Supreme Court dismisses appeal on public domain ownership, ruling land was never riverbed despite public works exposure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a 27,050 square meter plot. The State argued the land was part of the Achelous riverbed exposed by hydroelectric works, while the private owner claimed continuous possession since before 1900. The court rejected this, finding the land was never the riverbed and the owner had acquired title through inheritance and original possession.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 116/1975; Arts. 967, 968 of the Civil Code: The court ruled that land exposed by public works is public domain only if it was the riverbed, and since this plot was never the riverbed, the private owner's claim of ownership prevails over the State's claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 594 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 594/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσιμπούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2003 ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, 107/2004 μη οριστική, 164/2007 οριστική του ως άνω Δικαστηρίου, 392/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-8-2014 αίτησή του, την οποία επαναφέρει με την από 6-6-2019 κλήση του, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών.. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 3-5-2019 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 1 ν.116/1975, η κοίτη μη πλευσίμου ποταμού, η οποία αποκαλύπτεται λόγω εκτελέσεως τεχνικών έργων του Δημοσίου ή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή που έχει εγκαταλειφθεί, ανήκει στο Δημόσιο, ενώ με τα άρθρα 967 και 968 ΑΚ, προσδιορίζεται η έννοια των κοινής χρήσεως πραγμάτων (με το πρώτο εξ αυτών) και η ανήκουσα στο Δημόσιο (αν δεν ορίζεται στον νόμο διαφορετικά) κυριότητά τους (με το δεύτερο των εν λόγω άρθρων).
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Ωσαύτως, αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, αν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο (χωρίς ανάγκη χωριστής μνείας και ειδικής αξιολόγησης) ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Τέλος, κατά τον αρ. 19 του ιδίου άρθρου η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης, 392/11 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών, έχουν ως εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 107/2004 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την από 12-12-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου μηχανικού Μ.
Ρ. που ορίστηκε με την 107/2004 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε και κατατέθηκε νόμιμα η ως άνω έκθεση, σύμφωνα με την αριθμ. ...-12-2005 πράξη καταθέσεως του Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο κατά την αγωγή αποτελεί εδαφική έκταση 28.940 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... και συνορεύει ανατολικά με τμήμα της κοίτης του ποταμού Αχελώου που καταπατήθηκε από την Κ. Α., δυτικά επίσης με έκταση της κοίτης του ποταμού Αχελώου που καταπατήθηκε από τους Θ.
και Ε. Τ., βόρεια με τον Αχελώο ποταμό και με έκταση της κοίτης του ιδίου ποταμού που καταπατήθηκε από το Σ. Π. και νότια με έκταση της κοίτης του ιδίου ποταμού που καταπατήθηκε από την Κ. χα Β. Α. και τους Ε. και Θ. Τ., όπως απεικονίζεται στο από μηνός Ιανουαρίου 1997 τοπογραφικό σκαρίφημα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Ε.. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 9-6-1997 έκθεση αυτοψίας καταληφθείσας δημόσιας εκτάσεως της ... και το συνοδεύον αυτή από Ιανουάριο 1997 τοπογραφικό σκαρίφημα καταπάτησης που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Ε. και θεωρήθηκαν τα έγγραφα αυτά από τον Προϊστάμενο της ... Β. Τ., το επίδικο περιγράφεται ως έκταση 28.940 τ.μ.
που αποτυπώνεται με τα στοιχεία ..., αποτελούμενο από δύο τμήματα: Το πρώτο με τα στοιχεία ..., εκτάσεως 1.890 τ.μ. που αποτελεί τριγωνική έκταση στη βορειοδυτική πλευρά (γωνία) του επιδίκου, με τεθλασμένη πλευρά ... προς την ενεργό κοίτη του ποταμού Αχελώου, που διακρίνεται σαφώς από την υπόλοιπη έκταση του επιδίκου, αφού ευρίσκεται σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο από αυτή έως δύο μέτρα και το δεύτερο που καταλαμβάνει την υπόλοιπη έκταση του επιδίκου, επιφανείας 27.050 με τα στοιχεία ...
που έχει υψομετρική διαφορά από την ενεργό κοίτη του ποταμού 1,80 - 2,20 μέτρα. Όλη η ως άνω έκταση του επιδίκου, κατά την αγωγή και την ως άνω έκθεση αυτοψίας της ... αποτελεί αναμφισβήτητα δημόσιο κτήμα, γιατί αποτελεί τμήμα της κοίτης του Αχελώου που αποκαλύφθηκε λόγω του περιορισμού της ποσότητας των υδάτων του, συνεπεία της κατασκευής των υδροηλεκτρικών έργων ...
που εκτελέστηκαν κατά τα έτη 1984-1989, συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από το γεγονός ότι βρίσκεται μεταξύ των προστατευτικών αναχωμάτων των παρόχθιων ιδιοκτησιών. Ευρίσκεται χαμηλότερα 1 έως 1.50 μέτρα από τις υπόλοιπες παρόχθιες ιδιοκτησίες και η υφή του εδάφους του ήταν από αμμοχάλικο, αφού αποτελούσε τμήμα της κοίτης του ποταμού που ουδέποτε είχε καλλιεργηθεί, πράγμα αδύνατον άλλωστε εάν δεν μεσολαβούσαν οι αυθαίρετες ενέργειες της εναγομένης, η οποία, όπως υποστηρίζεται από το έτος 1994 και στο εξής κατέλαβε την έκταση του επιδίκου την ισοπέδοσε και την επιχωμάτωσε σε ύψος 2 μέτρων περίπου και τη δενδροφύτευσε με εσπεριδοειδή και λοιπό οπωροφόρα (βλ.
και τεχνική έκθεση της Μ. Τ., τεχνικής υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αιτ/νίας, η οποία με το .../019/16-2-2005 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας είχε οριστεί ως τεχνικός σύμβουλος επί της πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε). Η επικαλούμενη αυτή από το ενάγον ιστορική διαδρομή δημιουργίας του επιδίκου ως αγροτικής έκτασης - καλλιεργούμενου δενδροπερίβολου δεν αποδεικνύεται από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν.
Ειδικότερα το έτος 1970, δηλαδή πολύ πριν την εκτέλεση κατά τα έτη 1984 - 1989 υδροηλεκτρικών έργων στον ποταμό Αχελώο, που είχαν ως συνέπεια τη μείωση των υδάτων του και την αποκάλυψη τμημάτων της κοίτης του, ο δικαιοπάροχος πατέρας της εναγόμενης, Κ. Α. του Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1970 συμβολαίου πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αγρινίου Η.
Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου στον τόμο …με αριθμό … αγόρασε από τους κληρονόμους - τέκνα του Ε. Φ. Π. ) Κ. Π., ) Ν. Π., ) Τ. συζ. Κ. Μ., το γένος Ε. Π. και ) Π. συζ. Ι. Θ., το γένος Ε. Π., συγκυρίους κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και από τους κληρονόμους - τέκνα του Δ. Φ.
Π. ) Χ. συζ. Α. Π., το γένος Δ. Π., ) Ι. Π. του Δ. και ) Ε. Π. του Δ., συγκυρίους σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/24 ο καθένας, ένα αγρό, εκτάσεως 27.050 τ.μ. κείμενο στη θέση "… ...ς" της περιφέρειας της κοινότητας Καλυβίων του τέως Δήμου Αγρινίου, εμφαινόμενο λεπτομερώς στο προσαρτόμενο στο συμβόλαιο υπό χρονολογία Σεπτέμβριος 1970 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.
Β., όπου αποτυπώνεται με τα γράμματα Α... και περιγράφεται να συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 147 μέτρων με ιδιοκτησία Β. Α., βόρεια επί πλευράς μήκους 176 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Δ., δυτικά επί πλευράς μήκους 40 μέτρων συν 136 μέτρων με ποταμό Αχελώο και νότια επί πλευράς μήκους 86,50 μέτρων συν 40 μέτρων συν 40 μέτρων με ιδιοκτησία Θ.
Τ.. Στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους του Κ. Α. το ίδιο ακίνητο περιήλθε στους μεν κληρονόμους Ε. Φ. Π. από κληρονομία του κληρονομούμενου αυτού, πατέρα τους που πέθανε στις 26-2-1947, του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκαν και για το συγκεκριμένο ακίνητο σύμφωνα με την .../11-9-1970 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συνέταξε ο ίδιος ως άνω συμ/φος και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 84 με αριθμό ...
των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Αγρινίου, στους δε κληρονόμους Δ. Φ. Π. από κληρονομιά του κληρονομούμενου αυτού πατέρα τους που πέθανε το έτος 1941, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθαν σύμφωνα με την .../8-9-1970 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του ίδιου συμ/φου Αγρινίου Η. Π. που συνέταξε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.
Τέλος το ίδιο ακίνητο στους αδελφούς Ε. και Δ. Π. είχε περιέλθει κατ' ισομοιρία (1/2) στον καθένα από κληρονομία του πατέρα τους Φ. Π. που πέθανε περί το έτος 1900. Το ως άνω ακίνητο που αγόρασε το έτος 1970 ο δικαιοπάροχος πατέρας της εναγόμενης όπως αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ταυτίζεται με το δεύτερο ως άνω (μεγαλύτερο) περιγραφόμενο τμήμα του επιδίκου, εκτάσεως 27.050 τ.μ.
που αποτυπώνεται στο από Ιανουάριο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Δημοσίου Ε. Γ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία .... Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και στην από 9 Ιουνίου 1997 ως άνω τεχνική έκθεση της ..., όπου ρητά αναφέρεται ότι το περιγραφόμενο στο .../12-9-1970 συμβόλαιο ακίνητο εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του ως προς τα όρια, τη θέση και το εμβαδόν με την καταπατηθείσα - επίδικη έκταση.
Κατόπιν αυτού ελέγχεται αβάσιμη η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της μάρτυρος Μ. Τ. ως άνω τεχνικής υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου στο Ν. Αιτ/νίας, η οποία υποστήριζε ότι το ακίνητο που αγόρασε ως αγρό το έτος 1970 ο δικαιοπάροχος πατέρας της εναγόμενης δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίδικη έκταση που αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού που αποκαλύφθηκε ως χερσαία έκταση μετά τον περιορισμό των υδάτων του κατά την εκτέλεση υδροηλεκτρικών έργων πολύ αργότερα κατά 1984 - 1989 έτη.
Ούτε η μάρτυρας μπόρεσε να δικαιολογήσει τη μορφή του επιδίκου ως δενδροπερίβολο, όπως διαπίστωσε αυτή κατά την αυτοψία που πραγματοποίησε το έτος 1997 και βεβαιώνει ότι καλυπτόταν από μεγάλο αριθμό δένδρων (κουμκουάτ, πολλές πορτοκαλιές, καρυδιές) και μάλιστα ενήλικων δένδρων, των οποίων την ηλικία δεν μπορεί να προσδιορίσει "Δεν μπορώ να πω αν ήταν ηλικίας 60 ετών τα δένδρα", εάν πράγματι, όπως υποστήριζε η μάρτυρας, η εναγομένη κατέλαβε την επίδικη έκταση και συγκεκριμένα το ως άνω τμήμα της των 27.050 τ.μ., μετά το έτος 1994 και στη συνέχεια την επιχωμάτωσε και τη δενδροφύτευσε, οπότε κατά την αυτοψία της το έτος 1997 θα διαπίστωνε την ύπαρξη μικρής ηλικίας δένδρων 2-3 ετών και όχι ενηλίκων, ακαθόριστης ηλικίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τμήμα ως άνω του επιδίκου των 27.050 τ.μ. που αγόρασε ο δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας εδαφολογικά είχε την ίδια μορφή, όπως αυτή βεβαιώθηκε κατά το χρόνο της αυτοψίας (1997), αφού πάντα καλυπτόταν από χώμα - καλλιεργήσιμο, στο έδαφός του φύονταν μεγάλος αριθμός καρυδιών και άλλων οπωροφόρων δένδρων, τα οποία παροηγούμενα καλλιεργούσε η οικογένεια Π., όπως επίσης φύτευαν κηπευτικά, καρπούζια κ.α., ενώ αρχικά καλλιεργούσαν αυτό με σιτηρά, νεμόμενοι έτσι συνεχώς την έκτασή του πριν το ετος 1990.
Την ίδια εδαφολογική μορφή βεβαιώνει και η ως άνω πραγματογνώμονας μηχανικός που όρισε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην από 12-12-2005 έκθεση που συνέταξε όπου βεβαιώνει ότι στο υπέδαφος του ακινήτου σε βάθος 2 τουλάχιστον μέτρων, που μπόρεσε να εξετάσει, δεν υπάρχουν χαλίκια και φερτά υλικά ποταμού και το έδαφος είναι καλλιεργήσιμο χώμα.
Τα υποστηριζόμενα από το ενάγον Δημόσιο ότι η διερεύνηση του υπεδάφους του ακινήτου πρέπει να γίνει από ειδικό γεωλόγο και ότι υπήρξε επιχωμάτωση του ακινήτου σε ύψος μεγαλύτερο των δύο μέτρων, ώστε το έδαφός του να καταστεί καλλιεργήσιμο, δεν ελέγχονται βάσιμα ούτε αντέχουν στη λογική. Ειδικότερα μια τέτοια επιχωμάτωση επιφανείας 27.050 τετρ.
μέτρων και ύψους πλέον των 2 μέτρων θα απαιτούσε μεταφορά χωμάτων όγκου πλέον των 60.000 κυβικών μέτρων και το κόστος ενός τέτοιου έργου θα ήταν δυσανάλογο με την αξία του ακινήτου - αγρού που δημιουργήθηκε, ώστε κανείς λογικά δεν θα αναλάμβανε ένα τέτοιο κόστος επιχωματώσεως για να δημιουργήσει έναν αγρό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της εναγόμενης, το έτος 1970 αμέσως όταν αγόρασε την ως άνω έκταση των 27.050 τ.μ. περιέφραξε αυτή που εξακολουθεί να φέρει παλαιά περίφραξη και στη συνέχεια το έτος 1975 φύτεψε στο εδαφός της μεγάλο αριθμό εσπεριδοειδών περί τα χίλια περίπου και παράλληλα για τις ανάγκες του κατασκεύασε αγροτική αποθήκη και έτσι μετέτρεψε το ακίνητο σε σύγχρονο δενδροπερίβολο, καλλιεργώντας αυτό και συλλέγοντας τους καρπούς που παρήγε και νεμόμενος κατά το συγκεκριμένο τρόπο το ακίνητο συνεχώς μέχρι το θάνατό του στις 21-6-1994, ο οποίος με την από 30-3-1994 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου με τα υπ' αριθμ. .../6-7-1994 πρακτικά του εγκατέστησε την εναγόμενη θυγατέρα του μοναδική κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του.
Η εναγόμενη δυνάμει της .../21-7- 1997 πράξης αποδοχής κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον του συμ/φου Αγρινίου Β. Σ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου στον τόμο … με αριθμό …. αποδέχθηκε την κληρονομία από τον πατέρα της, μεταξύ των άλλων και επί του ως άνω ακινήτου των 27.050 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στο ως άνω .../1970 συμβόλαιο αγοράς από τον πατέρα της και το συνημμένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Β.
Β. Η εναγόμενη, από το θάνατο του πατέρα της (21-6-1994) και μέχρι την άσκηση της αγωγής συνέχισε να νέμεται και να καλλιεργεί το ακίνητο ως δενδροπερίβολο, μεγάλης ηλικίας πλέον και ουδεμία μεταβολή επέφερε επί αυτού, όπως επιχωμάτωση που αβασίμως υποστηρίζει το ενάγον Δημόσιο. Έτσι η εναγόμενη κατέστη κυρία της εκτάσεως αυτής του επιδίκου των 27.050 τ.μ.
αφενός κατά τρόπον παράγωγο, από κληρονομιά, αφετέρου κατά τρόπο πρωτότυπο, αφού αυτή και οι ως άνω δικαιοπάροχοί της, των οποίων παραδεκτά προσμετρά τη νομή (άρθρ. 1045, 1051 Α.Κ.) νεμήθηκαν την έκταση συνεχώς πολύ πριν το έτος 1900 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ουδέποτε δε η ίδια έκταση αποτέλεσε κοίτη του ποταμού Αχελώου που αποκαλύφθηκε μετά τον περιορισμό των υδάτων του λόγω της εκτέλεσης υδροηλεκτρικών έργων.
Συνεπώς έπρεπε για τη συγκεκριμένη έκταση του επιδίκου των 27.050 τ.μ. να γίνει δεκτή η περί ιδίας κυριότητας ένσταση που πρόβαλε η εναγόμενη προς απόκρουση της αγωγής του ενάγοντος Δημοσίου και να απορριφθεί η αγωγή του αναφορικά με την έκταση αυτή". Βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, κατά παραδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητος της αναιρεσίβλητης για τα 27.050 μ2 στην Τριχωνίδα Αιτ/νίας, κατά τούτο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 164/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολ.
Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε απορρίψει την αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος). IV. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ, γιατί δεν έλαβε υπόψιν του τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα και τοπογραφικά διαγράμματα. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 καθόσον εσφαλμένα εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις και αφετέρου διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, έτσι δε, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του αρ. 19.
Αμφότεροι οι λόγοι, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα: Το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ουδεμία δε περί αυτού αμφιβολία καταλείπεται. Προσέτι, τα εκτιθέμενα στον δεύτερο λόγο ερείδονται στην λανθασμένη προϋπόθεση, ότι, το επίδικο είναι μέρος του Αχελώου ποταμού, παρά τα αντίθετα που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη, ότι, δηλαδή, η άνω έκταση των 27.050 μ2 ουδέποτε αποτέλεσε κοίτη του Αχελώου ποταμού, που αποκαλύφθηκε μετά τον περιορισμό των υδάτων του λόγω εκτέλεσης υδροηλεκτρικών έργων.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου, η αίτηση αναίρεσης, που επαναφέρεται με την από 6-6-19 κλήση, (μετά από ματαίωση στις 22-5-19), καθίσταται απορριπτέα. Τέλος, στο ηττώμενο αναιρεσείον πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-8-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 392/2011 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών.
Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ