Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, overturning damages for moral harm while dismissing claim for return of deposits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by Eurobank Ergasias against a lower court judgment in favor of a depositor. While the court upheld the order to return the principal deposit amount, it found the reasoning for awarding damages for moral harm legally flawed and overturned that specific portion. Consequently, the case was remitted for further trial regarding the moral damages claim, which the court deemed unsupported by the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code: An appeal based on violation of substantive law is admissible when the court's reasoning is erroneous despite a correct final ruling, requiring remittal for retrial of the specific contested issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 595/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε" (πρώην με την επωνυμία ""ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", ΦΕΚ 8195/3.8.2012 τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ ΚΑΙ ΓΕΜΗ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Οκτωβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 95/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31 Μαΐου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17 παρ.
παρ. 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές ή και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (ε' περίπτώση του άρθρου 16 του ως άνω ν. 3632/1928).
Με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το παραπάνω άρθρο 16 του ν. 3632/ 1928, ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ. γ') και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.
Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.
Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία είναι γνωστή στη χρηματιστηριακή πρακτική ως σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή.
Κατά δε την ΑΚ 710 ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Επίσης κατά την ΑΚ 721 ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, υποχρεούμενος παράλληλα του εντολοδόχου να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική και αποθετική ζημία του εντολέα.
Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.
Επομένως, αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση εις εκείνον του ποσού της καταθέσεως ή τούτο αναλήφθηκε από προστηθέντα από τον τραπεζικό οργανισμό υπάλληλο χωρίς εντολή του παρακαταθέτη, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου ή του προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου της, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών".
Ενόψει δε και της φύσεως του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία αποδόσεως αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαιρέσεως, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ν.δ., τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της (ΑΠ 707/2009, ΑΠ 929/2009, ΑΠ 405/2007, 2050/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.95/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, έγιναν δεκτά, πλην άλλων, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων και τα ακόλουθα: "Ο δεύτερος εναγόμενος (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) προσλήφθηκε από την πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", για το κατάστημά της στην Κοζάνη, στις 11-3-1996, ως Προϊστάμενος Πλατφόρμας, με δικαίωμα Α' υπογραφής, εκτελώντας παράλληλα και χρέη ταμία στο εν λόγω κατάστημα.
Τη θέση αυτή εξακολούθησε να κατέχει και μετά τη συγχώνευση της παραπάνω τράπεζας με την τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." (πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα), τον Οκτώβριο του έτους 2000, μέχρι τις 14-9-2004. Το έτος 1988, μετά από σχετική σύμβαση ανοίγματος λογαριασμών του Τ.Ε.Ι. Κοζάνης, στο εκπαιδευτικό προσωπικό του οποίου ανήκε και ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), με την τότε "Τράπεζα Εργασίας", ο τελευταίος άνοιξε σε αυτήν τον υπ' αριθ. ...
μισθοδοτικό λογαριασμό. Μετά τη συγχώνευση της εν λόγω τράπεζας με την πρώτη εναγομένη, ο εν λόγω λογαριασμός του αντικαταστάθηκε με νέο, τον υπ' αριθ. ... . Από την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού προκύπτει ότι αυτός τροφοδοτείτο κυρίως από το μισθό του ενάγοντος, ως και τα επιδόματα εορτών και αδείας, ως εκπαιδευτικού στο Τ.Ε.Ι.
Δυτικής Μακεδονίας. Τον Απρίλιο του 1997, ο ενάγων άρχισε να ενδιαφέρεται για επενδύσεις στο χρηματιστήριο (αγοραπωλησία μετοχών) και για το λόγο αυτό, απευθύνθηκε στον δεύτερο εναγόμενο, ως αρμόδιο υπάλληλο της "Τράπεζας Εργασίας" και άνοιξε τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, ο οποίος μετά τη συγχώνευση της τράπεζας αυτής με την εναγομένη, αντικαταστάθηκε με τον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό, προκειμένου να τροφοδοτεί αυτόν με τα απαραίτητα και διαθέσιμα προς αγορά μετοχών κεφάλαιά του, μεταξύ των οποίων και τα προερχόμενα από πώληση μετοχών. Τέλος, στις 18-8-2003, μετά από σχετική σύμβασή του με την πρώτη εναγομένη, άνοιξε και τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό δανεισμού (MARGIN) ... . Στο πλαίσιο της συνεργασίας του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση φυλάξεως αξιών και διαχειρίσεως εντολών, δυνάμει της οποίας η τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί εντολές του ενάγοντος για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α., στο όνομα και για λογαριασμό του και να αποδέχεται την μετάθεση στην τράπεζα, κατά τη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, κάθε συγκεκριμένης αγοράς ή πωλήσεως πραγματοποιούμενης θεματοφυλακής.
Επίσης, οι ίδιοι διάδικοι συνήψαν, στη συνέχεια, την από 18-8-2003 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό για αγορά μετοχών, δυνάμει της οποίας η τράπεζα άνοιξε πίστωση στον ενάγοντα, μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, προκειμένου αυτός να εξοφλεί το τίμημα, μετά των λοιπών επιβαρύνσεων, που αφορά την αγορά μετοχών, που πραγματοποιείται στο Χ.Α.Α., ή μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, στο όνομα και για λογαριασμό του, έπειτα από εντολή της τράπεζας, που δίνεται στο πλαίσιο της θεματοφυλακής ... .
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Νοέμβριο του 2003, ο δεύτερος εναγόμενος, προχώρησε στην πώληση 3.500 μετοχών της Γενικής Τράπεζας και 3.000 μετοχών της Τράπεζας Εργασίας, από το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος. Για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 858797/7-11-2003 και 872745/21-11-2003 έγγραφα της Eurobank Χρηματιστηριακής, που προσκομίζει ο ενάγων, με τα οποία ενημερώθηκε για την πώληση των μετοχών του.
Το αντίτιμο από την πώληση των παραπάνω μετοχών, ύψους 22.811,20 και 8.047,99 ευρώ, αντιστοίχως, πιστώθηκε στον αλληλόχρεο λογαριασμό ο οποίος εξυπηρετούσε την πίστωση του ενάγοντος, που ανοίχθηκε με την από 18-8-2003 σύμβαση. Στη συνέχεια, όμως, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας εν αγνοία του ενάγοντος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ένα μέρος του παραπάνω ποσού, μεταφέροντας τούτο σε λογαριασμούς τρίτων, με τους οποίους ο ενάγων ουδεμία σχέση είχε.
Συγκεκριμένα: α) Στις 13-11-2003 μετέφερε το ποσό των 8.250 ευρώ στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που ανήκει στο Ν. Λ., β) στις 14-11-2003 μετέφερε το ποσό των 12.000 ευρώ, στον ίδιο ως άνω λογαριασμό του Ν. Λ., γ) στις 26-11-2003 μετέφερε το ποσό των 1.500 ευρώ στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που ανήκει στον Α. Ρ., δ) στις 26-11-2003 μετέφερε το ποσό των 5.000 ευρώ στον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό, που ανήκει στο Γ. Τ. και ε) στις 27-11-2003 μετέφερε το ποσό των 2.000 ευρώ στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που ανήκει στον Π. Κ.. Τις εν λόγω μεταφορές τέλεσε ο δεύτερος εναγόμενος χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του ενάγοντος, θέτοντας εν αγνοία του κατ' απομίμηση την υπογραφή του στις σχετικές αποδείξεις μεταφοράς μετρητών, με προφανή σκοπό να καλύψει κάποιους άλλους πελάτες της τράπεζας, τους οποίους άφηνε εκτεθειμένους η όλη δραστηριότητά του.
Τούτο δε ομολόγησε ο ίδιος, ενώπιον της Ανακρίτριας, αναφορικά με το έλλειμμα των 400.000 ευρώ, που αποκαλύφθηκε στο ταμείο της τράπεζας στις 14-9-2004, για το οποίο, ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος ... . Από την παραπάνω δε παράνομη και υπαίτια πράξη του δεύτερου εναγομένου, της οποία για πρώτη φορά έλαβε γνώση ο ενάγων μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του (δεύτερου εναγομένου) και τη χορήγηση σε αυτόν των σχετικών στοιχείων, αυτός (ενάγων) υπέστη ζημία ύψους 28.750 ευρώ (8.250 + 12.000 + 1.500 + 5.000 + 2.000),, την οποία πρέπει να του καταβάλουν και οι δύο εναγόμενοι ... .
Επίσης, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ακόμη, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-2004 μέχρι 14-4-2004, αφαιρέθηκαν από τον πρώτο λογαριασμό του ενάγοντος (μισθοδοσίας) τα παρακάτω ποσά: Την 6-2-2004 ποσό 500 ευρώ, την 9-2-2004 ποσό 2.000 ευρώ, στις 27-2-2004 ποσό 1.000 ευρώ, στις 29-3-2004 ποσό 2.400 ευρώ και στις 14-4-2004 ποσό 750 ευρώ και συνολικά 8.650 ευρώ.
Οι αναλήψεις αυτές πραγματοποιήθηκαν από τον εναγόμενο, γεγονός το οποίο ο ίδιος αρνείται, χωρίς, όμως, την εντολή ή την έγκριση του ενάγοντος. Στη συνέχεια δε ο εναγόμενος υπεξαίρεσε τα ποσά αυτά. Για να επιτύχει δε τον σκοπό του, έθεσε, εν αγνοία του ενάγοντος, κατ' απομίμηση την υπογραφή του, επί των δελτίων αναλήψεως.
Το γεγονός ότι τα σχετικά παραστατικά (δελτία αναλήψεως) δεν φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, αλλά μάλλον την υπογραφή του εναγομένου, επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας των εναγομένων, Ι. Α. Π., υπάλληλος της πρώτης, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεσή του. Τονίζεται, ότι όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αναφορικά με την επικρατήσασα, μεταξύ των διαδίκων πρακτική, να δίνονται από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και προφορικώς οι εντολές για αναλήψεις κεφαλαίων, για αγορά μετοχών, αφορούσε μόνο το δεύτερο ως άνω λογαριασμό (καταθετικό) και όχι και τον πρώτο, της μισθοδοσίας.
Άλλωστε, ο ενάγων άνοιξε το δεύτερο αυτό λογαριασμό, ώστε ο λογαριασμός της μισθοδοσίας του να μην έχει καμία σχέση με τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο εναγόμενος υπεξαίρεσε τα ως άνω χρηματικά ποσά από το λογαριασμό του ενάγοντος, είναι το γεγονός ότι, όπως προαναφέρεται, κατά την περίοδο εκείνη, ο εναγόμενος, προκειμένου να καλύψει την παράνομη δραστηριότητά του στην εναγομένη τράπεζα και να καλύψει ανοίγματα που αυτός δημιούργησε, μετέφερε χρήματα από λογαριασμούς πελατών σε λογαριασμό ή λογαριασμούς άλλων πελατών.
Η προκειμένη δε πράξη του εντάσσεται προφανώς στη δραστηριότητά του αυτή....Έτσι, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου, της οποίας για πρώτη φορά έλαβε γνώση ο ενάγων μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του και τη χορήγηση σε αυτόν των σχετικών στοιχείων, αυτός (ενάγων) υπέστη ζημία ύψους 8.650 ευρώ, την οποία πρέπει να του καταβάλουν και οι δύο εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ... .
Τέλος, λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το αδίκημα, το είδος της προσβολής, την υπαιτιότητα του εναγομένου, την προκληθείσα βλάβη, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.
Από αυτό, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, αφαιρείται το ποσό των 40 ευρώ, το οποίο αυτός θα ζητήσει από τα ποινικά δικαστήρια και έτσι απομένει υπόλοιπο 2960 ευρώ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε, κατά μερική παραδοχή της τελευταίας, υποχρέωσε (εκτός από τον δεύτερο εναγόμενο) και την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 40.360 ευρώ, ως ευθυνόμενη εις ολόκληρον λόγω της σχέσης πρόστησης που την συνέδεε με τον δεύτερο εναγόμενο υπάλληλό της, ο οποίος τέλεσε εντός των ορίων και εξ αφορμής των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, την ως άνω αδικοπραξίας, από την οποία ζημιώθηκε ο ενάγων κατά το παραπάνω ποσόν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 του ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου μοναδικό λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον βάσει των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών δεν υπάρχει υπεξαίρεση εκ μέρους του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας τράπεζας, εις βάρος του ενάγοντος, ώστε λόγω της σχέσεως προστήσεως που υπήρχε μεταξύ αυτού και της εναγομένης τράπεζας, να ευθύνεται και αυτή από κοινού με τον υπάλληλό της και σε ολόκληρον απέναντι στον ενάγοντα.
Όμως, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την κατάθεση των χρημάτων στην εναγόμενη Τράπεζα, τόσον στον λογαριασμό που αφορούσε τη μισθοδοσίας του ενάγοντος, όσον και αυτόν, μέσω του οποίου ο τελευταίος πραγματοποιούσε τις προαναφερόμενες επενδυτικές του δραστηριότητες, στον οποίο κατατέθηκε το τίμημα μετά από την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του, αυτή απέκτησε την κυριότητα των κατατεθέντων χρημάτων, σε τρόπον ώστε η ανάληψη αυτών από τον προστηθέντα υπάλληλό της, με απάτη, πλαστογραφία κλπ, για να τα μεταφέρει σε λογαριασμό, άσχετου προς τον ενάγοντα προσώπου, και όχι κατόπιν εντολής του τελευταίου που ήταν δικαιούχος, η Τράπεζα ευθύνεται έναντι αυτού, βάσει της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, εφόσον συντρέχει δόλος του προστηθέντος από αυτήν υπαλλήλου, κατά την ανάληψη των χρημάτων και όχι από αδικοπραξία, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού η υπεξαίρεση των αναληφθέντων χρημάτων εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου υπαλλήλου της, τελέσθηκε σε βάρος της Τράπεζας και όχι σε βάρος του ενάγοντος δικαιούχου των χρημάτων.
Έτσι, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν την κύρια βάση της αγωγής του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της, ο ενάγων ζήτησε την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών των καταθέσεών του, βάσει της μεταξύ αυτού και της εναγομένης τράπεζας συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, που έχει έρεισμα στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων των άρθρων 830 § 1, 806, 827 ΑΚ και του άρθρου 3 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, επιδικάζοντας στον εναγόμενο τα ποσά αυτά των καταθέσεων, που ανέρχονται συνολικά σε 37.400 ευρώ, έστω και με διαφορετική, εσφαλμένη, κατά τα προεκτεθέντα, αιτιολογία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται κατά τα προεκτεθέντα εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, η αναίρεση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., ν' απορριφθεί, μόνο όμως σε ότι αφορά την επιδίκαση του ποσού των 37.400 ευρώ, που αφορά τις καταθέσεις του ενάγοντος στην αναιρεσείουσα τράπεζα.
Όμως, από τις άνω εσφαλμένες αιτιολογίες της προσβαλλόμένης απόφασης, κατά το μέρος που επιδικάζεται εις βάρος της αναιρεσείουσας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μόνο κατά τούτο παράγεται εις βάρος της τελευταίας δυσμενές δεδικασμένο, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, να θεμελιωθεί κατ' αυτής ευθύνη από αδικοπραξία εις βάρος του ενάγοντος από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της και εντεύθεν υποχρέωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως δε, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, αφού δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση ως προς το παραπάνω ζήτημα. Ειδικότερα, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, εφόσον η ένδικη αγωγή δεν θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 922 ΑΚ), όπου και θα μπορούσε να επιδιωχθεί η επιδίκαση εις βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ), αλλά σε αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως της τελευταίας, η αγωγή ως προς το αίτημά της αυτό είναι νομικά αβάσιμη και απορριπτέα. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου πρέπει να επιβληθούν μειωμένα λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-05-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 95/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μόνον κατά το μέρος που επιδικάζεται μ' αυτήν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 37.400 ευρώ, που αφορά τις μη αποδοθείσες σ'αυτόν καταθέσεις του στην αναιρεσείουσα τράπεζα.
Αναιρεί την ίδια ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που επιδικάζεται μ' αυτήν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.960 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κρατεί και δικάζει μόνο ως προς αυτό την υπόθεση.
Απορρίπτει την ένδικη υπ' αριθ. 207/30-10-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως προς το παραπάνω αίτημά της.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας, μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ