Legislator Case Law & Legislation
593/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting claim of legal interest to overturn final eviction judgment.

Case Number 593/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's eviction judgment. The appellant argued that the defendant had offset rent payments against the debt, but the court found the defendant's claim of full payment was legally sound. The court ruled that the appellant lacked the necessary legal interest to challenge the final decision, as the matter was already settled by res judicata.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant cannot demonstrate a legal interest to prevent the effect of res judicata.

Keywords

AI generated
res judicata legal interest appeal admissibility eviction proceedings rent offset final judgment costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 593/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Α. Α. Ε.", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γολεμάτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 760/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2341/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 30-7-2020 (αρ. κατ. …./2020) αίτηση, για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015), υπ' αριθμ. 2341/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των όγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2341/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 16-4-2011 (με αρ. κατ.

…./2011) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό και δυνάμει του από 17.1.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, εκμίσθωσε στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (δικαιοπάροχο του ήδη αναιρεσιβλήτου), το περιγραφόμενο σ' αυτό μίσθιο ακίνητο, που βρίσκεται στη …., για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, έναντι μηνιαίου μισθώματος αρχικού ποσού 9.536,22 ευρώ, καταβαλλόμενου εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και αναπροσαρμοζόμενου έκτοτε σύμφωνα με την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, όπως διαμορφώνεται από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση των υπηρεσιών τούτου, πλην όμως το εναγόμενο, αν και ποιούσε ανενόχλητη χρήση του μισθίου ακινήτου, δεν έχει καταβάλει μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 25.1.2010 μέχρι 24.4.2011, συνολικού ποσού 145.381,77 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 145.381,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία το καθένα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 760/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως αόριστο το αίτημα που αφορά στην καταβολή μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 25.1.2011 μέχρι και 24.4.2011 και, κατά τα λοιπά, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 113.885,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως, ασκήθηκε η από 15-9-2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2341/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, δηλαδή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1500/2022, Α.Π. 1435/2021, Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 890/2021, Α.Π. 322/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2341/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Μετά από τον από 16.1.2007 επαναληπτικό διαγωνισμό και σύμφωνα με τους όρους της …/2006 διακήρυξης του εναγόμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία" "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ) και της από 21.2.2007 εγκριτικής απόφασης του ΔΣ τούτου, το ίδιο προέβη, για τις ανάγκες στέγασης των υπηρεσιών του, στη μίσθωση ως ενιαίου μισθίου των εξής οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυωρόφου κτιρίου, που βρίσκεται στη ….

και επί της οδού …., αριθμός ….: α) της με στοιχεία Ι οριζόντιας ιδιοκτησίας-γραφείο του ισογείου ορόφου, συνολικής επιφανείας 312,10 τ.μ., β) της με στοιχείο Α οριζόντιας ιδιοκτησίας-γραφείο του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, συνολικής επιφανείας 342,94 τ.μ. και γ ) της με στοιχείο Β1 οριζόντιας ιδιοκτησίας-γραφείο του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 88,46 τ.μ., ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ο.

Α. Α.". Στους όρους του ως άνω διαγωνισμού ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το μίσθιο ακίνητο πρέπει να παραδοθεί πλήρως αποπερατωμένο και κατάλληλο προς χρήση, να έχει εγκατάσταση ηλεκτρική προκειμένου να κατασκευασθεί και τοποθετηθεί δομημένη καλωδίωση Cat 5e με την κατασκευή θέσεων εργασίας (voice data) ανά κτίριο.

Η ενάγουσα, στην …./15.1.2007 προσφορά της, αποδέχθηκε τους όρους της Διακήρυξης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτής υποχρεούνταν να προβεί στη σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος και να καταβάλει την εγγύηση που απαιτούνταν από τη ΔΕΗ, ώστε οι λογαριασμοί να εκδίδονται στο όνομα του μισθωτή.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου των προσφερομένων προς μίσθωση ακινήτων από διμελή επιτροπή του εναγομένου, η οποία διορίσθηκε με την …./12.2.2007 απόφαση του ΔΣ τούτου σχετικά με το επίδικο μίσθιο, στις 20.2.2007 ζητήθηκαν τηλεφωνικά πρόσθετες πληροφορίες αρμοδίως από την ενάγουσα εκμισθώτρια, σχετικά με το εάν η γεννήτρια ηλεκτρικών εξυπηρετεί τους προσφερόμενους χώρους, τελικά δε αν και δεν προκύπτει σαφής απάντηση περί του ζητήματος αυτού, το ΔΣ του εναγομένου κατέληξε στην απόφαση της μίσθωσης του επιδίκου μισθίου ακινήτου.

Το εναγόμενο με το με αριθμό πρωτοκόλλου …../29.8.2007 έγγραφό του προς την ενάγουσα ανέφερε τα εξής: "Περί τα μέσα του μηνός Ιουνίου πληροφορηθήκαμε τηλεφωνικά ότι είναι σε εξέλιξη οι απαραίτητες ενέργειες για τη Σύσταση Οριζοντίου Ιδιοκτησίας, η οποία, κατά δήλωσή σας, επρόκειτο σύντομα να ολοκληρωθεί, ώστε να επιτρέψει την αναδιάρθωση του ηλεκτρικού δικτύου του ακινήτου.

Έκτοτε και ενώ έχουν περάσει δύο μήνες, η ανωτέρω Σύσταση Οριζοντίου Ιδιοκτησίας δεν έχει ολοκληρωθεί ούτε υπήρξε άλλη βεβαιωμένη εξέλιξη, πέραν της αόριστης διαβεβαίωσης ότι ξεκίνησαν οι εργασίες που προβλέπει η διακήρυξη. Σήμερα, 29.8.2007, η υπηρεσία του ΟΑΕΕ δεν έχει ακόμη μεταστεγαστεί, κατά κατάφορη παραβίαση των χρονικών περιθωρίων που τάσσονται από το νόμο...ως εκ τούτου...παρακαλούμε να μας ενημερώσετε για την πορεία των ενεργειών και το χρονοδιάγραμμα των εργασιών που απαιτούνται, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταστέγαση των υπηρεσιών του ΟΑΕΕ, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στέγασης...".

Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου, η ενάγουσα απέστειλε προς το εναγόμενο το με αριθμό πρωτοκόλλου …./10.10.2007 έγγραφό της, με το οποίο εστάλη συγχρόνως η Σύσταση Οριζοντίων Ιδιοκτησιών και ο Κανονισμός Λειτουργίας του Κτιρίου που βρίσκεται το μίσθιο ακίνητο, με τη γνωστοποίηση ότι οι τεχνικές εργασίες θα έχουν αποπερατωθεί πλήρως περί τα μέσα Οκτωβρίου και υποβάλλεται η παράκληση για την υπογραφή το συντομότερο δυνατό της επικείμενης μισθωτικής σύμβασης.

Τελικά, στις 17.1.2008, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του ως άνω ενιαίου μισθίου ακινήτου, με δωδεκαετή διάρκεια, αντί μηνιαίου μισθώματος, για το πρώτο έτος της μίσθωσης 9.659,08 ευρώ συν το ποσό των 173,86 ευρώ για τέλη χαρτοσήμου ποσοστού 1,8%, του οποίου η καταβολή συμφωνήθηκε ότι θα αρχίσει από την ημερομηνία υπογραφής του Πρωτοκόλλου Παραλαβής του Μισθίου από την Επιτροπή Παραλαβής.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα προκαταβάλλεται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, με ποσό αναπροσαρμογής ίσο με την ετήσια μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως διαμορφώνεται από την ΕΣΥΕ, καθώς και ότι η εκμισθώτρια θα βαρύνεται με τις νόμιμες κρατήσεις υπέρ του ΜΤΠΥ.

Σύμφωνα με το αρ. 7 του άνω μισθωτηρίου συμφωνητικού, η ενάγουσα υποχρεώνονταν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης να ενεργεί στο μίσθιο τις αναγκαίες επισκευές και να επανορθώνει τις φθορές από τη συνήθη χρήση τούτου, σε περίπτωση δε άρνησής της ή μη ενέργειας των επισκευών εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα ή να διακόψει την καταβολή των μισθωμάτων ή να προβεί σε μονομερή λύση της μίσθωσης ή να ενεργεί τις επισκευές σε βάρος της εκμισθώτριας.

Παρά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης και την παραλαβή του μισθίου από την ως άνω επιτροπή, η εξέλιξή της δεν υπήρξε ομαλή, καθώς ο εναγόμενος οργανισμός δεν εγκαταστάθηκε σ' αυτό άμεσα, αλλά σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι η πενταόροφη οικοδομή, στην οποία βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχε μισθώσει ο εναγόμενος οργανισμός, δεν διέθετε χωριστή παροχή για την ηλεκτροδότηση τούτων, δηλαδή για το ισόγειο, τον πρώτο και τμήμα του δευτέρου ορόφου και για κάθε μία από τις λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας οικοδομής, ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Αντίθετα, όχι μόνο ολόκληρο το ως άνω κτίριο ηλεκτροδοτούνταν από υποσταθμό μέσης τάσης που βρίσκονταν στο υπόγειο τούτου, αλλά, παράλληλα, ο συγκεκριμένος υποσταθμός, μέσω υπογείων καλωδίων, ηλεκτροδοτούσε και άλλο ακίνητο του Ο., που βρίσκεται σε απόσταση 30-40 μέτρων, επί της πλατείας …., στη …... Η διαπίστωση αυτή έγινε μετά την παραλαβή του μισθίου ακινήτου από το Δ.

Β., προϊστάμενο του Τμήματος Ασφάλισης των Εσόδων του εναγομένου στη …, με αφορμή την έκδοση του λογαριασμού της ΔΕΗ για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για το χρονικό διάστημα από 8.1.2008 μέχρι 8.2.2008, που αφορούσε το μίσθιο ακίνητο επί της οδού …. αρ. …., ποσού 16.000 €, καθώς το ποσό αυτό θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλό, δεδομένου ότι, κατά την ως άνω χρονική περίοδο, ο εναγόμενος δεν είχε εγκατασταθεί στο μίσθιο, το οποίο άλλωστε είχε παραληφθεί μόλις στις 17.1.2008, κατά τα προαναφερόμενα.

Το γεγονός της ηλεκτροδότησης όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω πενταόροφης οικοδομής, ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ταυτόχρονα και άλλου κτιρίου του Ο., αποτέλεσε σημαντικό πρόβλημα για τον εναγόμενο οργανισμό, γεγονός που γίνεται άμεσα και ευχερώς αντιληπτό από το μέσο συνετό άνθρωπο και σύμφωνα με τα όσα ισχύουν κατά τα συναλλακτικά ήθη.

Τούτο δε διότι καταρχήν δεν υπήρχε η δυνατότητα κατανομής της κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος σε κάθε ιδιοκτησία και η ανάλογη πληρωμή των εκδιδόμενων λογαριασμών, οι οποίοι, ας σημειωθεί, εκδίδονταν στο όνομα της ενάγουσας και αφορούσαν και το άλλο ηλεκτροδοτούμενο ακίνητο, με το επί πλέον αποτέλεσμα να εμποδίζεται και η υλοποίηση του προαναφερομένου όρου της Διακήρυξης τον οποίο, όπως εκτέθηκε, είχε αποδεχθεί η ενάγουσα, δηλαδή να στερείται ο εναγόμενος οργανισμός της συμφωνημένης δυνατότητας να προβεί στη σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος και να καταβάλει την εγγύηση που απαιτούνταν από τη ΔΕΗ, ώστε οι λογαριασμοί να εκδίδονται στο δικό του όνομα, ζήτημα που ήταν αναγκαίο και για το λόγο αυτό αποτέλεσε και όρο της σχετικής Διακήρυξης, αφού ο εναγόμενος οργανισμός αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με αποτέλεσμα τα λειτουργικά του έξοδα να καταβάλλονται σύμφωνα με το δημόσιο λογισμικό, μετά από έγκριση από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Την ύπαρξη του ως άνω προβλήματος και τη σημασία του στην πραγματική εγκατάσταση του εναγομένου στο μίσθιο υποδηλώνει σαφώς το γεγονός ότι μετά την διαπίστωσή του άρχισε συνεχής και αδιάλειπτη επικοινωνία, προφορική και με αλληλογραφία, μεταξύ των διαδίκων μερών αλλά και με την ΔΕΗ, η συνδρομή της οποίας ήταν αναγκαία για την επίλυσή του.

Στην προσπάθεια επίλυσής του η ΔΕΗ πρότεινε αρχικά, με τα με αριθμούς πρωτοκόλλου …./17.3.2008 και …../20.3.2008 έγγραφά της, την παρεμβολή ενδιάμεσου τριφασικού μετρητή, με τον τρόπο όμως αυτό ο λογαριασμός της ΔΕΗ θα εξακολουθούσε να εκδίδεται στο όνομα του καταναλωτή-πελάτη Ο., δηλαδή στο όνομα της ενάγουσας και όχι του εναγόμενου Οργανισμού, οπότε η σχετική δαπάνη δεν μπορούσε να εγκριθεί από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τα προαναφερόμενα και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε η προτεινόμενη από τη ΔΕΗ ως άνω λύση του προβλήματος.

Άμεσα ο εναγόμενος με τη με αρ. πρωτοκόλλου …../23.1.2008 επιστολή του Τμήματος Στέγασης κα Συντήρησης προς την ενάγουσα, της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να μεριμνήσει για την τοποθέτηση ανεξάρτητου μετρητή χαμηλής τάσης, αναφέροντας ρητά ότι η έλλειψη αυτή παρεμποδίζει τη λειτουργία του. Η ενάγουσα, με το …../18.4.2008 έγγραφο του αρμόδιου μέλους του ομίλου της (Ο.

Ε. ανώνυμη εταιρεία αξιοποίησης ανάπτυξης και διαχείρισης ακινήτων), απάντησε ότι με το έγγραφό της η ΔΕΗ της υπέδειξε ως λύση αυτονόμησης και καταγραφής της κατανάλωσης του μισθίου ακινήτου, την τοποθέτηση επί μέρους μετρητών χαμηλής τάσης στις αναχωρήσεις των Πεδίων Χαμηλής Τάσης του Υποσταθμού Μέσης Τάσης του εν λόγω κτιρίου, χωρίς να εξετάζει την περίπτωση ανεξάρτητων παροχών χαμηλής τάσης και επί μέρους μετρητών αυτών, και ότι κατόπιν συνεννοήσεων του εγκατεστημένου εργολάβου της και του επιβλέποντα τις ηλεκτρολογικές εργασίες, ο εγκαταστάτης ηλεκτρολόγος επισκέφθηκε την τεχνική υπηρεσία της ΔΕΗ ….., ώστε να ενημερωθεί για τις προδιαγραφές των μετρητών και τον τρόπο εγκατάστασης αυτών, κατά τη διάρκεια δε της συνάντησης αυτής η ΔΕΗ δεν απέκλεισε την περίπτωση της παροχέτευσης του μισθίου και του κτιρίου στο οποίο βρίσκεται τούτο με ανεξάρτητες παροχές χαμηλής τάσης, θέτοντας την ενάγουσα σε αναμονή ως προς την απάντησή της.

Καταλήγει δε η ενάγουσα στην ως άνω επιστολή της προς το εναγόμενο ότι "Λόγω της παραπάνω έλλειψης έχει καθυστερήσει η ηλεκτρολογική αυτονόμηση του μισθίου σας". Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των αρμοδίων προσώπων των διαδίκων, πλην όμως η επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος παρέμενε σε εκκρεμότητα εξαιτίας της διερεύνησης των πρόσφορων τεχνικών επιλογών της ΔΕΗ, που ήταν αρμόδια για την υλοποίηση τούτου.

Ειδικότερα είχε τεθεί θέμα αν η ΔΕΗ νομιμοποιείται να αδειοδοτήσει, κατόπιν αίτησης από την ενάγουσα, την ανεξάρτητη παροχή χαμηλής τάσης και στη συνέχεια να ενεργήσει τις κατάλληλες προς το σκοπό της ανεξαρτητοποίησης εργασίες επί του δικτύου της. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενάγουσα θα αξιοποιούσε την ήδη υπάρχουσα παροχή μέσης τάσης του ακινήτου, διαμορφώνοντας και τροποποιώντας την κατάλληλα, με σκοπό τη δυνατότητα ανεξάρτητης καταγραφής της κατανάλωσης ρεύματος του ως άνω μισθωμένου από τον εναγόμενο ακινήτου.

Τελικά, στις 28.4.2008, ο εναγόμενος Οργανισμός, ύστερα από αλλεπάλληλες επικοινωνίες με τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ, πληροφορήθηκε την απόφαση της ΔΕΗ να χορηγήσει ανεξάρτητη παροχή χαμηλής τάσης, λύση η οποία παρουσιάσθηκε μάλιστα τότε ως επιθυμητή και προτιμητέα από την ενάγουσα, δεδομένου ότι ήταν η λιγότερο δαπανηρή για την ίδια, καθώς και ότι θα ακολουθούσε η εκτέλεση της εργολαβίας για την προσαρμογή του ηλεκτρολογικού δικτύου του ακινήτου με εργοδότη την ενάγουσα.

Τα παραπάνω αναφέρονται στο με αρ. πρωτοκόλλου …./13.5.2008 έγγραφο του εναγομένου προς την ενάγουσα, στο οποίο επισημαίνεται ότι μέχρι τότε (13.5.2008) δεν είχε ξεκινήσει καμία εργασία, ότι χωρίς την αποκατάσταση των ελλείψεων αυτών, στις οποίες περιλαμβάνει και ελλείψεις του συστήματος voice data, "είναι παντελώς αδύνατη η λειτουργία της υπηρεσίας" του, με την παράκληση να ενημερωθεί για την αιτία της διαφαινόμενης καθυστέρησης στην επίλυση του προβλήματος και για το χρονοδιάγραμμα των επικείμενων εργασιών, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος της άμεσης ανάγκης για τη στέγαση των υπηρεσιών του.

Σε απάντηση των ως άνω επιστολών του εναγομένου, η ενάγουσα με το …./21.5.2008 απέστειλε πίνακα προσμέτρησης μελετών Δομικών και Η/Μ εργασιών για το μίσθιο ακίνητο, με την αναφορά ότι η ίδια αναλαμβάνει το κόστος τούτων και ζητεί την προσυπογραφή και από τον εναγόμενο του συνημμένου με την ως άνω επιστολή της πίνακα εργασιών "...ώστε οι περιγραφόμενες σ' αυτόν εργασίες να θεωρηθούν και από τα δύο μέρη ως συμφωνηθείσες και στη συνέχεια να εκτελεστούν...".

Με το έγγραφό της αυτό η ενάγουσα χαρακτηρίζει τις επικείμενες εργασίες στο μίσθιο ακίνητο που περιλαμβάνονται στον ως άνω πίνακα ως "συμπληρωματικές", με τη μνεία ότι θα αναλάβει η ίδια το κόστος όλων "παρά τη μέχρι σήμερα συνεχή τροποποίηση ή εμφάνιση νέων απαιτήσεων για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, οι οποίες ουδέποτε είχαν συμφωνηθεί ή αιτηθεί από την πλευρά..." του εναγομένου.

Υποστηρίζει δηλαδή στο έγγραφό της η ενάγουσα, ότι θα προβεί με ίδιες δαπάνες στην εκτέλεση εργασιών στο μίσθιο, παρόλο που δεν είχαν συμφωνηθεί, αλλά ήταν πρόσθετες και συμπληρωματικές, επί πλέον δε, για πρώτη φορά, μετά τις προαναφερόμενες αλλεπάλληλες επικοινωνίες των διαδίκων μερών, θέτει και το ζήτημα καταβολής μισθωμάτων, αναφέροντας ότι προκειμένου να προχωρήσει στις εν λόγω εργασίες, θα πρέπει να καταβληθούν από τον εναγόμενο όλα τα μισθώματα από την ημερομηνία υπογραφής του πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής του ακινήτου (25 Ιανουαρίου 2008).

Ακολούθησε η από 14.7.2008 εξώδικη δήλωση του εναγομένου προς την ενάγουσα, στην οποία ανέφερε ότι δεν έχει καταστεί δυνατή η μεταστέγασή του στο μίσθιο ακίνητο, διότι τούτο δεν είναι κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης και τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του π.δ. 715/2008, με την ειδικότερη επισήμανση ότι στο μίσθιο δεν έχει εγκατασταθεί ακόμη μετρητής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, και παράλληλα καλούσε την ενάγουσα όπως εντός 1 μηνός από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης, που έγινε στις 17.7.2008, να προβεί αφενός μεν στην εκτέλεση των εργασιών που περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο …./21.5.2008 έγγραφό της, αφετέρου δε στην εγκατάσταση μετρητή ΔΕΗ, ώστε να καταστεί δυνατή η εγκατάσταση του στο μίσθιο και να δυνηθεί να ποιεί ακώλυτη χρήση τούτου.

Η ενάγουσα, με την από 31.7.2008 εξώδικη απάντηση, δήλωση και πρόσκληση, υποστήριξε εκ νέου ότι της ζητήθηκε η διενέργεια πρόσθετων μη συμφωνημένων εργασιών, τις οποίες αποδέχθηκε να εκτελέσει με δικό της κόστος "στα πλαίσια της διάθεσης...για καλή συνεργασία και για λόγους αύξησης της παραγωγικής ικανότητας του κτιρίου.... " και ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι όλες οι εργασίες θα έχουν ολοκληρωθεί στις 10.10.2008, καθώς και ότι έχει εξοφληθεί η ΔΕΗ για την εγκατάσταση του μετρητή, ζητώντας, εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση αυτής της εξώδικης δήλωσης, που έγινε στις 4.8.2008, να της καταβληθούν οφειλόμενα μισθώματα από 25.1.2008.

Τελικά, η εγκατάσταση αυτόνομης ηλεκτροδότησης του μισθίου έγινε στις 4.12.2008, γεγονός που ανακοινώθηκε στον εναγόμενο από τη ΔΕΗ …. και έγινε αλλαγή της επωνυμίας της παροχής με αριθμό …. του μισθίου ακινήτου. Από την επομένη ο εναγόμενος οργανισμός άρχισε τις διαδικασίες για την εγκατάστασή του στο μίσθιο, ενημερώνοντας για το παραπάνω γεγονός το Τμήμα Στέγασης και Συντήρησης της Διεύθυνσης Προμηθειών Στέγασης και Συντήρησης, με το με αρ.

πρωτοκόλλου …./5.2.2008 έγγραφό του. Στο ίδιο έγγραφο καταγράφεται ότι από την ενάγουσα γίνονται εργασίες για την πιστοποίηση του ανελκυστήρα, ο οποίος λειτουργεί, αλλά ρευματοδοτείται μέχρι την τοποθέτηση της παροχής κοινοχρήστων, από την υπάρχουσα παροχή του Ο. και ζητείται από την άνω αρμόδια Υπηρεσία να γνωστοποιηθεί στον εναγόμενο Οργανισμό αν το τελευταίο αυτό ζήτημα, δηλαδή η ρευματοδότηση του ανελκυστήρα από την παροχή του Ο., αποτελεί πρόβλημα για την μεταστέγαση των Υπηρεσιών του στο μίσθιο, οπότε, από το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου προκύπτει ότι υπήρχε πρόβλημα και ως προς την παροχή του κοινόχρηστου ρεύματος.

Τελικά, ο εναγόμενος Οργανισμός εγκαταστάθηκε στο μίσθιο ακίνητο από 15.12.2008 και έκτοτε άρχισε η λειτουργία των υπηρεσιών του σε αυτό και μετέπειτα με το με αρ. πρωτοκόλλου …./28.4.2009 έγγραφό του γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι χάριν της αυτόνομης ρευματοδότησης κατέστη δυνατή, από 15.12.2008, η εγκατάσταση του στο μίσθιο ακίνητο, η οποία ως τότε ήταν αδύνατη από υπαιτιότητα της ίδιας.

Στο τέλος του εγγράφου αναφέρονται τα εξής: "Ύστερα από τα ανωτέρω και δεδομένης της υποχρέωσης του ΟΑΕΕ για την καταβολή μισθώματος αφής στιγμής το ως άνω ακίνητο θα ήταν εξοπλισμένο με όλες τις ιδιότητες που θα το καθιστούσαν κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, παρακαλούμε να μας γνωστοποιήσετε επακριβώς όλες τις ...

εκτελεσθείσες εργασίες". Έκτοτε ο εναγόμενος άρχισε την καταβολή μισθωμάτων, στο πρώτο δε …../23.7.2009 χρηματικό ένταλμα ποσού 71.807,37 ευρώ, γίνεται σαφής αναφορά ότι πρόκειται για καταβολή ενοικίου του χρονικού διαστήματος από 15.12.2008 μέχρι 31.7.2009, το οποίο και καταβλήθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, όπου και είχε συμφωνηθεί να γίνεται η καταβολή το με το μισθωτήριο συμφωνητικό.

Ακολούθησαν, το …./13.8.2009 χρηματικό ένταλμα, στο οποίο αναφέρεται: καταβολή ενοικίων 9/09, ποσού 19.072,44 ευρώ, το …./25.9.2009 χρηματικό ένταλμα για καταβολή ενοικίου Οκτωβρίου 2009, ποσού 9.536,21 ευρώ, το …../26.10.2009 χρηματικό ένταλμα, για καταβολή ενοικίου Νοεμβρίου 2009, ποσού 9.536,21 ευρώ, το …../27.11.2009 χρηματικό ένταλμα για καταβολή ενοικίου Δεκεμβρίου 2009, του ίδιου ποσού.

Η καταβολή μισθωμάτων συνεχίσθηκε αδιαλείπτως και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα για το οποίο, σχετικά με το επίδικο χρονικό διάστημα εκδόθηκαν τα …./21.1.2010, …../21.1.2010, …./23.2.2010, …./29.3.2010, …./19.4.2010, …./18.5.2010, …./14.6.2010, …./5.8.2010, …../11.8.2010, …../20.9.2010, …./14.10.2010 και …./8.11.2010 χρηματικά εντάλματα, σε καθένα από τα οποία γίνεται αντίστοιχη αναφορά ότι πρόκειται για την καταβολή μισθωμάτων Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, και Δεκεμβρίου του έτους 2010.

Κάθε χρηματικό ένταλμα συνοδεύεται από αντίστοιχη Κατάσταση Εξοφληθεισών Εντολών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στις οποίες περιλαμβάνονται οι αντίστοιχες καταβολές προς τον λογαριασμό της ενάγουσας, με τη μνεία τόσο του αριθμού και της ημερομηνίας καθενός χρηματικού εντάλματος όσο και του κατατεθειμένου ποσού.

Όπως προκύπτει από τα ως άνω χρηματικά εντάλματα, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες καταστάσεις της Εθνικής Τράπεζας, μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010 οι καταθέσεις γίνονταν για το ποσό των 9.536,21 ευρώ, με βάση δε το ως άνω …./14.6.2010 χρηματικό ένταλμα, που αφορούσε το μίσθωμα του Ιουνίου, καταβλήθηκε το ποσό των 11.404,07 ευρώ, δηλαδή ποσό 1.867,86 ευρώ επιπλέον του μισθώματος των 9.536,21 ευρώ, έκτοτε δε καταβάλλονταν μηνιαίο μίσθωμα ποσού 9.784,15 ευρώ.

Η διαφορά αυτή στο καταβαλλόμενο μίσθωμα έγινε λόγω της αναπροσαρμογής του, από 25.1.2009, στο ποσό των 9.852,26 ευρώ και στις 25.1.2010 στο ποσό των 10.108,42 ευρώ και της τελικής διαμόρφωσής του μετά την αφαίρεση των κρατήσεων υπέρ του ΜΤΥΠ. Επίσης, από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως χρηματικό ένταλμα …../16.5.2012, το οποίο αφορά επανέκδοση χρηματικού εντάλματος με αιτιολογία μισθώματα περιόδου 1/2011, 2/2011, προκύπτει ότι και το μίσθωμα Ιανουαρίου 2011 έχει καταβληθεί στον αντίστοιχο χρόνο με όμοιο τρόπο, όπως και τα προηγούμενα.

Με βάση τα παραπάνω, ο εναγόμενος με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναλήφθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον τούτου, υπέβαλε παραδεκτά την ένσταση εξοφλήσεως των μισθωμάτων του ως άνω χρονικού διαστήματος, αιτιολογώντας αναλυτικά στις εν λόγω προτάσεις του το περιεχόμενο της ένστασής του, με την επίκληση τόσο του προβλήματος που εμπόδισε την πραγματική εγκατάστασή του στο μίσθιο ακίνητο και των περιστατικών που μεσολάβησαν από την παραλαβή τούτου μέχρι και την έναρξη της λειτουργίας των υπηρεσιών του, όσο και των χρηματικών ενταλμάτων που εκδόθηκαν και των καταβολών που έγιναν με βάση αυτά για τα μισθώματα του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. ...

ενώ ο εναγόμενος, ενιστάμενος ότι το χρέος της καταβολής μισθωμάτων για το επίδικο χρονικό διάστημα από 25.1.2010 μέχρι 24.1.2011 -δεδομένου ότι το αίτημα για καταβολή μισθωμάτων για το αγωγικό χρονικό διάστημα από 25.11.2011 μέχρι 24.4.2011 έχει απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστο, χωρίς τούτο να προσβάλλεται από την ενάγουσα με ένδικο μέσο- έχει αποσβεσθεί ολοσχερώς με καταβολή, όφειλε μόνον να επικαλεσθεί και να αποδείξει την καταβολή, χωρίς να έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει και ότι η καταβολή αυτή αφορά στο επίδικο χρέος, ο ίδιος προέβη επί πλέον σε ρητή επίκληση ότι οι καταβολές που έγιναν, με βάση τα προαναφερόμενα χρηματικά εντάλματα, αφορούσαν ακριβώς στην εξόφληση των επίδικων μισθωμάτων, αλλά και ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα ότι μέχρι την πραγματική της εγκατάσταση στο μίσθιο, η οποία εμποδίστηκε λόγω της ύπαρξης του ελαττώματος του μισθίου και ειδικότερα λόγω της έλλειψης αυτόνομης ηλεκτροδότησης τούτου, δεν θα καταβάλλει μισθώματα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο εναγόμενος είχε αναφερθεί και στην έλλειψη διαφόρων άλλων εργασιών, στις οποίες όφειλε να προβεί η ενάγουσα, με βάση τους όρους της άνω Διακήρυξης. Το ζήτημα της ανταπόκρισης ή μη της ενάγουσας στη διενέργεια των εργασιών αυτών, παρά το γεγονός ότι γίνεται μνεία τους στα δικόγραφα αμφοτέρων των διαδίκων μερών και στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά έγγραφα, δεν τίθεται εκ μέρους του εναγομένου ως επίδικο, δηλαδή ως εκείνο που αποτελούσε το ελάττωμα ή της έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου ακινήτου, το οποίο εμπόδιζε την πραγματική εγκατάστασή του σ' αυτό.

Αντίθετα, το εναγόμενο επικεντρώνεται στο γεγονός της έλλειψης αυτόνομης ηλεκτροδότησης του μισθίου ακινήτου, η μη ύπαρξη της οποίας δεν επέτρεψε την εγκατάστασή του και την έναρξη της λειτουργίας των υπηρεσιών του, μέχρι την αποκατάσταση του ζητήματος αυτού, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω. Η αναφορά και στη μη εκτέλεση εκ μέρους της ενάγουσας και άλλων συμφωνημένων εργασιών στο μίσθιο ακίνητο γίνεται αποκλειστικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281ΑΚ, που προέβαλε ο εναγόμενος παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία όμως ερευνάται σε επόμενο στάδιο, δηλαδή εφόσον κριθεί, ότι ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλει μισθώματα από την παραλαβή του μισθίου ακινήτου, όπως υποστήριξε η ενάγουσα και όχι από το χρονικό σημείο της πραγματικής εγκαταστάσεώς του στο ίδιο.

Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, με τη συγκεκριμένη αγωγή δεν ζητήθηκε η καταβολή μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 25.1.2008, που παραλήφθηκε το επίδικο μίσθιο μέχρι 15.12.2008, οπότε πράγματι εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος σε αυτό, ώστε ο τελευταίος να επικαλεσθεί, ενιστάμενος την, από υπαιτιότητα της ενάγουσας, ύπαρξη ελαττώματος τούτου που εμπόδιζε την εγκατάστασή του και συνεπώς τη μη οφειλή μισθωμάτων για το διάστημα αυτό, με συνέπεια να είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος απαράδεκτα υποστηρίζει την ύπαρξη ελαττωμάτων στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι δεν προέβαλε παραδεκτά τέτοια ένσταση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο εναγόμενος, κατά τα προαναφερόμενα, προέβαλε αιτιολογημένη ένσταση εξοφλήσεως των μισθωμάτων του επίδικου χρονικού διαστήματος (25.1.2010 μέχρι 24.1.2011), η οποία και αποδείχθηκε βάσιμη, όπως ήδη εκτέθηκε, καθώς άλλωστε ο ίδιος είχε το δικαίωμα κατά την καταβολή να ορίσει μονομερώς το χρέος το οποίο ήθελε να εξοφληθεί, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία, με τις καταβολές που προεκτέθηκαν, ο εναγόμενος άσκησε το δικαίωμά του αυτό και προσδιόρισε το χρέος στο οποίο αφορούσαν.

Υπό τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκε ότι πράγματι το επίδικο χρέος του εναγομένου έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αφού ο ίδιος είχε προσδιορίσει εξ υπαρχής ότι κάθε καταβολή μισθώματος αφορούσε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι ισχυρισμοί δε της ενάγουσας ότι δεν είχε γνώση του γεγονότος τούτου, δεδομένου ότι εκείνη δεν λάμβανε γνώση των χρηματικών ενταλμάτων που εκδίδονταν για κάθε καταβολή, ώστε να διαπιστώνει το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι καθένα από αυτά αναφέρονταν στην εντολή για πληρωμή συγκεκριμένου μισθώματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε, κάθε καταβολή μισθώματος γινόταν μετά την έκδοση του αντίστοιχου χρηματικού εντάλματος, ο αριθμός του οποίου αναφέρονταν στην κατάσταση της Εθνικής Τράπεζας όπου καταβάλλονταν τα μισθώματα και ο εναγόμενος είχε καταστήσει απολύτως σαφές στην ενάγουσα ότι η καταβολή των μισθωμάτων στο μίσθιο ακίνητο θα άρχιζε από την πραγματική εγκατάσταση της στο ίδιο.

Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου χρέους, η αντένσταση της ενάγουσας, που ασκήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως τούτου και επαναλήφθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ότι καταλόγισε τις επίδικες καταβολές σε ληξιπρόθεσμα χρέη από οφειλές μισθωμάτων προηγούμενου διαστήματος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθώς αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε καθορίσει μονομερώς το χρέος που ήθελε να εξοφληθεί, οπότε η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να καταλογίζει τις παραπάνω καταβολές σε μισθώματα άλλου χρονικού διαστήματος, ανεξάρτητα από το εάν οφείλονταν ή δεν οφείλονταν αυτά, δεδομένου ότι, για να καταλογισθεί η παροχή σε τυχόν ληξιπρόθεσμο άλλο χρέος, κατά τους όρους του αρ. 422 ΑΚ ...

πρέπει να μην έχει ασκήσει ο οφειλέτης το δικαίωμά του να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προϋπόθεση που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση. Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου χρέους του εναγομένου και, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την αντένσταση της ενάγουσας περί καταλογισμού των εν λόγω καταβολών σε προηγούμενες οφειλές μισθωμάτων, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 113.885,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και λανθασμένα εκτίμησε τις αποδείξεις όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος με τους σχετικούς με τα ζητήματα αυτά λόγους της εφέσεως του, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής...".

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή και απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, επικαλείται, αντιστοίχως, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ.

α', 1 και 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα παραδεκτά εκ μέρους της αντένσταση ότι οι καταβολές που, κατ' ένσταση, επικαλείται το αναιρεσίβλητο, έγιναν προς εξόφληση προγενέστερων οφειλομένων μισθωμάτων, χρονικού διαστήματος από 25-1-2008 έως 24-1-2010, 1) δέχτηκε επαντένσταση του ήδη αναιρεσιβλήτου περί ελαττώματος του μισθίου, η οποία όμως δεν είχε προβληθεί από αυτό νομότυπα και παραδεκτά (πρώτος λόγος), 2) δέχτηκε, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 576 του Α.Κ., ότι η έλλειψη αυτόνομης ηλεκτροδότησης του μισθίου συνιστά πραγματικό ελάττωμα (δεύτερος λόγος) και 3) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της, ο οποίος, ερειδόμενος στο άρθρο 579 του Α.Κ., τείνει στη θεμελίωση της αντενστάσεώς της ότι το αναιρεσίβλητο γνώριζε τα ελαττώματα του μισθίου.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως από της προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο δεν απέρριψε την, με το παραπάνω περιεχόμενο, αντένσταση της αναιρεσείουσας, επειδή δέχτηκε ότι δεν υφίσταται οφειλή από προγενέστερα μισθώματα, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, στα οποία διηγηματικά και μόνο αναφέρεται, αλλά γιατί έκρινε, ανελέγκτως, ότι το επίδικο χρέος του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ έχει αποσβεσθεί με καταβολή, λόγω του ότι το ίδιο είχε καθορίσει μονομερώς ποιο είναι το μηνιαίο μίσθωμα που εξοφλείται με κάθε καταβολή και, συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν είχε το δικαίωμα να καταλογίσει τις παραπάνω καταβολές σε μισθώματα άλλου χρονικού διαστήματος.

Κατά το άρθρο 416 του Α.Κ., η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή, να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (Α.Π. 155/2021, Α.Π. 747/2019).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ., αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή.

Αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, ενώ αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο, αν δε όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο οφειλέτης για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτή την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά στο επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.

Μόνο αν ο δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι στο επίδικο, αλλά σε χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής, επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω να επικαλεσθεί, με επαντένσταση, και να αποδείξει, ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους, με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη, βάσει του άρθρου 422 του Α.Κ. (Α.Π. 118/2023, Α.Π. 1600/2022, Α.Π. 315/2017).

Ενόψει όμως του ότι η διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ., για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη, σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή, κατ' άρθρο 361 του Α.Κ., αυτός δε που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτήν.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β' του άρθρου 422 του Α.Κ. (Α.Π. 920/2023, Α.Π. 118/2023, Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1342/2023). Η διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ. εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (Α.Π. 920/2023, Α.Π. 118/2023, Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1147/2020).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001 και προ της τροποποιήσεώς του με το Ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αγωγής (18.4.2011) "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...

τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές... τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από το συνδυασμό της πρώτης των διατάξεων αυτών (του άρθρου 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), με εκείνες των άρθρων 649 και 650 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν εν προκειμένω, συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

του Κ.Πολ.Δ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ.), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.Α.Π. 2/2005, Α.Π. 981/2018, Α.Π. 203/2017). Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων (256 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Πολ.Δ.), συνάγεται ότι η κατά την πρώτη τούτων (591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά, πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 981/2018).

Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί, που περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 203/2017, ΑΠ 206/2016).

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (Α.Π. 1146/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 1/1999, A.Π. 907/2022, A.Π. 270/2015), με αυτόν δε ελέγχεται και η μη απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού, ο οποίος προβλήθηκε απαραδέκτως (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1387/2011, ΑΠ 1146/2011).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από τους αριθμούς 559 αρ. 8 εδ. β' και 14 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε επαντένσταση του ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι οι αναφερόμενες εκ μέρους του καταβολές έγιναν προς εξόφληση των επίδικων μισθωμάτων, η οποία όμως (επαντένσταση) δεν είχε προβληθεί από αυτό, νομότυπα και παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ίδια δε είχε προβάλει το δικονομικό απαράδεκτο του σχετικού ισχυρισμού αναιρεσιβλήτου, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των υπ' αριθμ. 760/2013 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι καταχωρήθηκε σ' αυτά η προβληθείσα προφορικά από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ένσταση ολοσχερούς εξοφλήσεως, ενώ, στις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής προτάσεις του, σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αυτή (ένσταση) θεμελιώνεται, αναφέρονται, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...ο Οργανισμός έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τα αιτούμενα από την αντίδικο μηνιαία μισθώματα περιόδου από 25.1.2010 έως και 24.4.2011, που αφορούν στο άνω μίσθιο ακίνητο στη ….

και επί της οδού …. αρ. ….. Σε έκαστο από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από εμάς χρηματικά εντάλματα αναγράφεται ρητά η αιτιολογία της κατάθεσης ("μισθώματα μηνός...") και σε έκαστο εκ των εν λόγω χρηματικών ενταλμάτων επισυνάπτεται "Κατάσταση Εξοφληθεισών Εντολών κατά νομικό πρόσωπο", εκδοθείσα από την Διεύθυνση Πληροφορικής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., με υπογραμμισμένες τις καταβολές προς την αντίδικο.

Ειδικότερα προσκομίζουμε και επικαλούμαστε: το υπ' αριθμ. …./21.1.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 1/2010" και το υπ' αριθμ. …./21.1.2010 με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 2/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 1), το υπ' αριθμ. …./23.2.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 3/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 2), το υπ' αριθμ. …./29.3.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 4/2010" και το υπ' αριθμ.

…./19.4.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 5/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 3), το υπ' αριθμ. …./18.5.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 6/2010" και το υπ' αριθμ. …../14.6.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 7/2010" [ΣΧΕΤΙΚΟ 4 - όπου στην επισυναπτόμενη Κατάσταση εμφαίνεται και αναδρομική καταβολή συνολικού ποσού 1.867,86€ από την 15.12.2009 (7 Μ" μήνες), όσον αφορά στην αναπροσαρμογή του μισθώματος], το υπ' αριθμ.

…./5.8.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 8/2010" και το υπ' αριθμ. …../11.8.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 9/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 5), το υπ' αριθμ. …../20.9.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή μισθωμάτων 10/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 6), το υπ' αριθμ. …../14.10.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 11/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 7), το υπ' αριθμ.

…../18.11.2010 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 12/2010" (ΣΧΕΤΙΚΟ 8), την υπ' αριθμ. …../16.5.2012 επανέκδοση χρηματικού εντάλματος με αιτιολογία "μισθώματα περιόδου 01/2011, 2/2011" (ΣΧΕΤΙΚΟ 9), το υπ' αριθμ. …../4.4.2011 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 3/2011" και το υπ' αριθμ. …../4.4.2011 χρηματικό ένταλμα με αιτιολογία "καταβολή ενοικίων 4/2011" [ΣΧΕΤΙΚΟ 10- όπου στην επισυναπτόμενη Κατάσταση εμφαίνεται και αναδρομική καταβολή συνολικού ποσού 1.288,90€ από την 15.12.2010 (2 1/2 μήνες), όσον αφορά στην αναπροσαρμογή του μισθώματος].

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, από αυτά και μόνο τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από εμένα χρηματικά εντάλματα, θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή της αντιδίκου να απορριφθεί ως αβάσιμη ...". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, στην προβληθείσα παραδεκτά από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση εξοφλήσεως των επίδικων μισθωμάτων και την παραδεκτή παράθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, στις προτάσεις που κατατέθηκαν από αυτόν στο ακροατήριο, κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, περιείχετο, καθ' υποφοράν, η, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 εδ.

α'του Α.Κ., επαντένσταση, ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους, ο ίδιος δε ισχυρισμός επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι το επίδικο χρέος του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ έχει αποσβεσθεί με καταβολή, λόγω του ότι το ίδιο είχε καθορίσει μονομερώς ποιο είναι το μηνιαίο μίσθωμα που εξοφλείται με κάθε καταβολή και, συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν είχε το δικαίωμα να καταλογίσει τις παραπάνω καταβολές σε μισθώματα άλλου χρονικού διαστήματος, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, έστω και αν, εσφαλμένα, εκτίμησε το σχετικό ισχυρισμό, όχι ως νομίμως και παραδεκτώς προταθείσα επαντένσταση, αλλά ως άρνηση της προβληθείσας από την ήδη αναιρεσείουσα αντενστάσεως, περί καταλογισμού των εν λόγω καταβολών σε προγενέστερα μισθώματα.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, δοθέντος ότι τα δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν μειωμένα, γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου δεν διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2020 (αρ. κατ. …./2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2341/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ