Legislator Case Law & Legislation
594/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling procedural arguments inadmissible due to lack of specific legal grounds.

Case Number 594/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute involving an employee and an anonymous company. The appellant argued that the lower court failed to address a specific claim regarding the invalidity of the employment contract termination due to unpaid severance. The court rejected this, stating the appeal lacked the necessary legal basis under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific legal grounds such as nullity, inadmissibility, or deviation from a right derived from the violation of a procedural rule, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility procedural defect legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 594 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 594/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κίνδερλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: α)21/10/2011 με αριθμό κατάθεσης 329/24-11-2011, β)25/10/2011 με αριθμό κατάθεσης 301/27-10-2011 και γ)17/2/2012 με αριθμό κατάθεσης 37/21-2-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/5/2017 αίτησή του και τους από 20/12/2017 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 5-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών 28/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από 27-4-2015 έφεση και τους από 4-11-2016 και 15-11-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 280/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις από 25-10-2011, 21-10-2011 και 17-2-2012 αγωγές, με τις οποίες ζητούσε ο ενάγων:

α) με την πρώτη απ' αυτές, να αναγνωρισθεί ότι οι αναφερόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί σύμφωνα με τους αρχικούς όρους αυτής και να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά,

β) με τη δεύτερη, να αναγνωρισθεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης λόγω αδικαιολόγητης αποχής από την εργασία του και λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εναγομένης και γ) με την τρίτη αγωγή, να αναγνωρισθεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Εφέσεων και να κηρυχθεί άκυρη η επιβληθείσα ποινή της οριστικής απόλυσης και ανενεργός η εξ αιτίας αυτής λύση της εργασιακής του σύμβασης, που έγινε χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος την από 21-10-2011 αγωγή και ως ουσιαστικά αβάσιμες τις άλλες δύο.

Με την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν και οι από 20-12-2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 21-12-2017 και την επίδοση αυτών στην αναιρεσίβλητη στις 28-12-2018, όπως προκύπτει από την …98/28-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ι.

Γ. (άρθρο 569 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρο 7 εδαφ. α του ν. 2112/1920, "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 281 και 288 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ` όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και

γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του π.δ. 246/2006 ''Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των .... Α.Ε. και των ... του Ν. 2963/2001'', που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2007 (άρθρο 39 αυτού), ορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του προσωπικού των ανωνύμων εταιρειών ... (... ΑΕ) όλης της χώρας, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και οι υποχρεώσεις αυτού, οι πειθαρχικές ευθύνες και ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης (άρθρο 1 αυτού) και ειδικότερα:

Κατά το άρθρο 16 του ως άνω Κανονισμού: 1. Κάθε παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, με πράξη ή παράλειψη, που είναι δυνατόν να καταλογισθεί, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. 2. Ως υπηρεσιακό καθήκον νοείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από α. Τις διατάξεις του νόμου 2963/2001 και του παρόντος Κανονισμού. β. Την ατομική σύμβαση εργασίας, τις αποφάσεις και εγκυκλίους που κάθε φορά ισχύουν, από τη φύση της εργασίας, καθώς και τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας του. 3.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγεται όλο το τακτικό και έκτακτο προσωπικό των ..., οι οδηγοί που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας με τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων - μετόχους των ... και οι οδηγοί ιδιοκτήτες λεωφορείων -μέτοχοι, που αυτοπροσώπως οδηγούν τα λεωφορεία τους. Στο άρθρο 17 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται ότι:

1. Οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές ποινές, αναλόγως της βαρύτητας και του είδους των πειθαρχικών παραπτωμάτων, είναι: α. Γραπτή επίπληξη. β. Πρόστιμο ενός τετάρτου (1/4) του ημερομισθίου για κάθε μέρα και μέχρι τρεις (3) ημέρες. γ. Πρόστιμο ενός (1) έως δύο (2) ημερομισθίων. δ. Αργία τριών (3) έως πέντε (5) ημερών. ε. Αργία έξι (6) έως δέκα πέντε (15) ημερών στ. Αργία δεκαέξι (16) έως και τριάντα (30) ημερών. ζ. Αργία τριάντα μιας (31) έως και εξήντα (60) ημερών. η. Οριστική απόλυση. Η ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλεται, εκτός των άλλων, και για αδικαιολόγητη απουσία πάνω από πέντε (5) συνεχόμενες ημέρες ή πάνω από είκοσι (20) μη συνεχόμενες εντός του αυτού έτους, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 8 εδ. δ του παραπάνω Κανονισμού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 246/2006 '' Το ΔΣ του ... μπορεί με απόφασή του, εφόσον οι λειτουργικές ανάγκες το επιβάλλουν, να μεταβάλλει θέσεις εργασίας του προσωπικού από αυτές των ειδικοτήτων τους σε άλλες, με εξαίρεση αυτές του βοηθητικού προσωπικού, χωρίς να θίγεται μισθολογικά ο εργαζόμενος'', ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 1 εδ α' και ε' του ίδιου Κανονισμού, ''Το προσωπικό του ... απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους:

α) Εξαιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ..., σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό των απολύσεων κ.λ.π.), Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού. β)......

ε) Εξαιτίας επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος''. Περαιτέρω, στο άρθρο 10 ορίζονται τα ειδικά καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του προσωπικού του ..., που είναι για τον εκδότη εισιτηρίων τα εξής:

α) Φροντίζει για την έκδοση των εισιτηρίων με σειρά προτεραιότητας και την έκδοση αποδείξεων ότι εισπράχθηκε το κόμιστρο για αποσκευές, ως και αποδείξεις για τη μεταφορά τυχόν ασυνόδευτων δεμάτων.

β) Ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού, εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης και είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή κάθε παρατηρούμενη ανωμαλία και συρροή επιβατών, προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.

γ) Υποχρεούται να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση σχετικών με το είδος της εργασίας του προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

δ) Εκτελεί κάθε εντολή της Διοίκησης του ... για την έκδοση και τον έλεγχο των εισιτηρίων κατά την αναχώρηση των δρομολογίων (παρ. 5), ενώ για τον ελεγκτή, ο οποίος προίσταται οδηγών και εισπρακτόρων, είναι τα ακόλουθα:

α)Ελέγχει τα εισιτήρια που χορηγήθηκαν στους επιβάτες προκειμένου να διαπιστώσει ότι όλοι εφοδιάστηκαν με εισιτήρια και ότι τα εισιτήρια είναι της κανονικής τιμής της εκτελούμενης διαδρομής. Σε αντίθετη περίπτωση υποχρεούται ο ίδιος να εκδώσει και να εφοδιάσει τον επιβάτη με εισιτήριο ή να εκδώσει συμπληρωματικό, στο ύψος της κανονικής του τιμής, εφόσον δεν είχε χορηγηθεί τέτοιο στον επιβάτη. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται να εισπράξει το κανονικό κόμιστρο ή τη διαφορά εκδίδοντας απλή απόδειξη, ως και το τυχόν πρόστιμο που νομίμως έχει ορισθεί, από ειδικό μπλόκ που του χορηγεί το οικείο ....

β) Ελέγχει το δελτίο ελέγχου εισιτηρίων, προκειμένου να διαπιστώσει ότι έγιναν σ' αυτό οι επιβαλλόμενες κανονικές εγγραφές.

γ) Ελέγχει τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου των επιβατών.

δ)Παρακολουθεί την ακριβή, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα, τήρηση των αποφάσεων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, των αστυνομικών διατάξεων και υγεινομικών κανονισμών, των εντολών και οδηγιών των αρμόδιων οργάνων των ..., καθώς και την εφαρμογή των υποχεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα Κανονισμό.

ε) Αναφέρει στο ... αυθημερόν ή το αργότερο την επόμενη ημέρα κάθε ανωμαλία που παρατηρείται στην κυκλοφορία των λεωφορείων, καθώς και κάθε παράβαση των οδηγών και εισπρακτόρων.

στ) Τηρεί κατάσταση ελέγχου σύμφωνα με τις υποδείξεις του ... και τις κείμενες διατάξεις.

ζ) Υποκαθιστά το σταθμάρχη και δίνει εντολές σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι δεν εξυπηρετούνται οι επιβάτες των ενδιάμεσων στάσεων, παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτησή τους και αναφέροντας το ταχύτερο τις σχετικές ενέργειές του στον οικείο σταθμάρχη. η) Δίδει τις αναγκαίες εντολές προς τους οδηγούς και εισπράκτορες για την εξυπηρέτηση του κοινού, τις οποίες υποχρεούνται να εκτελούν (παρ. 3).

Εξάλλου, η απόφαση των αρμόδιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που την συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων όταν εξετάζουν αξίωση του τιμωρημένου εργαζόμενου για κήρυξη της ακυρότητάς τους, κατά το άρθρο 174 ΑΚ, καθώς και για αποζημίωση ή ηθική βλάβη, τόσο από άποψη νομιμότητας, όσο και από άποψη ουσιαστικής έρευνας, υπό τους όρους της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισμό και αν είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 11/2017, 1/2016, 7/2014, 2/2013), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περισταικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) .Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 9/2016, 15/2006).

3. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: 'Οτι ο ενάγων προσελήφθη τον Ιούλιο του 1998 από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εκδότης εισιτηρίων και εργάστηκε με την ως άνω ειδικότητα στα γραφεία της εναγομένης στη ….. με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι με την 6/18-10-2004 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αποφασίστηκε η μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου και ο ενάγων έκτοτε εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό των ... ως εκδότης εισιτηρίων και με την ανωτέρω ειδικότητα εργάστηκε στα γραφεία της εναγομένης στη ….. Ότι το Μάϊο του 2011 η εναγομένη, για λόγους οικονομικούς και ανταγωνιστικούς, λόγω της δυσχερούς οικονομικής θέσης στην οποία βρισκόταν, αποφάσισε να καταργήσει τη θέση του εκδότη και να αναθέσει τα σχετικά καθήκοντα σε εξωτερικό συνεργάτη με σύμβαση έργου, προκειμένου να μειωθεί το κόστος λειτουργίας της και να υπάρχει καλύτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού όλες τις ώρες και ημέρες καθώς, υπό το ισχύον καθεστώς, κάποιες ώρες που υπήρχαν δρομολόγια το ... έμενε χωρίς εκδότη. Ότι απευθύνθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος, ως απόφοιτος λυκείου, δεν διέθετε γνώσεις λογιστικής, προτείνοντάς του τρεις λύσεις, δηλαδή:

α) τη μεταφορά του σε θέση ελεγκτή,

β) τη μεταφορά του σε θέση εισπράκτορα και

γ) την ανάθεση σε αυτόν με σύμβαση έργου του εκδοτηρίου, ωστόσο καμία από τις ανωτέρω λύσεις δεν έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα. Ακολούθως, με την 8/6-4-2011 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, αποφασίστηκε η κατάργηση της θέσης του ελεγκτή, ενώ με την ίδια απόφαση, για τους ίδιους ως άνω λόγους, αποφασίστηκε και η ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο, εξωτερικό συνεργάτη, όλων των θέσεων του λογιστηρίου, ταμείου και γραφείου κίνησης.

Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης, κατόπιν της από 18-4-2011 διακήρυξής της, προέβη στις 30-4-2011 σε διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού για τη λειτουργία του εκδοτηρίου και την παραλαβή μικροδεμάτων και εν συνεχεία συνήψε το από 6-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανέθεσε στον Α. Κ. τη λειτουργία του εκδοτηρίου αυτής και την παραλαβή μικροδεμάτων έναντι της ειδικώς ορισθείσας αμοιβής, ενώ με την από 1-5-2011 σύμβαση έργου ανέθεσε, επίσης σε ιδιώτη λογιστή, την κάλυψη των λογιστικών και φοροτεχνικών αναγκών της και την εν γένει λογιστική οργάνωση και λειτουργία του γραφείου κίνησης. 'Οτι με την 12/19-5-2011 απόφαση του ΔΣ της η εναγομένη, λόγω της κατάργησης της θέσης του εκδότη, αποφάσισε να μεταβάλει την ειδικότητα του ενάγοντος από αυτή του εκδότη σε αυτή του ελεγκτή, επειδή το επέβαλαν οι λειτουργικές της ανάγκες, χωρίς να θίγεται όμως μισθολογικά ο ενάγων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του π.δ. 246/2006.

Έτσι η εναγομένη εταιρεία, αποκλειστικά για λόγους οικονομικούς και αναδιάρθρωσης της επιχείρησης, αποφάσισε να καταργήσει τη θέση του εκδότη και γενικότερα να προβεί στις ανωτέρω αλλαγές και εν συνεχεία όχι να απολύσει τον ενάγοντα, όπως αβάσιμα ο τελευταίος ισχυρίζεται, αλλά να μεταβάλλει την ειδικότητά του, χωρίς όμως να θιγεί μισθολογικά ο τελευταίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του Κανονισμού.

Ότι ο ενάγων αρνήθηκε να δεχθεί την ανωτέρω μεταβολή και αρχικά προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, ενώ στη συνέχεια υπέβαλε την από 9-6-2011 αίτησή του στην εναγομένη, στην οποία, ισχυριζόμενος ότι πάσχει από σοβαρό πρόβλημα υγείας, ζήτησε να συνεχίσει να απασχολείται είτε ως εκδότης εισιτηρίων είτε σε άλλη παρεμφερή θέση, μόνο διοικητικού προσωπικού. 'Ομως, για οικονομικούς λόγους η εναγομένη είχε αναθέσει όλα τα καθήκοντα του διοικητικού προσωπικού σε εξωτερικούς συνεργάτες με σύμβαση έργου.

Για το λόγο αυτό πρότεινε εκ νέου στον ενάγοντα είτε να αναλάβει το εκδοτήριο της εταιρείας, είτε να εργασθεί ως εισπράκτορας είτε ως ελεγκτής, κατ' επιλογή του, χωρίς καμία άλλη μεταβολή στο εργασιακό του καθεστώς και κυρίως χωρίς καμία μισθολογική αλλαγή. Ωστόσο ο ενάγων εξακολουθούσε να εμμένει στην παραμονή του στη θέση του εκδότη είτε σε άλλη διοικητική αποκλειστικά θέση που, όπως προεκτέθηκε, όλες είχαν ανατεθεί σε εξωτερικούς συνεργάτες με συμβάσεις έργου και για το λόγο αυτό απέστειλε στην εναγομένη την από 20-7-2011 δήλωση -πρόσκληση- διαμαρτυρία, δηλώνοντας ότι θεωρεί μονομερή βλαπτική και αυθαίρετη τη μεταβολή της ειδικότητάς του, ως αντίθετη στον Κανονισμό.

Μετά δε την λήξη της άδειας που είχε λάβει ο ενάγων προσήλθε στα γραφεία της εναγομένης για να εργασθεί ως εκδότης εισιτηρίων και για το λόγο αυτό η εναγομένη του απέστειλε στις 27-7-2011 την από 25-7-2011 εξώδικη δήλωση -απάντηση, με την οποία τον καλούσε, μετά τη λήξη της άδειάς του, να αναλάβει καθήκοντα είτε ελεγκτή είτε εισπράκτορα και να ανακαλέσει τους ισχυρισμούς του, τους οποίους θεώρησε ως συκοφαντικούς.

Δέχεται στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε, αλλά αντιθέτως δεν παρουσιάστηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανέθεσε η εταιρεία , απουσιάζοντας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ημερών, ήτοι από 27-7-2011 έως 4-8-2011, ενώ συνέχισε και μετά το ανωτέρω χρονικό διάστημα να μην εκτελεί τα καθήκοντά του.

Για το λόγο αυτό η εναγομένη κίνησε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του και εκδόθηκε η 16/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, η οποία έκρινε τα εξής:'' Ότι η εταιρεία με απόφαση του ΔΣ κατάργησε όλες τις θέσεις διοικητικού προσωπικού της, τα καθήκοντα των οποίων ανατέθηκαν σε εξωτερικούς συνεργάτες με σύμβαση έργου και τούτο διότι, λόγω της οικονομικής καταστάσεως, αυτό ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας.

Στον ελεγχόμενο πειθαρχικά υπάλληλο προτάθηκε είτε να αναλάβει εργολαβικά το εκδοτήριο της εταιρείας ή να εργασθεί ως εισπράκτορας ή ελεγκτής, κατ' επιλογή του, χωρίς άλλη μεταβολή στο εργασιακό του καθεστώς, ο δε υπάλλληλος αρνήθηκε όλες τις προτεινόμενες λύσεις και δεν παρουσιάστηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα, τα οποία η διοίκηση του ανέθεσε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ημερών, ήτοι από 27-7-2011 έως και 4-8-2011, συνεχίζει δε να μην εκτελεί τα καθήκοντά του μέχρι και σήμερα.

Επίσης ο υπάλληλος υπέπεσε στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας με όσα ισχυρίζεται στο από 20-7-2011 εξώδικό του. Για τα ανωτέρω πειθαρχικά παραπτώματα του επιβάλλεται η ποινή της οριστικής απόλυσης''. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 29-8-2011 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η από 25-10-2011 απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων, το οποίο συγκροτήθηκε νομίμως από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταφορών της Περιφέρειας Λέσβου, ως Πρόεδρο, και μέλη έναν εκπρόσωπο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, έναν εκπρόσωπο του Σωματείου Επαγγελματιών Υπαλλήλων, Οδηγών και Εισπρακτόρων και δύο εκπροσώπους του ..., με την οποία έκρινε ότι:

1) Κατά πλειοψηφία, με τέσσερις ψήφους υπέρ και 1 λευκή, ότι είναι αιτιολογημένη η πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση,

2) δέχθηκε, με την ίδια ως άνω πλειοψηφία, ότι είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου για αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος από την εργασία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, καθώς δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο η παρουσία αυτού στην εργασία του και η νόμιμη και προσήκουσα προσφορά εργασίας του και

3) δέχθηκε ότι δεν προκύπτει η τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εναγομένης, το οποίο και αν ήθελε υποτεθεί ότι έχει τελεσθεί δεν επισύρει την ποινή της οριστικής απόλυσης. Έτσι, η έφεση του ενάγοντος έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση ως προς την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης.

Επομένως, κατά το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη εταιρεία αναγκάστηκε όχι να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αλλά να τον τοποθετήσει σε άλλη παρεμφερή θέση. Ότι η μεταβολή αυτή στην εργασία του είχε πράγματι αλλαγές στις συνθήκες εργασίας του και ειδικότερα ως εκδότης ο ενάγων ασκούσε τα καθήκοντά του σε ένα οίκημα παραπλεύρως των γραφείων του ..., στο οποίο εισέρχονταν καθημερινά οι επιβάτες για την έκδοση των εισιτηρίων, σε αυτό δε φυλάσσονταν και μικροδέματα, ενώ ως ελεγκτής είχε ως καθήκον να προβαίνει σε έλεγχο των επιβατών σε ένα μόνο δρομολόγιο του ...

ημερησίως, το οποίο εξάλλου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος Β. Π., το επιλέγει ο ίδιος ο ελεγκτής, καθώς αυτός αποφασίζει σε ποιο δρομολόγιο θα κάνει έλεγχο και μόνο σε ειδική περίπτωση μπορεί να του υποδείξει το ΔΣ του .... Ότι ο ελεγκτής είναι προϊστάμενος των οδηγών και εισπρακτόρων. Επομένως, από την αντιπαραβολή των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό βέβαια με το γεγονός ότι ο ενάγων ουδεμία μισθολογική μείωση θε είχε, αποδεικνύεται ότι τα καθήκοντα του ελεγκτή δεν είναι σε καμία περίπτωση υποδεέστερα από αυτά του εκδότη.

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων πάσχει από μετρίου βαθμού ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας, που αποτελεί μετεγχειρητική επιπλοκή χειρουργηθείσας δύο φορές μεμβρανώδους συγγενούς υποβαλδικής αορτής, οι οποίες επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν τα έτη 1984 και 1996, δεν τον εμπόδισε να εκτελέσει τα καθήκοντα του ελεγκτή που του ανέθεσε η εναγομένη, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού της, ούτε θα προκαλούσε επιδείνωση της υγείας του, καθώς τα καθήκοντα του ελεγκτή δεν απαιτούσαν ιδιαίτερη σωματική κούραση, αλλά ούτε και θα ήταν εκτεθειμένος σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, αφού ο ελεγκτής ελέγχει ένα δρομολόγιο την ημέρα και μάλιστα δρομολόγιο το οποίο επιλέγει ο ίδιος, έχοντας μάλιστα τη δυνατότητα να αναπαύεται κατά τη διάρκεια της εργασίας του.

Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός αυτού, ότι αν παρέμενε στη θέση του ελεγκή θα είχε τη δυνατότητα, ως απόφοιτος λυκείου, με την πάροδο δεκαετίας, να προαχθεί σε βοηθό λογιστή ή βοηθό γραμματέα , καθώς στον ισχύοντα Κανονισμό, ο οποίος κατάργησε τις διατάξεις του π.δ. 229/1994, δεν προβλέπονται παρόμοιες περιπτώσεις προαγωγής υπαλλήλων.

Εξάλλου, η μεταβολή δεν έγινε από πρόθεση της εναγομένης για να μειωθεί ο ενάγων, αλλά υπαγορεύτηκε από οικονομικούς αποκλειστικά λόγους. Πιο συγκεκριμένα, η εναγομένη κατάργησε τη θέση του εκδότη εισιτηρίων και λόγω της οικονομικής της κατάστασης αποφάσισε να αναθέσει τα σχετικά καθήκοντα και τα λοιπά διοικητικά καθήκοντα σε εξωτερικούς συνεργάτες με συμβάσεις έργου, προκειμένου να μειωθούν τα λειτουργικά έξοδά της και έτσι να μην παραστεί ανάγκη αύξησης του κομίστρου, το οποίο θα επιβάρυνε το επιβατικό κοινό.

Ότι η ανωτέρω ενέργεια της εναγομένης έγινε με αποκλειστικό σκοπό τη μείωση των εξόδων της και την καλύτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού καθώς, υπό το ισχύον έως τότε καθεστώς, ο ενάγων εργαζόταν ως εκδότης μόνο πρωϊνές ώρες, με αποτέλεσμα να παρίσταται ανάγκη να απασχολεί η εναγομένη και δεύτερο άτομο τις απογευματινές ώρες, καταβάλλοντας και άλλο μισθό, ενώ κάποιες ώρες και ημέρες, που υπήρχαν δρομολόγια, το ...

έμενε χωρίς εκδότη. Αντιθέτως, μετά την κατάργηση της θέσης του εκδότη και την ανάθεση των σχετικών καθηκόντων σε τρίτο πρόσωπο, με την από 6-5-2011 σύμβαση που συνήψε η εναγομένη με τον Α. Κ., το εκδοτήριο της εναγομένης λειτουργούσε καθημερινά ανεξαρτήτως αργιών, από ώρα 07.00 έως ώρα 20.00 κατά το διάστημα από 24/4 έως 15/5 και από ώρα 07.00 έως ώρα 19.00 από 16/9 έως 19/4 (άρθρο 3 εδ.

β' της σύμβασης).

Δέχεται ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ενεργώντας καλόπιστα η εναγομένη, αρχικά δεν αποφάσισε μονομερώς να τοποθετήσει τον ενάγοντα σε άλλη ειδικότητα, αλλά του πρότεινε τρεις εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να επιλέξει ο ίδιος ελέυθερα, χωρίς καμία άλλη μεταβολή του εργασιακού του καθεστώτος και χωρίς μείωση του μισθού του.

Ωστόσο ο ενάγων αρνήθηκε και τις τρεις προτάσεις της εναγομένης, εμμένοντας στην αρχική του θέση, αν και γνώριζε ότι τούτο δεν είναι εφικτό, καθώς η εναγομένη, λόγω της κατάργησης της ανωτέρω ειδικότητας, δεν είχε πλέον ανάγκη των παρεχόμενων ως άνω υπηρεσιών. Άλλωστε, από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη συγκεντρωτικές καταστάσεις των εργαζομένων της των ετών 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016 προκύπτει ότι από το 2011 και εφεξής δεν εργάζεται κανείς σε θέσεις διοικητικού προσωπικού στην εναγομένη, γεγονός που παραδέχθηκε και ο ανωτέρω μάρτυρας του ενάγοντος, που καταδεικνύει ότι η απόφαση της εναγομένης για κατάργηση της θέσης του ενάγοντος και μεταβολή της ειδικότητάς του, η οποία ελήφθη σύμφωνα με τον Κανονισμό που διέπει τη λειτουργία της εναγομένης, σε καμία περίπτωση δεν ήταν καταχρηστική και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσης, καθώς επιβαλλόταν στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της και υπαγορεύτηκε από λόγους οικονομικούς και πραγματικά σπουδαίους.

Επίσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαώματος της εναγομένης, δεδομένου ότι η μετακίνηση του ενάγοντος δεν έγινε από λόγους εμπάθειας ή εχθρότητας των μελών του ΔΣ της εναγομένης στο πρόσωπό του, ενόψει της κατάργησης της ανωτέρω ειδικότητας του ελεγκτή και της ανάθεσης όλων των διοικητικών καθηκόντων σε εξωτερικούς συνεργάτες με συμβάσεις έργου.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων πράγματι απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του για περισσότερες από πέντε συνεχόμενες ημέρες, ήτοι από 27-7-2011 έως 4-8-2011, ενώ εξάλλου συνέχιζε να απουσιάζει και μετά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος, τον οποίο επιχείρησαν να επιβεβαιώσουν και οι μάρτυρές του στις προσκομιζόμενες από τον ίδιο ένορκες βεβαιώσεις, ότι ο ενάγων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του στα εκδοτήρια της εναγομένης (προς απόδειξη δε του ανωτέρω ισχυρισμού ο ενάγων προσκόμισε αντίγραφα αποδείξεων μεταφοράς μικροδεμάτων με την επωνυμία της εναγομένης του ανωτέρω χρονικού διαστήματος) δεν είναι βάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε προσήκουσα προσφορά της εργασίας του και μάλιστα προς την εναγομένη εργοδότριά του.

Ειδικότερα ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι το ανωτέρω χρονικό διάστημα παρείχε τα καθήκοντά του στο εκδοτήριο της εναγομένης, αναιρείται από το γεγονός ότι ήδη από 6-5-2011 η εναγομένη ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον Α. Κ., τη λειτουργία του εκδοτηρίου αυτής και την παραλαβή μικροδεμάτων έναντι της ειδικώς ορισθείσας αμοιβής, ενώ με την 12/19-5-2011 απόφαση του ΔΣ της, της οποίας έλαβε γνώση ο ενάγων, η εναγομένη λόγω της κατάργησης της θέσης του εκδότη, είχε ήδη μεταβάλει την ειδικότητα του ενάγοντος σε ελεγκτή και, συνεπώς, ακόμη και αν ο ενάγων παρείχε τα καθήκοντα στο εκδοτήριο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εργασία του αφενός δεν ήταν προς την εναγομένη και αφετέρου και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν η προσήκουσα της ειδικότητάς του.

Συγκεκριμένα, αν και γνώριζε από το Μάϊο του 2011 ότι η εναγομένη, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, αποφάσισε τη μεταβολή της ειδικότητάς του, εξακολουθούσε όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα να αρνείται να αποδεχθεί την ανωτέρω μεταβολή, εμμένοντας στην εκτέλεση καθηκόντων εκδότη, τα οποία είχαν ήδη ανατεθεί έναντι αμοιβής σε τρίτο πρόσωπο με σύμβαση έργου, δηλαδή ουσιαστικά ο ενάγων ζητούσε να αμοιφθεί από την εργοδότριά του για εργασία την οποία εκτελούσε αλλος.

Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφέσεων, στο οποίο παραστάθηκε η πληρεξουσία δικηγόρος του ενάγοντος για να εκθέσει τις απόψεις του και το οποίο, αφού δέχθηκε ότι είναι πλήρως αιτιολογημένη η απόφαση του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην οποία παραπέμπει ως προς την αιτιολογία αυτής, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος που του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, επικυρώνοντας ως προς τούτο την απόφαση του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ορθά και με πλήρη αιτιολογία εφάρμοσε τον ισχύοντα Κανονισμό, κρίνοντας ότι η απουσία του ενάγοντος από την εργασία του για χρονικό διάστημα άνω των πέντε και πλέον συνεχόμενων ημερών αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

Η ανωτέρω απόφαση είναι δικαιολογημένη και ανάλογη της βαρύτητας του παραπτώματος του ενάγοντος, καθώς η αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία του για χρονικό διάστημα άνω των πέντε συνεχόμενων ημερών και η άρνησή του να αποδεχθεί την άνω μεταβολή της ειδικότητάς του δεν ήταν περιστασιακή αλλά σταθερή, καθώς συνέχιζε και μετά το ανωτέρω χρονικό διάστημα να αρνείται να προσφέρει την εργασία του στην εναγομένη και να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα, εμμένοντας να εισπράττει μισθό εκτελώντας καθήκοντα τα οποία είχαν ήδη ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο στα πλαίσια του νόμιμου διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.

Επομένως, η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα για σπουδαίους λόγους, που αφορούσαν καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ίδιου του ενάγοντος, εξαιτίας των οποίων κλονίστηκε δικαιολογμένα και ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της τελευταίας προς το πρόσωπο αυτού (ενάγοντος), ώστε να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της σχέσης εργασίας του.

Δεν μπορούσε δε να επιβληθεί κάποια άλλη, τυχόν ηπιότερη, πειθαρχική τιμωρία, αφού ο ενάγων εκδήλωνε σταθερά την άρνησή του να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα. Ότι ο πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων το πρώτον επικαλείται ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, είναι απορριπτέος , διότι η ένδικη από 17-2-2012 αγωγή του έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο το κύρος της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και όχι της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, το οποίο, με βάση όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι ανεξάρτητο δικαίωμα.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 648 και 652 του ΑΚ, 3, 5 και 7 εδ.

α' του ν. 2112/1920, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 5 παρ. 2, 9 παρ. 2, 17 παρ. 1 εδ. η, 18 παρ. 8 εδ. β', γ', δ', 26 παρ. 1 εδ. α' και 29 του π..δ. 249/2006, τις οποίες εφάρμοσε, και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης να καταργήσει την οργανική θέση του εκδότη εισιτηρίων και να αναθέσει τα καθήκοντα του γραφείου έκδοσης σε ιδιώτη εργολάβο, να μεταβάλει την ειδικότητα του ενάγοντος από αυτή του εκδότη εισιτηρίων σ' αυτή του ελεγκτή εισιτηρίων, εφόσον δεν εθίγετο μισθολογικά ο αναιρεσείων και δεν είχε κάποια οικονομική επιβάρυνση και δεν είναι υποδεέστερη η θέση του ελεγκτή από αυτή του εκδότη, είναι σύμφωνη με τις επιταγές των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α' και 9 παρ. 2 του Κανονισμού Προσωπικού των ...., καθόσον η εναγομένη δεν μπορούσε μεν να απολύσει τον ενάγοντα εξαιτίας της κατάργησης της οργανικής θέσης εργασίας του, μπορούσε όμως να μεταβάλει τη θέση εργασίας του, όπως και έπραξε. Υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ορθά κρίθηκε ότι η μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή και δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, ούτε μπορούσε η εναγομένη να τοποθετήσει τον ενάγοντα σε θέση διοικητικού προσωπικού, δηλαδή λογιστή, γραμματέα, ταμία και χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή (άρθρο 5 παρ. 2 εδ.

α' του Κανονισμού), αφού αυτές οι θέσεις καταργήθηκαν με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης στις 6-4-2011. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 6-4-2011 αποφασίζεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο της εναγομένης η κατάργηση των θέσεων του διοικητικού προσωπικού της, μεταξύ των οποίων και αυτή του ελεγκτή που κατείχε ο ενάγων, στις 30-4-2011 προκηρύσσει μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάθεση σε τρίτο της λειτουργίας του εκδοτηρίου της, στις 6-5-2011 συνάπτει μίσθωση έργου με τον Α.

Κ. για την ανάθεση έναντι αμοιβής της λειτουργίας του εκδοτηρίου, την 1-5-2011 αναθέτει με σύμβαση έργου και το λογιστήριο σε τρίτο -ιδιώτη και στις 19-5-2011 λαμβάνει απόφαση για τη μεταβολή της ειδικότητας του ενάγοντος, στην οποία (απόφαση) δεν αναφέρεται και κατάργηση των θέσεων του προσωπικού κίνησης, που είναι οι οδηγοί, οι σταθμάρχες, οι ελεγκτές και οι εισπράκτορες, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδ.

β' του Κανονισμού. Επομένως, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι η εναγομένη πρόσφερε τη θέση ελεγκτή ή εισπράκτορα στον ενάγοντα μετά τις 19-5-2011, ενώ είχε καταργήσει αυτές τις θέσεις, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, καθόσον αυτές δεν καταργήθηκαν και σε ιδιώτες είχαν ανατεθεί οι θέσεις μόνο του διοικητικού προσωπικού και όχι του προσωπικού κίνησης.

Περαιτέρω, εφόσον ο ενάγων από τις 5-8-2011 και μετά προσήρχετο στα γραφεία της εναγομένης για να εργασθεί στην καταργημένη θέση του εκδότη εισιτηρίων, που είχε ανατεθεί στο προαναφερόμενο πρόσωπο, και όχι σ' αυτή του ελεγκτή, που του πρόσφερε η εναγομένη., η προσφορά της εργασίας του δεν ήταν η προσήκουσα προς την τελευταία.

Η δε άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας σε βάρος του ενάγοντος, εν όψει των ανωτέρω παραδοχών, ορθά κρίθηκε ότι δεν είναι καταχρηστική , ως μη υπερβαίνουσα τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και οι δύο πρώτοι λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απολύσει μισθωτό, κατά του οποίου είχε υποβληθεί μήνυση από τον ίδιο για αξιόποινη πράξη που έχει σχέση με την παροχή της εργασίας, είτε έχει απαγγελθεί κατηγορία για άλλη αξιόποινη πράξη σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, χωρίς να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση.

Αν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο αν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης.(ΑΠ 1340/2018, 930/2017, 444/2016, 991/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'' νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγματα αποτελούν οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. ( Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον συναφή τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ με την από 17-2-2012 αγωγή του επικαλείτο ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και ακυρότητα της πειθαρχικής απόφασης για τον ίδιο λόγο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματός του αυτού, όπως και το Εφετείο, στο οποίο επανέφερε το αίτημά του αυτό με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο έφεσης.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της από 17-2-2012 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ιστορούσε στο δικόγραφο αυτής για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα κατά λέξη τα εξής: '' Η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 3 και 5 του ν.2112/1920, αφού δεν μου καταβλήθηκε από την εναγομένη η νόμιμη αποζημίωση, μολονότι το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως το ίδιο δέχθηκε στην απόφασή του (και αν ακόμη υποτεθεί ότι το είχα τελέσει), δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό αδικήματα, που επισύρουν την επιβολή της ποινής της οριστικής απόλυσης και την εξ αυτού του λόγου μη καταβολή στον απολυόμενο εργαζόμενο της νόμιμης αποζημίωσής του.

Το Συμβούλιο Εφέσεων, παρότι προέβη στην ως άνω ορθή κρίση του, ουδόλως αναφέρθηκε στην υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και συνακόλουθα στην μη επικύρωση καθ'ολοκληρία της επιβληθείσας σε βάρος μου πειθαρχικής ποινής. Είναι επομένως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου ένεκα, κατά τα προεκτεθέντα, της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και προς τούτο η εναγομένη έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή αυτής.....

Επειδή, η οριστική απόλυσή μου από την εναγομένη και η εξ αυτής καταγγελία της σύμβασής μου είναι αμφότερες μη νόμιμες και άκυρες λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσής μου''. Στη συνέχεια ζητούσε με την αγωγή του αυτή κατά λέξη ''να αναγνωρισθεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας της επιβληθείσας σε βάρος μου πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης λόγω του αβασίμου αυτής και της προφανούς δυσαναλογίας προς το είδος και τη βαρύτητα των αποδοθέντων σε βάρος μου πειθαρχικών παραβάσεων για τους νόμιμους και βάσιμους λόγους που επικαλούμαι ανωτέρω και να αναγνωρισθεί και κηρυχθεί άκυρη η σε βάρος μου επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης...και ανενεργός η εξαιτίας αυτής λύση της εργασιακής μου σύμβασης με την εναγομένη, ώστε να διατηρηθεί η ισχύς της εργασιακής μου συμβάσεως με αυτή στην οργανική θέση και ειδικότητα που κατείχα''.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 280/2013 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 17-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι η επιβληθείσα ποινή της οριστικής απόλυσης είναι πλήρως αιτιολογημένη και ανάλογη με το πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο διέπραξε αυτός και δεν συντρέχει λόγος ακύρωσής της λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης. Από την επισκόπηση των από 15-11-2016 πρόσθετων λόγων έφεσης προκύπτει ότι ο ενάγων, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο έφεσης, επικαλείται για πρώτη φορά ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος της από 17-2-2012 αγωγής του να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της εργασιακής του σχέσης λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, εφόσον το Συμβούλιο Εφέσεων έκρινε ότι δεν τέλεσε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της εναγομένης.

Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η ένδικη από 17-2-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο το κύρος της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και όχι της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, το οποίο είναι ανεξάρτητο δικαίωμα.

Σε κάθε όμως περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο ως άνω αίτημα της αγωγής, το οποίο ήταν αόριστο, εφόσον δεν επικαλείτο ο ενάγων ότι κοινοποίησε στην εναγομένη απαλλακτική δικαστική απόφαση ή βούλευμα και της ζήτησε την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, ώστε μετά την πάροδο απράκτου ενός εύλογου χρονικού διαστήματος να επέλθει η ακυρότητα της καταγγελίας και η εναγομένη να καταστεί υπερήμερη ως εργοδότρια.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, εφόσον ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης ), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 5.

Συνακόλουθα όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2017 αίτηση και τους από 20-12-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Μ. Π. για αναίρεση της 28/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ