Legislator Case Law & Legislation
595/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations; prior suit interrupted limitation period for specific claim only.

Case Number 595/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a tort claim for damages. The appellant argued that the statute of limitations had been interrupted by the filing and discussion of an earlier lawsuit, extending the limitation period to twenty years. The court held that the initial suit interrupted the limitation period only for the specific damages claim covered at that time, leaving the remaining claim subject to the standard five-year period which had already expired. Consequently, the appeal was rejected as unfounded and inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Articles 261, 221 of the Code of Civil Procedure; Article 268 of the Civil Code: In tort cases, a lawsuit filed for part of the damages claim interrupts the limitation period only for that specific part, not for the entire claim.

Keywords

AI generated
statute of limitations tort damages interruption of limitation partial claim Civil Code provisions appeal dismissal procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 298, 914 and 937 of the Civil Code
Articles 261 and 221 of the Code of Civil Procedure
Article 268 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 15/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 595 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 595/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ω, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ξυλούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/8/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 24/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. Ι ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημιώση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ.

Τέλος, κατά το άρθρο 10 του άρθρου ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 7 του Ν 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, και ισχύουν και για αυτή τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 1907/2007). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 18-7-1996 σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στο 143° χιλιόμετρο της εθνικής οδού ...-..., τραυματίστηκε θανάσιμα ο ΑΑ κατά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου, που οδηγούσε, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΒΒ και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γεννήσεως αστικής ευθύνης από τη λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Helvetia-Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών, η οποία συγχωνεύτηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.

Το ατύχημα δε αυτό, σύμφωνα με την υπ' αριθμ 345/2000 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών. Ειδικότερα δε η αμέλεια του ΑΑ προσδιορίστηκε με την απόφαση σε ποσοστό 30%, του δε ΒΒ σε ποσοστό 70%. Ο ΑΑ ζούσε υπό την αυτήν στέγη σε ελεύθερη συμβίωση με την Χ και από τις εξώγαμες σχέσεις του με αυτήν είχε αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ω, που είναι ανήλικο.

Το τέκνο αυτό ο θανών είχε αναγνωρίσει ως γνήσιο με την υπ' αριθμ ... δήλωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Μοιρών Βασιλικής Μαρινάκη, του τέκνου δε αυτού εκείνη ασκεί τη γονική μέριμνα. Η ενάγουσα με την ιδιότητα της αυτή από το χρόνο του ατυχήματος (18-7-1996) έλαβε γνώση της ζημίας του ανήλικου τέκνου και της υπόχρεου προς αποζημίωση ασφαλιστικής εταιρείας.

Με την από 13-9-1996 προγενέστερη αγωγή της που άσκησε μαζί με άλλους κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζήτησε.,εκτός των άλλων, με την ως άνω ιδιότητα της, την καταβολή διατροφής για το ανήλικο τέκνο, ανά μήνα, για το από 15-10-1996 έως 14-10-1998 χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε στις 13-6-2000 η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσα ως διατροφή για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου το ποσό των 70000 δραχμών μηνιαίως.

Με την ένδικη αγωγή με την ίδια ιδιότητα και την ίδια νομική βάση ζήτησε να επιδικαστεί σ' αυτήν ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής, το ποσό των 154000 δραχμών (452 ευρώ) μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 4-12-2001 έως 3-12-2003. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 3-12-2001. Με βάση όμως τις ως άνω νομικές σκέψεις και το ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 3-12-2001, η αξίωση της ενάγουσας έχει υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 10 του Ν 489/1976, λόγω παρόδου διετίας από τον χρόνο του ατυχήματος, αφού ο χρόνος της παραγραφής για το σύνολο της ζημίας άρχισε από το χρόνο που έγινε το ατύχημα (18-7-1996).

Εξάλλου, αφού η βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως της ενάγουσας για διατροφή του ανήλικου τέκνου της με την υπ' αριθμ 345/2000 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έλαβε χώρα το έτος 2000, δεν είναι εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ α' του ΑΚ προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή της ένδικης αξιώσεως της ως εικοσαετής, γιατί η ως άνω βραχυχρόνια διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί στις 18-7-1998, δηλαδή πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής και συνεπώς δεν είχε επέλθει επιμήκυνση του χρόνου της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως παραγεγραμμένη. Με την αναίρεση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου για την παραγραφή της αξίωσης και των λόγων επιμήκυνσης και διακοπής της διαδρομής του χρόνου αυτής, καθώς και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που νομίμως είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας, για διακοπή του χρόνου της παραγραφής με την άσκηση και τη συζήτηση της πρώτης αγωγής της, την έκδοση επ' αυτής της πρωτόδικης απόφασης, τη συζήτηση της έφεσης επ' αυτής τελεσίδικης απόφασης μέχρι την οποία έτσι δεν είχε συμπληρωθεί η διετής από τον χρόνο του ατυχήματος παραγραφή, οπότε ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης αφού είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετία.

Με τα παραπάνω όμως που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού με την προηγούμενη αγωγή είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής μόνο για την αξίωση αποζημίωσης που αναφερόταν στο μερικότερο προηγούμενο χρονικό διάστημα και όχι και για την αξίωση, που ασκείται με την ένδικη αγωγή, που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 4-12-2001 έως 3-12-2003, η οποία αξίωση κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής την 3-12-2001 είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 268 ΑΚ.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, διότι το Δικαστήριο, εξέτασε και απέρριψε τον ισχυρισμό για επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής της ένδικης αξίωσης σε εικοσαετία, λόγω του ότι δήθεν η διετής παραγραφή, εξαιτίας των άλλων διακοπτικών των γεγονότων δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την τελεσίδικη βεβαίωση της αξίωσης αποζημιώσεως της πρώτης αγωγής.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟΛΑΠ 15/2000). Η αναιρεσείουσα επιπλέον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της πως είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής με αναγνώριση της αξίωσης από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση της από 15-11-1999 αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η 151/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δεν προέβαλε ένσταση παραγραφής και στη συνέχεια αποδέχθηκε την απόφαση και δεν άσκησε κατ' αυτής ένδικο μέσο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων όμως και ειδικότερα των προτάσεων της ενάγουσας στο πρωτόδικο δικαστήριο, την έφεση αυτής κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμό για διακοπή της παραγραφής με αναγνώριση της αξίωσης και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Αυγούστου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ