Supreme Court dismisses appeal on contract nature and interest calculation regarding engineering services.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a contract for engineering services and supervision. The appellants argued that the contract was a lease of work rather than a service contract and challenged the calculation of interest on the fee. The court held that the contract constituted a lease of work under Article 681 of the Civil Code and confirmed the lower court's correct application of interest rules starting from the completion of the study.
Legislator headnote
AI generatedArt. 681, 694, 340-342 A.C.; A contract for engineering study and supervision constitutes a lease of work where the fee is interest-bearing from completion, and the Second Instance Court's findings on evidence and interest calculation are binding on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 594 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 594/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χήρας Γ. Κ., 2. Ε. Γ. Κ. και 3. Ρ. Γ. Κ., όλων κατοίκων ... και κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Γ.Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους, ο μεν πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπάκο, το δε δεύτερο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/1998 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πάτρας, η οποία συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα προφορικά στα πρακτικά πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανάγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρ. 681 ΑΚ) η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδαφ. 1 του παραπάνω Π.Δ/τος προκειμένου περί ιδιωτικών έργων η πλήρης αμοιβή της μελέτης κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό του Τεχνικού Επιμελητηρίου για λογαριασμό του μηχανικού και το σχετικό παραστατικό της προκαταθέσεως αυτής υποβάλλεται μαζί με τη μελέτη στη πολεοδομική υπηρεσία για την έγκριση και έκδοση της απαιτουμένης αδείας.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται παρέκκλιση από την από το άρθρο 694 ΑΚ καθιερούμενη αρχή κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου, αφού η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα με την ολοκλήρωση της μελέτης έτοιμης προς υποβολή στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την έκδοση της οικοδομικής αδείας.
Εξάλλου προκειμένου περί μελέτης μηχανικού, ως παράδοση αυτής στον εργοδότη κατά την έννοια του άρθρου 694 ΑΚ νοείται, εκτός από την υλική παράδοση των γραπτών στοιχείων (σχεδιαγραμμάτων κ.λ.π.), και η προσπόριση της μελέτης στον εργοδότη, όταν ο μηχανικός διατηρεί μεν την κατοχή του φακέλου των σχεδίων, ο εργοδότης όμως έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη μελέτη αυτή λαμβάνοντας αντίγραφα κ.λ.π.
και γενικά να έχει όλες τις ωφέλειες που πηγάζουν από τη μελέτη ως φορέα επιστημονικής αξίας, δηλαδή άϋλου αγαθού δεκτικού πρακτικής εφαρμογής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου, μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, και ασκεί το επάγγελμα του Πολιτικού Μηχανικού στη πόλη των Πατρών, αναλαμβάνοντας έναντι αμοιβής την εκπόνηση διαφόρων μελετών, που απαιτούνται για την έκδοση αδειών προς εκτέλεση οικοδομικών έργων.
Για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος διατηρεί τεχνικό γραφείο στη Πάτρα, μαζί με το πατέρα του Ι. Ζ., επίσης πολιτικό μηχανικό. Ο τελευταίος διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον Γ. Κ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσειόντων, κάτοχο μεγάλης ακίνητης και κινητής περιουσίας στη Πάτρα και σε άλλα μέρη.
Έχοντας σχετική οικονομική δυνατότητα κατασκεύαζε οικοδομές σε ιδιόκτητα οικόπεδα με δικές του δαπάνες, συμβουλευόμενος τον πατέρα του αναιρεσίβλητου σε τεχνικά θέματα κατά την ανέγερσή τους. Κατά το έτος 1993 σχεδίαζε να ανεγείρει πολυώφορη οικοδομή επί οικοπέδου συνολικού εμβαδού 298,62 μ2 ευρισκομένου στη Πάτρα, στο υπ' αριθμ. ...
οικοδομικό τετράγωνο και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και .... Το οικόπεδο αυτό θα προέκυπτε από την συνένωση δύο ομόρων οικοπέδων, εκ των οποίων το ένα ανήκε στη δική του κυριότητα και το άλλο, επί του ο ποίου υπήρχε και παλαιό σπίτι που σκόπευε να κατεδαφίσει, στη συγκυριότητα του ίδιου και των δύο αδελφών του Κ.
Π. και Σ. Α.. Για την εκπόνηση των πάσης φύσεως μελετών για την ανέγερση της άνω οικοδομής απευθύνθηκε αρχικά στον προσωπικό του φίλο πατέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατόπιν στον τελευταίο με υπόδειξη του πρώτου. Άλλωστε για τον εργοδότη Γ. Κ. δεν είχε καμία ιδιαίτερη πρακτική σημασία σε ποιο από τους δύο θα ανέθετε την εκπόνηση των μελετών για την ανέγερση της οικοδομής, δεδομένου ότι και ο αναιρεσίβλητος είχε άρτια επιστημονική κατάρτιση, συνεργαζόμενος σε κοινό τεχνικό γραφείο με τον πατέρα του, ο οποίος διέθετε πείρα και γνώση στη σύνταξη μελετών για την κατασκευή οικοδομικών έργων.
Έτσι, ο ανωτέρω Γ. Κ. περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1993 ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο την εκπόνηση των πάσης φύσεως μελετών που απαιτούνταν για την έκδοση οικοδομικής αδείας, και την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής με PILOTI επί του ανωτέρω οικόπεδου, αποτυπωθέντος από αυτόν σε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα καλύψεως υπό κλίμακα 1/100 και στοιχεία ΧΨΖΩ, συνολικού εμβαδού 298,62 μ2, με επιτρεπόμενα στοιχεία δομήσεως τα εξής:
α) κάλυψη 70% χ 298,62=209,34 μ2, β) δόμηση 2,40 Χ 298,62=716,69 μ2, γ) ύψος 20,00 μέτρα και δ) εξώστες 716,69 Χ 40%=286,68 μ2 και πραγματοποιούμενα, κατά την συμφωνία των ανωτέρω 209,31 μ2, 716,38 μ2, 15,00 μέτρων και 284,84 αντίστοιχα. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως ο αναιρεσίβλητος προέβη στην εκπόνηση πλήρους μελέτης κτιριακού έργου για την έκδοση της οικοδομικής αδείας και με βάση τα ανωτέρω επιτρεπόμενα και συμφωνηθέντα στοιχεία δομήσεως.
Ειδικότερα, προέβη στις ακόλουθες μελέτες που ήσαν απαραίτητες για την υποβολή του σχετικού φακέλου στο πολεοδομικό γραφείο για την χορήγηση της αδείας: 1) Μελέτη του προγραμματισμού τευχών, 2) Σύνταξη των αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών, 3) Μελέτη θερμομόνωσης και ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας, 4) Μελέτη των υδραυλικών εγκαταστάσεων και της αποχετεύσεως, 5) Μελέτη εγκαταστάσεων ανελκυστήρος και διαμορφώσεως του ακαλύπτου χώρου της πολυκατοικίας, 6) Τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα καλύψεως κατ' εφαρμογή του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου Πατρών, υποβληθέντα από τον άνω εργοδότη αρχές Οκτωβρίου 1993 στην ΣΤ' Εφορία Αρχαιοτήτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας, μαζί με σχετική αίτησή του για την χορήγηση αδείας εκσκαφών επί του άνω οικοπέδου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων".
Όλες οι προαναφερόμενες μελέτες είχαν πλήρως αποπερατωθεί σταδιακά μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1993 και ο σχετικός φάκελος που περιείχε τις μελέτες αυτές μαζί με την αίτηση εκδόσεως της αδείας είχε ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή και εναπέμεινε μόνο ως οφειλομένη ενέργεια εκ μέρους του άνω εργοδότου η καταβολή της αμοιβής του αναιρεσίβλητου για τις ανωτέρω εργασίες στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό του.
Πλην όμως η εν λόγω καταβολή δεν έγινε και η έκδοση της αδείας ματαιώθηκε από λόγους που δεν αφορούσαν τον αναιρεσίβλητο. Η ματαίωση αυτή οφειλόταν σε ασθένεια του ανωτέρω εργοδότου, πάσχοντος από βαρειάς μορφής καρκίνου, νοσηλευομένου, ιδίως κατά τον μήνα Οκτώβριο 1993, στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου τον επισκεπτόταν λόγω της προσωπικής φιλίας ο πατέρας του αναιρεσίβλητου.
Ο τελευταίος (αλλά και ο πατέρας του) εκ λόγων στοιχειώδους κοινωνικής ευπρεπείας και ηθικής τάξεως, δεδομένης της ασθενείας και του εξ αυτής επικειμένου θανάτου του άνω εντολέως, δεν έθεσε προς αυτόν, τότε, δηλαδή μετά την περάτωση του έργου ζήτημα καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής, ο ίδιος δε ο εντολέας μετά την δυσμενή εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του έπαυσε να ενδιαφέρεται για την ανέγερση της άνω οικοδομής, ιδίως από τα μέσα Οκτωβρίου 1993, αποβιώσας την 27-11-1993.
Μετά την ολοκλήρωση των άνω μελετών αυτές παρέμειναν στη κατοχή του αναιρεσιβλήτου, ο δε άνω εντολέας και μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του αναιρεσείοντες εφεσίβλητοι είχαν την δυνατότητα αυτοπροσώπως ήδια μέσου άλλων προσώπων, ενεργούντων κατ' εντολήν τους, όπως τεχνίτες και εργολάβοι οικοδομών να λαμβάνουν γνώση όλων των στοιχείων των επί μέρους μελετών, εκδίδοντας και αντίγραφα αυτών.
Μάλιστα δε η πρώτη αναιρεσείουσα μετά τον θάνατο του συζύγου της, ενεργούσα και για λογαριασμό των ανηλίκων, τότε, θυγατέρων της δεύτερης και τρίτης μη επιθυμούσα την με αυτεπιστασία και δικές της δαπάνες ανέγερση της άνω οικοδομής, αλλά την ανάθεση της ανεγέρσεώς της σε εργολάβο με το σύστημα της αντιπαροχής, διαπραγματευόταν την εκτέλεση του έργου αυτού με διάφορα πρόσωπα, τα οποία κατ' εντολήν της και προς ενημέρωσή τους σχετικά με τις αρχιτεκτονικές, στατικές και λοιπές μελέτες που αφορούσαν το πιο πάνω οικοδομικό έργο, μετέβαιναν στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου, λαμβάνοντας εκ του οικείου φακέλου ό,τι χρήσιμο γι' αυτούς στοιχείο (βλ.
ιδίως, κατάθεση αρχιτέκτονος Ι. Κ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. .../11-2-2004 ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία δια της υπαλλήλου του, σχεδιάστριας, και κατόπιν εντολής της πρώτης αναιρεσείουσας, την 10-10-1995 παρέλαβε από τον αναιρεσίβλητο όλα τα σχέδια και λοιπά στοιχεία των άνω μελετών για να ετοιμάσει την προσφορά του προς αυτή).
Τελικώς η πρώτη αναιρεσείουσα με το υπ' αριθμ. .../24-2-1995 εργολαβικό συμβόλαιο και πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πατρών Χαρίκλειας Βγενοπούλου ανέθεσε στον εργολάβο Ν. Κ. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί του άνω οικοπέδου. Για την ανέγερσή της ελήφθησαν υπόψη, κατά τα ουσιώδη μέρη, όλες οι προαναφερόμενες μελέτες του αναιρεσίβλητου.
Κατ' εντολή δε της πρώτης αναιρεσείουσας ο πιο πάνω εργολάβος εζήτησε και έλαβε από τον αναιρεσίβλητο όλα τα στοιχεία των προαναφερομένων μελετών (βλ. κατάθεση και ιδίου στην υπ' αριθμ. .../1999 ένορκη βεβαίωση) κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για να αναλάβει το πιο πάνω οικοδομικό έργο. Οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως έργου που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενοι ότι τέτοια σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.
Η σύναψή της, όμως, προέκυψε από όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, ιδίως δε εκ του γεγονότος ότι ο ίδιος ο άνω εντολέας στην από 5-10-1993 αίτησή του προς την αρχαιολογική υπηρεσία για να του δοθεί άδεια εκσκαφών στο άνω οικόπεδο υπέβαλε και σχετικό σχεδιάγραμμα του οικοπέδου του, συνταγέν από τον αναιρεσίβλητο.
Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν τον συνέδεε η πιο πάνω έννομη σχέση της μισθώσεως έργου με τον αναιρεσίβλητο, όταν σε δημόσιες υπηρεσίες έκανε χρήση δικών του μελετών. Εκτός αυτού δεν μπορεί λογικώς να γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος, διπλωματούχος μηχανικός ανωτάτης σχολής υποβλήθηκε σε σωματικό και πνευματικό μόχθο για να συντάξει τις άνω μελέτες, συνεπικουρούμενος και από άλλους συνεργάτες του, αναλώνοντας προς τούτο ικανό χρόνο, χωρίς να έχει καμία σχετική εντολή.
Επομένως κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε καταφατικώς περί της συνάψεως της προαναφερομένης συμβάσεως μισθώσεως έργου. Περαιτέρω το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν εκτελέσθηκε το έργο πλην όμως αυτό δεν παραδόθηκε, ούτε και προσφέρθηκε. Όπως ανωτέρω όμως ελέχθη η εκπόνηση όλων των μελετών είχε πλήρως αποπερατωθεί μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1993 και ο σχετικός φάκελος ήταν έτοιμος προς υποβολή του στο πολεοδομικό γραφείο.
Εφόσον όμως ο αναιρεσίβλητος εξεπόνησε όλες τις ανατεθείσες σ' αυτόν μελέτες δικαιούται της νόμιμης αμοιβής του, η καταβολή της οποίας δεν μπορεί να ματαιωθεί γιατί τελικώς, εκ λόγων που δεν αφορούν τον ίδιο δεν εκδόθηκε η άδεια, όπως οι λόγοι αυτοί εκτίθενται ανωτέρω. Επομένως, από του χρονικού σημείου που ο αναιρεσείων εξετέλεσε το έργο, συναφώς προς την ανωτέρω νομική σκέψη, δικαιούται της νομίμου αμοιβής του.
Εκτός όμως αυτού, όπως προαναφέρθηκε, τόσο ο άνω εντολέας, ενόσω ζούσε, όσο και οι αναιρεσίβλητοι μετά τον θάνατο αυτού, είχαν πλήρη πρόσβαση σ' όλα τα στοιχεία των μελετών, που χρησιμοποιούσαν ακωλύτως, ευρισκόμενα στη σφαίρα εξουσιάσεώς των, ως πνευματικών προϊόντων, και φορέων άϋλων αξιών. Το ότι ο αναιρεσίβλητος από τον Νοέμβριο 1993 και μετά ήταν απλός κάτοχος των μελετών ως υλικών σωμάτων, τη στιγμή κατά την οποία μάλιστα ο άνω εντολέας και οι κληρονόμοι του ποτέ δεν ζήτησαν να τους γίνει και υλική παράδοσή τους, δεν σημαίνει και μη παράδοση του έργου με την νομική του όρου έννοια.
Άλλωστε ο αναιρεσίβλητος κανένα λόγο δεν είχε να μην παραδώσει τις μελέτες για να εισπράξει την αμοιβή του. Μια τέτοια αρνητική συμπεριφορά, δεδομένων και των άνω προσωπικών σχέσεων, παραμένει λογικώς ανεξήγητη.
Με βάση τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου μηχανικού, που αξίωσε τη νόμιμη αμοιβή του, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681, 694, 374 ΑΚ ή εκείνες του ΠΔ 696/1974, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού αντιθέτως περιέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης ο πρώτος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αοριστία της αγωγής (αριθ. 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο, ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, πράγμα που απαιτείται (άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για να είναι παραδεκτή η προβολή του αναιρετικού αυτού λόγου.
Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος τους από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι ενώ στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι παρέδωσε την μελέτη στον εργοδότη την 10-10-1993, στη προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ήταν έτοιμη προς υποβολή στο πολεοδομικό γραφείο τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 1993 και ότι έκτοτε η μελέτη αυτή ευρίσκετο στη διάθεση του εργοδότη. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον τα ληφθέντα υπόψη πράγματα που θεμελιώνουν την αξίωση λήψεως της νόμιμης αμοιβής για τη συνταχθείσα μελέτη, περιείχοντο και στην αγωγή, αφού στο επικληθέν στην αγωγή περιστατικό της υλικής παραδόσεως της μελέτης περιλαμβάνεται εννοιολογικά η ολοκλήρωση της συντάξεως της μελέτης αυτής.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 11 και 10 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλονται οι αιτιάσεις της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ως και ότι έγιναν δεκτά πράγματα χωρίς απόδειξη. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση για την ουσία της υπόθεσης από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί νόμιμα και από όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και την όλη αιτιολογία της αποφάσεώς του δεν μένει καμία αμφιβολία ότι αυτό στήριξε τη κρίση του στα παραπάνω στοιχεία και ότι έλαβε υπόψη του και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα. Επομένως οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη διατάξεως αποδείξεως επί των γενομένων δεκτών πραγμάτων, αφού ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται προκειμένου περί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία διαδικασία απόφαση για διεξαγωγή αποδείξεων δεν εκδίδεται (άρθρ. 670 Κ.Πολ.Δ.).
Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο άφησε αδίκαστα αιτήματα των αναιρεσειόντων περιεχόμενα στα πρακτικά συζητήσεως και στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος (άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) αφού τα αιτήματα αυτά δεν προβάλλεται ότι προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο.
Κατά την έννοια του άρθρου 694 παρ. 1 ΑΚ αν η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρος από την παράδοση του έργου στον εργοδότη ανεξαρτήτως από την τυχόν υπερημερία του τελευταίου. Η τοκοδοσία της αμοιβής αρχίζει από την ολοκλήρωση του έργου και την προσπόριση αυτού στον εργοδότη στις περιπτώσεις εκείνες που από τη φύση του παραχθέντος αποτελέσματος η αποπεράτωση του έργου ταυτίζεται με την παράδοση αυτού.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε νόμιμους τόκους επί του ποσού της νόμιμης αμοιβής του αναιρεσιβλήτου από του γενόμενου δεκτού χρόνου της ολοκληρώσεως της μελέτης έτοιμης προς υποβολή στην υπηρεσία πολεοδομίας για έκδοση οικοδομικής αδείας. Οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτώνται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 340-342 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθώς επεδίκασε τόκους, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων (694 παρ. 1 ΑΚ) και ορθώς δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 340-342 ΑΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.9.2004 αίτηση των Μ. χήρας Γ. Κ. και λοιπών για αναίρεση της 599/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ