Supreme Court dismisses appeal on vague grounds and factual review, ordering appellants to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding wage equality claims against Hellenic Petroleum A.E. The court found the appeal arguments vague and inadmissible because they failed to specify the exact documents allegedly distorted or the specific factual errors requiring judicial review. Consequently, the court ruled that the lower court's evaluation of evidence and witness testimonies fell outside the scope of appellate control, ordering the appellants to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact document allegedly distorted or the specific factual errors, and the Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence and witness testimonies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 595 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 595/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Α. του Α., κατοίκου ..., έως και 24. Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Χιώτη-Κοκκώνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Μάσσα-Ζερδελή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27067/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1009/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/6/2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 25/9/2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια, υπό τις αυτές συνθήκες και προσόντα, εργασία, ισότητα της αμοιβής, επιβάλλεται, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από το άρθρο 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συν/τος, εφόσον και αυτό επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και από την αρχή αυτή που καθιερώνει δεν δεσμεύεται μόνον ο νομοθέτης, ως προς την ίση, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείριση των υπό τις αυτές εν γένει συνθήκες εργαζομένων, αλλά συνάγεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο μισθωτό του, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες, υπό τις αυτές συνθήκες, υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του.
Αντίθετα, όταν πρόκειται για παροχή που χορηγείται με διάταξη νόμου, η ισότητα της αμοιβής επιβάλλεται από το άρθρο 4 πα. 1 του ισχύοντος Συν/τος όπως και από το άρθρο 22 παρ. 1β αυτού, το οποίο αποτελεί ειδικότερη μορφή της αρχής της ισότητας που καθιερώνει το πρώτο και δεσμεύει, όπως εκτέθηκε, και το νομοθέτη.
Διαφοροποιήσεις ωστόσο της εν λόγω αμοιβής επιτρέπονται, επί εκουσίων μεν παροχών όταν αυτές είναι δίκαιες και εύλογες, ως δικαιολογούμενες από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου, επί νομοθετικών δε ρυθμίσεων, αν επιβάλλονται από λόγους γενικότερους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.Α.Π. 30/1998). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 27/1998, ΑΠ 1682/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι δέχθηκε ότι το επίδομα της επικινδυνότητας που προβλεπόταν, από την από 3-8-1993 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της τότε εργοδότριας των εναγόντων "Ελληνικά Καύσιμα - Ορυκτέλαια Α.Β.Ε.Ε." και του Επαγγελματικού Σωματείου των εργαζομένων σ' αυτήν με την επωνυμία "Ένωση Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων ΕΚΟ ΑΒΕΕ Βορείου Ελλάδος" και το οποίο ζητούσαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους απερρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με βάση την αρχή της των μεταχειρίσεων και όχι με βάση την αρχή της ισότητας, αφού οι κανονιστέες διατάξεις των ΣΣΕ έχουν ισχύ νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες σε εκτέλεση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν από τις σ' αυτήν αναφερόμενες ημερομηνίες από τις εταιρίες "ΕΣΣΘ ΠΑΠΑΣ και ΕΚΟ ΑΒΕΕ", διάδοχος των οποίων είναι η εναγομένη ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ" και έκτοτε εργάζονται στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις των ως άνω εταιριών και μετέπειτα της εναγομένης ως τεχνίτες οργάνων (εκτός από τους 23 και 24 από αυτούς, οι οποίοι εργάστηκαν μέχρι την συνταξιοδότηση τους και αποχώρησή τους μήνες Αύγουστο και Δεκέμβριο του 1998 αντίστοιχα).
Από τις προσλήψεις τους ανήκαν στο τμήμα Ηλεκτρολογικής Συντήρησης - Συντήρησης Οργάνων του Διυλιστηρίου και των χημικών εργοστασίων της Διεύθυνσης Συντήρησης και Κατασκευών της εναγομένης, με γενικό Διευθυντή τα τελευταία έτη τον Γ. Κ.. Στις 31-7-1998 έγινε πλήρης διαχωρισμός του τμήματος Συντήρησης Οργάνων Αυτοματισμού από το τμήμα Ηλεκτρολογικής Συντήρησης με τμηματάρχες, του 1ου τμήματος τον Ν.
Α. και του 2ου τον Σ. Ν.. Με την από 3.8.1993 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπογράφηκε μεταξύ της τότε εργοδότριας των εναγόντων "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ - ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΒΕΕ" (ΕΚΟ ΑΒΕΕ) και του επαγγελματικού Σωματείου των εργαζομένων σ' αυτή με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΚΟ ΑΒΕΕ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ" και με το άρθρο 26 αυτής, με τον τίτλο επιδόματα, συμφωνήθηκε η χορήγηση από τις 11.7.1993 "επιδόματος επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού στους Ηλεκτρολόγους μέχρι και του επιπέδου Προϊσταμένου, που απασχολούνται με τη συντήρηση στις Διευθύνσεις Συντήρησης και Υπηρεσιών Υποστήριξης, ενώ δεν προβλέφθηκε η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και στους απασχολούμενους με την ειδικότητα των εναγόντων, ήτοι στους τεχνίτες οργάνων.
Ως δικαιολογητικός λόγος της χορήγησης του άνω επιδόματος υπήρξε ο βαθμός επικινδυνότητας της εργασίας που προσφέρουν οι ηλεκτρολόγοι, λόγω της καθημερινής συνεχούς απασχολήσεως τους με το ηλεκτρικό ρεύμα που ενέχει κινδύνους πρόκλησης ατυχημάτων και πολλές φορές θανατηφόρων. Κριτήριο δηλαδή για την χορήγησή του υπήρξε όχι η ιδιότητα ή κάποιο τυπικό προσόν, ή εκπαίδευσή τους ή οι γνώσεις των δικαιούχων, αλλά το είδος της εργασίας με το βαθμό επικινδυνότητός της, γι' αυτό και προβλέφθηκε η χορήγησή τους όχι γενικά για τους ηλεκτρολόγους της εναγομένης, αυτούς δηλαδή που κατέχουν πτυχίο και άδεια ηλεκτροτεχνίτη, αλλά για τους ηλεκτρολόγους "που ασχολούνται με τη συντήρηση".
Τα καθήκοντα των ηλεκτρολόγων στο τμήμα συντήρησης στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της εναγομένης όπου χρησιμοποιείται ρεύμα μέσης και υψηλής τάσης με μεγάλες και πολύπλοκες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, συνίσταται στην συντήρηση ηλεκτρικών δικτύων της εναγομένης υψηλής τάσης (150.000 Βολτ) και μέσης τάσης (6.300 Βολτ), γι' αυτό και όσοι ασκούν το επάγγελμα αυτό είναι εφοδιασμένοι με την απαιτούμενη άδεια ηλεκτροτεχνίτη (Α, Β η ΣΤ κατηγορίας), η δε εκτέλεση της εργασίας τους αυτής εγκυμονεί πράγματι υψηλούς κινδύνους για την σωματική ακεραιότητα κα τη ζωή των ίδιων και τρίτων.
Οι τεχνίτες οργάνων, ως οι ενάγοντες, ασχολούνται με τη συντήρηση, επισκευή, σύνδεση, τοποθέτηση, παρακολούθηση των οργάνων ελέγχου και αυτοματισμού που χρησιμοποιούνται στη λειτουργία όλου του εξοπλισμού του Διυλιστηρίου και των Χημικών εργοστασίων. Εργάζονται σε χώρους μηχανήματα όπου βρίσκονται πίνακες μέσης τάσης (6.300 Βολτ) και υπό τάση 110 Βολτ για να εκτελέσουν εργασίες στα εντός του χωριού αυτού ευρισκόμενα όργανα.
Η τάση των 110 Βολτ προκύπτει από τον υποβιβασμό της τάσης των 6.300 Βολτ μέσω μετασχηματιστή τάσης. Επίσης εκτελούν εργασίες υπό τάση 220 ή 110 Βολτ στις εγκαταστάσεις χαμηλής τάσης "Υπό τάση" σημαίνει εργασία ενώ το ηλεκτρικό ρεύμα ισχύος των άνω 220 ή 110 Βολτ περνά από τη γραμμή, δηλαδή οι ενάγοντες δεν κλείνουν ποτέ την παροχή ρεύματος κατά την αποσύνδεση του οργάνου για επισκευή και την επανασύνδεση του μετά από αυτή, και τούτο διότι άλλως θα έπρεπε με κάθε εργασία συντήρησης, επισκευής κ.λ.π.
Οργάνου να σταματήσει την εργασία της ολόκληρη μονάδα ή τμήμα ή εργοστάσιο της εναγομένης. Η άνω εργασία των εναγόντων γίνεται συγχρόνως από δύο (2) πάντοτε τεχνίτες οργάνων (σε ζευγάρια) ώστε ο ένας να βρίσκεται στο χώρο που τοποθετείται το όργανο μετά την επισκευή και ο άλλος στο θάλαμο ελέγχου για να παρακολουθεί τις ενδείξεις, ώστε με τη μεταξύ τους συνεργασία να ελέγχεται η σωστή λειτουργία του οργάνου, γι' αυτό το λόγο δε επιβάλλεται να παρέχεται η εργασία τους "υπό τάση", εφόσον διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει ο έλεγχος της σωστής λειτουργίας του οργάνου.
Δοθέντος ότι τάση μεγαλύτερη των 50 Βολτ θεωρείται δυνητικά επικίνδυνη για τον άνθρωπο μόνον αν η επαφή με αυτή διατηρείται πάνω από πέντε (5) δευτερόλεπτα, πράγμα όμως αδύνατον στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, εφόσον υφίσταται προστασία είτε από μετασχηματιστή απομόνωσης είτε από ηλεκτρονόμους διαφυγής, δεδομένου ότι και η δύο (2) αυτές μέθοδοι προστασίας γειώνουν ή διακόπτουν με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από 5 SEC.
Οι εργασίες που προσφέρουν οι ενάγοντες εμπεριέχουν μικρότερο κίνδυνο για τη ζωή, την υγεία και την σωματική ακεραιότητά τους. Εφόσον δε οι εργασίες αυτές παρέχονται σε όργανα (και όχι σε ηλεκτρικά δίκτυα όπως η εργασία των ηλεκτρολόγων) υπό μέση η χαμηλή τάση σαφώς η εργασία τους διαφέρει σε σχέση με την εργασία των τελευταίων στο βαθμό επικινδυνότητος.
Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν παρέχουν ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και εξυπηρετούν διαφορετικές κατηγορίες αναγκών της εναγομένης από τους εργαζομένους σ' αυτήν συναδέλφους τους ηλεκτρολόγους, ο οποίος είναι υψηλός εν σχέσει με τον βαθμό επικινδυνότητος της εργασίας των εναγόντων που είναι μικρότερης επικινδυνότητος οδήγησε στην εξαίρεση τους από την λήψη του επίδικου επιδόματος.
Εξάλλου οι αρχές της καλής πίστεως απαιτούν να μπορεί η εναγομένη να ιεραρχεί τις εκάστοτε ανάγκες της και να επιλέγει την προώθηση του σχετικού με την αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών έργου της με την παροχή, κατόπιν διαπραγματεύσεων οικονομικών κινήτρων στους αρμοδίους υπαλλήλους της ανάλογα με την ειδικότητα το επίπονο και το βαθμό επικινδυνότητος της εργασίας τους, χωρίς να γεννάται αντίστοιχο δικαίωμα και στους λοιπούς.
Κατόπιν τούτων, καταλήγει το Εφετείο, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής για τους ενάγοντες οι περί ίσης μεταχείρισης διατάξεις οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν με την μη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος σε αυτούς, αφού η άνω διάκριση είναι κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη, εύλογη και σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και δικαιολογείται τέλος από τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητος της εργασίας των ηλεκτρολόγων.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου η άνω επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. δικαιολογημένα εξαίρεσε τους ενάγοντες από την χορήγηση του ως άνω επιδόματος, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την χορήγηση του επιδόματος αυτού είναι το είδος της εργασίας και ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής στην συντήρηση που δεν συντρέχει στην περίπτωση των εναγόντων.
Επομένως το Εφετείο, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία απέρριψε το ως άνω επίδομα που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες, αφού στην μείζονα και ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού γίνεται ταυτόχρονα αναφορά τόσον στην αρχή της ισότητας, όσον και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ενώ όταν υπάρχει παράβαση κανονιστικής διατάξεως ΣΣΕ, η οποία, ως προαναφέρθηκε έχει ισχύ νόμου, έχει εφαρμογή η αρχή της ισότητας, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, με τις παραπάνω πλήρεις και σαφείς περί πραγμάτων αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων, γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και ο πέμπτος εκ του αρ. 19 του αυτού άρθρου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο τελευταίος (πέμπτος) λόγος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη για ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί, ούτε αυτοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, διότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι η τάση μεγαλύτερη των 50 Volt θεωρείται δυνητικά επικίνδυνη για τον άνθρωπο μόνο αν η επαφή με αυτή διατηρείται πάνω από πέντε δευτερόλεπτα, καίτοι δεν είχε προβάλλει αυτόν πρωτοδίκως, ούτε κατ' έφεση η αναιρεσίβλητη εναγομένη.
Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν ήταν ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς να προβληθεί από την εναγομένη, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε από την εκτέλεση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή που δεν προσκομίσθηκαν. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως.
Συνεπώς ο τρίτος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη των αναφερομένων σε αυτόν ενόρκων βεβαιώσεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη κήρυξη απαραδέκτου, ήτοι για τη λήψη υπόψη των αναφερομένων σ' αυτήν ενόρκων βεβαιώσεων που είχαν συνταχθεί μετά την έκδοση της πρωτόδικης δίκης, αφού αυτές παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη κατά τα άρθρα 529 παρ. 1 εδ.
α' , 591 παρ. 1 εδ. α', 670-671 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που διαλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοδίκου δικαστηρίου, όλες τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που μνημονεύονται, την υπ' αριθμ. 186/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Π.
Τ., την από 11-2-2002 γνωμοδότηση του Κ. Σ., Ηλεκτρολόγου - Μηχανικού, που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία αναφέρονται κατωτέρω, κανένα όμως από αυτά δεν παραλείφθηκε κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς.
Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Ο. και Σ. Ν.. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το ως άνω σκέλος του με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχτηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα β) το από την προβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης, δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω εκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά μεν το μέρος αυτού που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του μισθολογίου 1990 του φύλλου μισθολογίου του Κ Π.
του 1993, των φύλλων προγραμμάτων εργασίας από τον Ιούλιο του 1997, από την αρχή το έτους 1998 έως και τον Αύγουστο του 1999, των οργανογραμμάτων της εταιρίας (αναιρεσίβλητης) της 31-3-1997 και 31-3-1998 και της γνωμάτευσης Δ. Σ. τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρει τα ως άνω στοιχεία, κατά δε το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχόμενου των εγγράφων και των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 πρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2003 αίτηση των αναιρεσειόντων Π. Α. κλπ. για αναίρεση της 1009/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ