Legislator Case Law & Legislation
594/2011 AI generated

Supreme Court annuls first instance ruling on IT allowance equality, remanding case for further examination.

Case Number 594/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding the IT allowance dispute between a public institution and nineteen employees. The court found the lower court erred in applying constitutional equality principles by granting the allowance only to specialized staff rather than all employees performing relevant duties. Consequently, the case was remanded for retrial with the lower court to reconsider the allowance eligibility under the correct legal framework.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(1) and 8(11) of Law 2470/1997; The IT allowance is granted exclusively to specialized personnel serving in established IT units, not merely to those performing related tasks, thereby upholding the principle of equality without violating it.

Keywords

AI generated
IT allowance eligibility constitutional equality principle specialized personnel requirement public institution employment remand for retrial statutory interpretation judicial review of lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 8(1) of Law 2470/1997
Article 8(11) of Law 2470/1997
Article 8(1) of Law 3205/2003

Cited Case Law

AI generated
Decision 28/3506 of 3-4-1997 of the Administrative Section
AI generated
1637/2012
Supreme Court dismisses appeal on double remittal grounds and rejects unjust enrichment claim against university. The court holds that a second remittal is prohibited after a prior remittal decision. The plaintiff argued for equal treatment regarding IT allowances based on hypothetical hiring scenarios. The court ruled that the plaintiff would not have hired these specific individuals under the same conditions, thus rejecting the claim. The court also noted the procedural bar against a second remittal of the case. The decision affirms the principle of legal certainty in appellate proceedings. The court ordered the defendants to pay legal costs. The case involves public university employees and employment law principles. The key issue is the validity of the double remittal procedure. The court found the plaintiff's argument legally insufficient. The outcome was a dismissal of the appeal and the original claim. The legal reasoning focused on statutory interpretation and procedural rules.
628/2006
Supreme Court rejects equal pay claim for IT staff due to lack of formal organizational classification matching the specific law.
551/2007
Supreme Court dismisses claim of equal pay for IT staff, ruling they differ from eligible category.
558/2007
Supreme Court dismisses appeal for some university staff but allows it for others regarding computer allowance equality.
1803/2022
Supreme Court dismisses university's appeal to recover overpaid IT allowances as voluntarily paid before the law's effective date.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 594 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 594/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη, και Νικόλαος Τρούσας, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα -Αθήνας" (Τ.Ε.Ι.-Α) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο Βάη Καραφυλλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Δ., 2) Ν. Λ., 3)Π. Β. 4)Γ. Κ. 5) Μ. Μ. 6) Σ. Α. 7) Γ. Χ. 8) Ν. Β. 9) Χ. Τ. 10) Μ. Κ. -Π. 11) Δ. Σ. 12) Ε. Ν. 13) Ε. Μ. 14) Α. Χ. 15) Μ. Κ. 16) Α.-Β. Μ. 17) Ε. Π., 18) Χ. Μ. και 19) Ε. Γ. κατοίκων .... Δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 988/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6822/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-2-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμ 1 του άρθρου 559 ΚΠολ Δ και να απορριφθεί ο ίδιος λόγος από τον αριθμ 19 του ίδιου άρθρου ΚΠολ Δ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ αν, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις εκθέσεις επιδόσεως 211, 226, 213, 210, 212, 209, 225, 222, 215, 214, 218, 220, 293, 217, 221 και 223/15-7-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Γ., 4272γ/21-7-2009 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Α.

Σ.-Λ., 6740β/5-8-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ι. Μ. και 6295β/24-7-2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Α. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 27-4-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την (τελευταία) αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι παρόντες.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Εξάλλου, με τη 2048842/6017/0022/6-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 455/12-6-1989 τ. Β'), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 παρ.2 της 88555/3293/4-10-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 721 Ι 4-10-1988 τ. Β'), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν.1836/1989 ορίζονται τα εξής: "Στο προσωπικό των παρακάτω αναφερομένων ειδικοτήτων των Υπηρεσιών - Διευθύνσεων - Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., χορηγείται ειδικό επίδομα, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του Μ.Κ. 28 του Ν.1505/1984 ως ακολούθως : 1) Αναλυτές Προγραμματιστές και Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και εμπειρογνώμονες πληροφορικής 40%, 2)Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, κοπτικών μηχανημάτων και εισαγωγής στοιχείων) 33%, 3) Κωδικογράφοι 20%.

Στη συνέχεια, με τη 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 62/31-1-1995 τ.Β'), που ίσχυσε από 1-1-1995, αυξήθηκε το παραπάνω επίδομα ως ακολούθως: 1) Αναλυτές Προγραμματιστές Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και Εμπειρογνώμονες Πληροφορικής σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε τριάντα χιλιάδες από 1-7-1995. 2) Χειριστές -Χειρίστριες (Η/Υ, Κοπτικών Μηχανημάτων και Εισαγωγής Στοιχείων) σε δέκα έξι χιλιάδες πεντακόσιες (16.500) δρχ.

από 1-1-1995 και σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δρχ. από 1-7-1995. 3) Κωδικογράφοι σε δέκα χιλιάδες (10.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δρχ. από 1-7-1995. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 ορίζονται τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "1.......11.Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π,Δ.194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β. Χειριστές Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ...".

Με το άρθρο 10 παρ. 1 του πιο άνω νόμου διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και άδειας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που χορηγήθηκε με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ίδιου νόμου, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α)....

η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει, ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995

κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988, ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ.

Ήδη δε από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1.4.2004), το ως άνω επίδομα πληροφορικής χορηγείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, δηλαδή: "... 8.Πληροφορικής (επίδομα), για τους ειδικευόμενους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο ΠΔ 50/2001 ...οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α) Αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε 88 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από ετών και πάντως πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα και έκτοτε προσφέρουν σε αυτό τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, και ειδικότερα οι 1η έως και 8η στον κλάδο ΤΕ, Βιβλιοθηκονόμων, η 9η στον κλάδο ΠΕ Βιβλιοθηκονόμων και οι λοιποί 10η έως και η 19η, στον κλάδο Διοικητικού -Λογιστικού.

Όλοι οι αναιρεσίβλητοι διέπονται ήδη μισθολογικά από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, με συνέπεια τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους και όπως προκύπτει από τις υπηρεσιακές βεβαιώσεις, χειρίζονται κατ' αποκλειστική τους απασχόληση και καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου ηλεκτρονικούς υπολογιστές λόγω των υπηρεσιακών αναγκών, διότι δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ.

Το αναιρεσείον επικαλείται το Δ28/3506/3-4-1997 έγγραφο του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων από το οποίο προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις στους ΠΕ πληροφορικής και ΤΕ Πληροφορικής είναι τρεις και πέντε αντιστοίχως και ότι υπηρετούν δύο στον πρώτο κλάδο και τρεις στονδεύτερο. Είναι όμως φανερό ότι και στην περίπτωση αυτή που υπάρχουν οι σχετικές οργανικές θέσεις, αυτές δεν καλύπτουν τις ανάγκες των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, οι οποίες από το ΠΔ 121/1999 "Οργανισμός διοικητικών υπηρεσιών Τ.Ε.Ι Αθήνας" προβλέπονται για τον κλάδο ΠΕ Πληροφορικής 5 θέσεις, για τον κλάδο ΤΕ Πληροφορικής 5 θέσεις και για τον κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ 10 θέσεις, και ως εκ τούτου απαιτείται η απασχόληση των αναιρεσιβλήτων, η οποία είναι αποκλειστική και κατά την έννοια της παραπάνω υπουργικής απόφασης αρκεί η πραγματική απασχόληση στο αντικείμενο αυτό, έχοντας προς τούτο και την αντίστοιχη εξειδίκευση, αφού στο πρόσωπο τους συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος.

Με τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι δικαιούνται το ένδικο επίδομα κατ' εφαρμογή της ως άνω αρχής του Συντάγματος και στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος, του αρθρ.8 παρ.1 του Ν.2470/1997 και 8 παρ.2 του Ν.3205/2003 και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το αρθρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, αφού έκρινε εσφαλμένα ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής η απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ.11 του αρθρ.8, δηλαδή δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδου πληροφορικής και υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών.

Η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι και οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του αρθρ.8 αρ.11 του Ν.2470/1997 δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ'αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6822/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ