγομένη, το μεν προ του ουσιώδους περιορισμού της παραγωγικής δραστηριότητάς της και του αναγκαίου αναπρογραμματισμού του εργασιακού περιβάλλοντός της, αλλά και της εκ των πραγμάτων ανακύψασας υποαπασχόλησης του ενάγοντος, την οποία, κατά το εργοδοτικό και διευθυντικό δικαίωμά της, θεμιτώς δεν ανεχόταν, το δε προκειμένου να αποφύγει το έσχατο μέσο, ήτοι την, λόγω εκλείψεως του εργασιακού αντικειμένου του και καταργήσεως της θέσης του, απόλυση του ενάγοντος, πρότεινε σ’ αυτόν τις ακόλουθες λύσεις συμπληρωματικής εργασίας του, που ήταν αντικειμενικώς και οι μόνες, κατά τις τότε συγκυρίες, εναλλακτικές :
α) τον Απρίλιο του 2006, (μερική) απασχόλησή του και σε εργασίες ποιοτικού ελέγχου, τις οποίες, άλλωστε, εκτελούσε μέχρι το έτος 1991 και β) τον Οκτώβριο του 2006, (μερική) απασχόλησή του και στην διαχείριση μηχανολογικών σχεδίων, ιδίως των ως άνω προϊόντων ΝΗ και SITOR (λήψη μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή μηχανολογικών σχεδίων από την μητρική εταιρεία SIEMENS, μελέτη και κατανόησή τους, αρχειοθέτησή τους, διανομή των σχετικών πληροφοριών στα τμήματα παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης και περιορισμένης γραμματειακής υποστήριξης).
Τις - πραγματικώς και όχι προσχηματικώς - προταθείσες αυτές λύσεις, που ήταν οι πλέον αναλογικές και εντάσσονταν στο εν γένει γνωστικό πεδίο και την ειδικότητά του, ο ενάγων δεν τις αποδέχθηκε, προβάλλοντας ότι συνεπάγονταν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του και υποβιβασμό του. Η εναγομένη - όπως δέχεται ακολούθως το Εφετείο - μετά την άρνηση αυτή του ενάγοντος κατήργησε τη θέση εργασίας του και προέβη, στις 29-1-2007, σε (νομότυπη) καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως.
Υπό τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά - καταλήγει το Εφετείο - ήτοι: α) της επιβεβλημένης, εκ των αληθώς ανακυψάντων οικονομοτεχνικών λόγων, ανάγκης της επιχείρησης της εναγομένης προς (μερική) οργανωτική αναδιάρθρωσή της, είτε με την κατάργηση της (ζημιογόνας) θέσης του ενάγοντος, είτε με τον εμπλουτισμό και συμπλήρωση των εναπομεινασών αρμοδιοτήτων του με πρόσθετες νέες, και β) της προηγούμενης εξάντλησης από την εναγομένη εργοδότρια των διαθέσιμων και πρόσφορων ηπιότερων λύσεων και μέσων, η επίδικη καταγγελία δεν έγινε από εμπάθεια και εκδικητικότητα, λόγω της ως άνω άρνησης του ενάγοντος, ή από άλλα ταπεινά εργοδοτικά κίνητρα, αλλά ήταν επιβεβλημένη από τα πράγματα, προς προστασία των καλώς εννοουμένων συμφερόντων της επιχείρησης της εναγομένης και, άρα, δεν ήταν καταχρηστική .
Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), την πρωτόδικη απόφαση (υπ’ αριθμ. 188/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), που είχε κρίνει ομοίως, και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, ως γενομένης κατά κατάχρηση δικαιώματος και συγκεκριμένα εξαιτίας της αρνήσεώς του να δεχθεί την παραπάνω μονομερή και βλαπτική, κατ’ αυτόν, μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του .
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, που είχε ως βάση η ένδικη αγωγή, ούτε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος (η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας ως κριτηρίου ελέγχου της ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας) .
Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή όχι εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ και της υπαγωγής σ’ αυτό των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε.
Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν ο αναιρεσείων γνώριζε ή όχι ότι η άρνησή του να αποδεχθεί την δυσμενέστερη τροποποίηση των όρων εργασίας του θα είχε ως συνέπεια την απόλυσή του, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν κατά βάση την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, ενόψει μάλιστα και του ότι, όπως προκύπτει από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, εκτίθεται σ’ αυτή ρητώς και σαφώς από τον ίδιο, ότι ο Προσωπάρχης της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) εταιρείας τον είχε απειλήσει ότι αν δεν συμμορφωθεί με τις νέες αρμοδιότητές του θα απολυθεί, καθώς υπήρχαν ήδη δύο άτομα έτοιμα να τον αντικαταστήσουν.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, η ανεπάρκεια αυτή ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, όταν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, εφόσον το εξαγόμενο από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, αν και περιέχει ειδική μνεία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "τις νομίμως, με επιμέλεια της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) ληφθείσες υπ’ αριθμ. ... και ... 2009 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας", εν τούτοις, όπως από τις αιτιολογίες της (προσβαλλόμενης αποφάσεως) προκύπτει, το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων επί του αναφερόμενου ζητήματος, κατά τα υποστηριζόμενα με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως .
Έτσι, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικώς σε ελλείψεις που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το πόρισμα που εξήγαγε από αυτές το Εφετείο εκτίθεται σαφώς, και ως εκ τούτου πλήττεται η μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Εφετείου.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2014 αίτηση του Β. Κ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 95/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ