Legislator Case Law & Legislation
593/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against environmental tort damages ruling for fish farming company. Appeal rejected due to lack of legal grounds.

Case Number 593/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Court of Appeal's decision awarding €10,000 in damages to a fish farming company. The appellant argued for reduced compensation, but the court found the lower court's assessment of moral damages reasonable and within judicial discretion. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's costs were transferred to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; A civil appeal is inadmissible if the appellate court's decision does not violate substantive law, and the lower court's award of moral damages remains within the bounds of judicial discretion and reasonableness.

Keywords

AI generated
civil appeal admissibility moral damages assessment judicial discretion limits environmental tort liability costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 593/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. Σ. του Μ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Άννας Παπαρρούσου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΥΔΡΟΒΙΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…..Α.Ε.", που εδρεύει στο ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο, που ανακάλεσε την από 17/2/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/11/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 15/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006).

Αντίστοιχα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ1445/2017, ΑΠ 2267/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη από την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα, έχοντα υλική υπόσταση, περιστατικά που να διατάραξαν την επαγγελματική λειτουργία, να προκάλεσαν απώλεια πελατών, να ανέστειλαν προπαρασκευαστικές επαγγελματικές δράσεις και να οδήγησαν και σε ποια οικονομική ζημία της ή μείωση των εσόδων της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, έστω και αν είναι απαράδεκτος ή αόριστος ο προτεινόμενος λόγος (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1486/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 275/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι ορισμένες από τις καταγγελίες του ήταν ψευδείς εν γνώσει του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς να προσδιορίζει τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα: α) Για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθ. 8 δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πράγματα που δεν προτάθηκαν και παρά το νόμο τα έλαβε υπόψη το δικαστήριο ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. β) Για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθ. 10 δεν αναφέρεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη Και, γ) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθ. 17 δεν αναφέρεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 10 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την πραγματοποίηση των επίμαχων καταγγελιών, δεχόμενο αντιφατικά ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με σκοπό δυσφημήσεως της αναιρεσίβλητης.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ, που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ο πραγματικός ισχυρισμός (ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Εξάλλου, το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών (ΑΠ 1649/2012).

Συνακόλουθα, αντικείμενο προσβολής είναι και η υπόληψη του νομικού προσώπου, το οποίο, όπως και το φυσικό πρόσωπο, είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας, εκδηλώνεται δε με πράξεις ή παραλείψεις (ΑΠ 464/2019, ΑΠ 193/2018, ΑΠ 1027/2015). Επομένως, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των πιο πάνω εκφάνσεων, δικαιούται να ζητήσει προστασία κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ (ΑΠ 1303/2012).

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη (ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 356/2010). Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ανώνυμες εταιρείες, αν με την σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, το κύρος, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΟλΑΠ 2/2008).

Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει, κατά τα ανωτέρω, η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη, η οποία απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη που προσβάλλει κάποια έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή, αν δηλαδή βρίσκεται στο αστικό ή ποινικό δίκαιο ή σε άλλους κανόνες δημοσίου δικαίου ή και ειδικούς νόμους (ΑΠ 1649/2012).

Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της επαγγελματικής πίστεως ανωνύμου εταιρείας μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 του ΠΚ (ΑΠ 766/2021). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1 περ.γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνεπώς παραμένει η υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφημήσεως, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξυβρίσεως (άρθρο 361 ΠΚ) είτε υπό την μορφή της δυσφημήσεως (άρθρο 362 ΠΚ, ΑΠ 1407/1988, ΑΠ 460/1975), που υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημήσεώς του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξυβρίσεώς του (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 257/2017).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 387/2019, ΑΠ841/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την μη προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία αντένσταση ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ ΠΚ, περί υπάρξεως δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος για την πραγματοποίηση των επίμαχων καταγγελιών, για το λόγο ότι αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό δυσφημήσεως της αναιρεσίβλητης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων και της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, προκύπτει ότι αυτή προς απόκρουση της προταθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως ότι προέβη στις σε βάρος της καταγγελίες από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, πρόβαλε την αντένσταση ότι από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη του αναιρεσείοντος προκύπτει ειδικός σκοπός δυσφημήσεώς της, δηλ.

σκοπός να προσβάλλει τη φήμη και την εμπορική πίστη της αναιρεσίβλητης. Έτσι, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε με ειδικό σκοπό δυσφημήσεώς της, δεδομένου ότι ο τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής προς αυτήν συμπεριφοράς του δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεώς του, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο ισχυρισμό που δεν προτάθηκε.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ` αυτό καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται όμως λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή από την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, που είναι διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ` αυτό ο διάδικος. Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1713/2010).

Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθ.1332/2018 ένορκης βεβαιώσεως της μάρτυρος Ε. Κ., χημικού, αποδίδοντας στην κατάθεση αυτής διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με τα όσα εκείνη πράγματι βεβαίωσε ενόρκως σ' αυτήν.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένορκη βεβαίωση, αναφορικά με τα όσα βεβαιώνει σ' αυτήν ο εξετασθείς ενόρκως μάρτυρας, δεν συνιστά έγγραφο που να επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου του. Η αιτίαση από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στον ως άνω αναιρετικό λόγο, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία έκρινε πως η ένορκη βεβαίωση της Ε.

Κ. αναιρείται από την ένορκη βεβαίωση του Ν. Θ., είναι απαράδεκτη, διότι πρόκειται για κρίση του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).

Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ, καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 10.000 ευρώ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα : < Ο εναγόμενος με τη συμπεριφορά του προσέβαλε τη φήμη και το κύρος της ενάγουσας ως προς τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά και την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον, η δε προσβολή ήταν παράνομη, καθόσον έγινε χωρίς δικαίωμα και με τέλεση σε βάρος της των αδικημάτων της συκοφαντικής και της απλής δυσφημήσεως, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου, διότι ο τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής προς αυτήν συμπεριφοράς του δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την εκδήλωση του ενδιαφέροντος αυτού.

Η ανωτέρω προσβολή ήταν και υπαίτια, διότι ο εναγόμενος, αφενός μεν γνώριζε τον αναληθή χαρακτήρα των αποδειχθέντων ως ψευδών καταγγελιών του, αφετέρου δε ότι τόσο αυτές όσο και εκείνες που ήταν ολικά ή εν μέρει αληθείς μπορούσαν πράγματι να πλήξουν τη φήμη και το κύρος της ενάγουσας, αποτέλεσμα το οποίο και επεδίωκε.

Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον οι ανωτέρω καταγγελίες και αναφορές στην επιχείρησή της έθεσαν σε πραγματικό κίνδυνο την αξιοπιστία και το κύρος της, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού προς αυτήν. Τούτο καθίσταται σαφές με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον είναι αναμενόμενο οι συνεργαζόμενες με την ενάγουσα επιχειρήσεις να επιδεικνύουν δυσπιστία και ανησυχία ως προς το κατά πόσο θα ήταν ασφαλές και ενδεδειγμένο να συνεχίσουν να συνεργάζονται μαζί της στο μέλλον, αλλά και εντός της Χώρας είναι αναμενόμενο να υπάρχουν ταραχές και αρνητικές συμπεριφορές σε βάρος της λόγω των καταγγελόμενων από τον εναγόμενο περιβαλλοντικών και υγειονομικών παραβάσεών της....

Εξάλλου, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου δημιουργήθηκαν δυσμενή σχόλια και κρίσεις στην τοπική και όχι μόνο κοινωνία, αλλά και με δημοσιεύματα στο διαδίκτυο σε βάρος της, ενδεικτικά αναφερόμενων του πλήθους των αρνητικών σχολίων στις αναρτήσεις του εναγομένου στο Facebook και στο ιστολόγιο , της προκλήσεως υλικών φθορών στις εγκαταστάσεις της από άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου, πανό ανηρτημένα έξω από τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας με συνθήματα <ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΩΝ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ > κλπ.

Αποτέλεσμα των ενεργειών του εναγομένου ήταν να πληγεί όχι μόνον η φήμη και το κύρος της ενάγουσας ως προς τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά και η εμπορική της πίστη, η επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον και να υποστεί ηθική βλάβη. Προς αποκατάσταση αυτής πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός υπαιτιότητας του εναγομένου, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του τελευταίου, ο οποίος φέρεται ότι δεν διαθέτει εισόδημα από εργασία ούτε εμφανή περιουσιακά στοιχεία, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι στερείται πόρων και αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο >.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με το να επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος το ποσό των 10.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως και δεν είναι υπερβολικό.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 15/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ