Legislator Case Law & Legislation
593/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failing to substantiate arguments regarding evidence distortion.

Case Number 593/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal of the Aegean. The appellant argued that the lower court distorted technical invoices and accepted an unauthorized claim for payment, but the court found these grounds procedurally inadmissible. The court ruled that the appeal failed to substantiate its claims within the required legal framework, leading to the rejection of the appeal and the imposition of costs on the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it raises new grounds not previously proposed or fails to substantiate the alleged distortion of evidence without meeting the requirements of the specific appeal articles.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence distortion procedural inadmissibility unauthorized claim technical invoices court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 593/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δοκιμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 11/10/2015 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 7-1-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 163/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 21-9-2018 έφεση του ενάγοντος, νυν αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 87/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία είχε απορρίψει την από 4-2-2014 αγωγή του ως αόριστη, στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε την τελευταία απόφαση και κράτησε την υπόθεση δίκασε επί της ως άνω αγωγής (αμοιβή από σύμβαση έργου), την οποίαν απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητας των λόγων της.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του Λ Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ.

α ΑΚ, συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής νά λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με τον νόμο και τη σύμβαση (ΑΠ 907/2005) και να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή (π.χ.

με έκταξη του άρθρου 876 ΑΚ) ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο (π.χ. του ταμία μιας επιχειρήσεως προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων) να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το, οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν σύμβασής του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός.

Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω αποδόσεως του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονόμησης του ενός από αυτούς από τον άλλο ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία.

Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 1313/2018, ΑΠ 626/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της δέχθηκε τα εξής : "...Επομένως, η συνολική αμοιβή του ενάγοντος από την σύμβαση έργου ανερχόταν στο ποσό των 120.419,6 ευρώ, που αποτελεί το άθροισμα των ανωτέρω δεκατριών δελτίων λιανικής τεχνικού έργου.

Περαιτέρω, από τις καρτέλες πελάτη, που ο ενάγων προσκομίζει και επισυνάπτει στο δικόγραφο της αγωγής του, προκύπτει ότι η καταβολή της αμοιβής του γινόταν τμηματικά με την πρόοδο του έργου, όπως συνηθίζεται στις συμβάσεις έργου ανέγερσης οικοδομών, με μετρητά και με επιταγές από τον πολιτικό μηχανικό Ι.

Α., ήτοι ο εναγόμενος κατέβαλε στον Ι. Α. το κόστος των υλικών και την αμοιβή του ενάγοντος, ο Ι. Α. επέβλεπε το έργο και προέβαινε στις απαραίτητες επιμετρήσεις και στη συνέχεια κατέβαλε στον ενάγοντα χρήματα για την αγορά υλικών και την αμοιβή του. Χαρακτηριστικά από την καρτέλα πελάτη προκύπτουν οι ακόλουθες καταβολές χρημάτων:

α) 16-9-2010 το ποσό των 6.500 ευρώ, β)30-9-2010 το ποσό των 7.500 ευρώ, γ)9-10-2010 με την ένδειξη "έλαβα από κο Α. έναντι λογαριασμού 2 επιταγές της ALPHA ΒΑΝΚ για 27/12/2010 και 29/1/2011" το ποσό των 13 000 ευρω,δ)17-12-2010 το ποσό των 5.000 ευρώ, ε) 13-1-2011 το ποσό των 4.000 ευρώ, στ) 21-1-2011 "έλαβα από τον Α. έναντι λογαριασμού μετρητά" το ποσό των 4.000 ευρώ, ζ) 1-2-2011 μία επιταγή ALPHA ΒΑΝΚ ..., ποσού 6.000 ευρώ,η) 11-2-2011 "έλαβα έναντι λογαριασμού από Α.

επιταγή ALPHA ΒΑΝΚ ..., ποσού 6.000 ευρώ,θ) 14-4-2011 έλαβε "από Α. μετρητά", ποσού 5.000 ευρώ. Η καρτέλα κλείνει με υπόλοιπο λογαριασμού 48.298,12 ευρώ. Επίσης, από την καρτέλα μηχανημάτων προκύπτουν οι ακόλουθες καταβολές χρημάτων: α)6-8-2010 προκαταβολή 1.450 ευρώ, β)1-2- 2011 επιταγή ALPHA ΒΑΝΚ ..., ποσού 6.000 ευρώ. Η καρτέλα κλείνει με υπόλοιπο λογαριασμού 2.914,98 ευρώ.

Από τις δύο άνω καρτέλες προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε το ποσό των 60.950 ευρώ (53.500+7.450), πλην όμως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει λάβει το ποσό των 64.450 ευρώ, οπότε γίνεται δεκτό ότι έλαβε το τελευταίο ποσό, που ενσωματώνει και σχετική προκαταβολή για την εκτέλεση του έργου κατά την υπογραφή του συμβολαίου που δεν επισυνάπτεται στις καρτέλες, ενώ παρατηρείται ότι υπάρχει απόκλιση ανάμεσα στη συνολική αμοιβή του με βάση τις καρτέλες (112.163,1 ευρώ) που αντιστοιχεί στο άθροισμα 10.364,98 +101.798,12 ευρώ και ανάμεσα στο άθροισμα των δελτίων λιανικής (120.419,6 ευρώ) και απομένει υπόλοιπο αμοιβής τουλάχιστον 47.713,1 ευρώ (112.163,1- 64.450) .

Επιπλέον ο μάρτυς του ενάγοντος Κ. Ρ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα χρήματα για την ανέγερση της οικοδομής του στον Ι. Α. και ο ενάγων επικοινωνούσε μόνο μαζί του. Χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι "ότι κομμάτι τελειώναμε, ότι φτιάχναμε, σε συνεννόηση με τον κύριο Α., ....για θέματα πληρωμών, ο κύριος Ρ.ς απευθυνόταν στον κύριο Α.

και ο κύριος Α. στον κύριο Χ. και μετά πάλι εκείνος σε εμάς. Ουσιαστικά ο κύριος Χ. πλήρωνε τον κύριο Α.; Ναι. Και μετά ο κύριος Α. πλήρωνε τον κύριο Ρ.; Ναι.." Η πληρωμή των επί μέρους χρημάτων του έργου από τον εναγόμενο στον Ι. Α. επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου συζύγου του Μ.

Φ., ενώ και οι δύο άνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο Ι. Α. και ο ενάγων είχαν μακρά συνεργασία στην ανέγερση οικοδομών, γνωρίζονταν μεταξύ τους και έτσι δικαιολογείται η παρέμβαση του Α. μεταξύ των διαδικων. Τα ίδια καταθέτει και η μάρτυρας του ενάγοντος, υπάλληλός του Δ. Λ. στην υπ' αριθμ. 12.727/2015 ένορκη βεβαίωσή της, όπου καταθέτει ότι "....ο Α.

μου παρέδιδε χρήματα ή επιταγές για λογαριασμό του κ. Χ. και σ' αυτόν παρέδιδα τα σχετικά παραστατικά και αντίγραφα των καρτελών... Αν πράγματι ο κ. Χ. έχει καταβάλει τα ποσά που ισχυρίζεται με την εξώδικη δήλωσή του στον κ. Α., τότε ο κ. Α. έχει σφετεριστεί τα χρήματα που ο κ. Χ. του έδωσε για την εξόφληση του κ.

Ρ....... Εξάλλου, από τα αποδεικτικά καταθέσεως της ALPHA ΒΑΝΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος είχε προβεί σε καταθέσεις στο λογαριασμό του Ι. Α. για το επίδικο έργο ως ακολούθως: α) στις 28-7-2010 κατέθεσε το ποσό των 5.000 ευρώ, β) στις 2-9-2010 το ποσό των 15.000 ευρώ,γ) στις 30-9-2010 το ποσό των 15.000 ευρώ, δ) στις 5-11-2010 το ποσό των 10.000 ευρώ, ε)στις 9-12-2010 το ποσό των 20.000 ευρώ, στ) στις 25-1- 2011 το ποσό των 12.000 ευρώ, ζ) στις 12-4-2011 το ποσό των 6.000 ευρώ, η) στις 29-8-2011 το ποσό των 3.000 ευρώ, θ) στις 17-2-2011 το ποσό των 10.000 ευρώ.

Έτσι συνολικά αυτός κατέθεσε 97.000 ευρώ, που αποτελεί το άθροισμα των άνω επί μέρους καταβολών. Επί πλέον ο εναγόμενος εξέδωσε τις ακόλουθες επιταγές για την πληρωμή του έργου: α) στις 30-3-2011 σε διαταγή του ενάγοντος την υπ' αριθμ.... επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ σε διαταγή του ενάγοντος, ποσού 6.000 ευρώ, η οποία οπισθογραφήθηκε και εισπράχθηκε από την υπάλληλο του ενάγοντος Δ.

Λ., β) στις 30-4-2011 σε διαταγή του ενάγοντος την υπ' αριθμ.... επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 6.000 ευρώ, η οποία οπισθογραφήθηκε και εισπράχθηκε από την υπάλληλο του ενάγοντος Δ. Λ., γ) στις 30-5-2011 σε διαταγή του Α. Ιωάννη την υπ' αριθμ.... επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 6.000 ευρώ, δ) στις 30-6-2011 σε διαταγή του Ι. Α. την υπ' αριθμ....

επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ,ποσού 6.000 ευρώ, η οποία οπισθογραφήθηκε προς τον ενάγοντα, ε) στις 30-9- 2011 σε διαταγή του Ι. Α. την υπ' αρι0μ.34594460-7 επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 6.000 ευρώ, στ) στις 30-10-2011 σε διαταγή του Ι. Α. την υπ' αριθμ.34594461 -5 επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 6.000 ευρώ. Επομένως, ο εναγόμενος κατέβαλε στον Ι. Α. συνολικά με τις άνω επιταγές το ποσό των 36.000 ευρώ και μαζί με το ποσό των 97.000 ευρώ που κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του Ι.

Α. κατέβαλε συνολικά για το έργο το ποσό των 133.000 ευρώ, στο οποίο προφανώς περιλαμβάνεται και η αμοιβή του Ι. Α.. Επιπλέον, ο ίδιος ο Ι. Α. στην από 11-7-2012 δήλωσή του, που έχει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από το ΚΕΠ Δήμου Σύρου, παραδέχεται ότι ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί κάθε μορφής οικονομικές καταβολές στον ενάγοντα με τα χρήματα που θα του έδιδε ο εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε καμία άλλη δοσοληψία με τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, παραδέχεται ότι ο εναγόμενος έχει καταβάλει το σύνολο της αμοιβής του ενάγοντος (υλικά και αμοιβές), χωρίς όμως να διευκρινίζει για ποιο λόγο ο ενάγων δεν έλαβε τελικά το ποσό της αμοιβής που όφειλε να λάβει, σύμφωνα με τα υπόλοιπα των άνω καρτελών του και με το δελτία λιανικής.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο ενάγων, λόγω μη καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής του απέστειλε στον εναγόμενο την από 24-1-2012 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία τον καλούσε να του καταβάλει το υπόλοιπο αμοιβής του εκ 55.969,60 ευρώ, και ο εναγόμενος απάντησε σ' αυτόν με την από 7-2-2012 εξώδικη απάντησή του ότι του έχει καταβάλει το οφειλόμενο ποσό μέσω του Ι.

Α. και έχει εξοφλήσει την οφειλή του. Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα (καταθέσεις χρημάτων σε λογαριασμό του Ι. Α., έκδοση επιταγών, καταθέσεις μαρτύρων, καρτέλες, δήλωση του ίδιου του Ι. Α.) απεδείχθη ότι ο Ι. Α., εκτός από επιβλέπων μηχανικός του έργου για τεχνικής φύσεως ζητήματα, είχε εξουσιοδοτηθεί σιωπηρά από τον ενάγοντα να εισπράττει για λογαριασμό του από τον εναγόμενο, τις δαπάνες για τα υλικά εκτέλεσης του έργου, καθώς και την αμοιβή του, μετά τη διενέργεια σχετικών επιμετρήσεων.

Η παρέμβαση αυτή του Ι. Α. μεταξύ των δύο πλευρών δικαιολογείται λόγω της φύσεως του έργου (ανέγερση οικοδομής) και της ιδιότητας του ενάγοντος και του Α. (εργολάβος ο ενάγων, πολιτικός μηχανικός ο Α.), της μακροχρόνιας συνεργασίας τους στον κατασκευαστικό τομέα και της εμπιστοσύνης του εναγομένου ιδιοκτήτη του ακινήτου στον άνω πολιτικό μηχανικό, ο οποίος ανέλαβε την επίβλεψη του έργου, την επιμέτρηση και τις πληρωμές.

Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του προβάλλει την ένσταση εξόφλησης της οφειλής (άρθρα 416,417 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 281,288 ΑΚ), ισχυριζόμενος ότι κατέβαλε όλο το οφειλόμενο ποσό αμοιβής του ενάγοντος στον Ι. Α., που είχε αναλάβει και κάθε πληρωμή της αμοιβής προς τον ενάγοντα, ότι αυτός (Α.) παρενέβαινε ως τρίτο πρόσωπο στη μεταξύ αυτού και του ενάγοντος σύμβαση έργου, και ότι καλόπιστα πίστευε ότι είχε εξοφλήσει κάθε απαίτηση του ενάγοντος, αφού έλαβε διά χειρός του Α.

και τα δελτία του ενάγοντος, που συνιστούσαν εξοφλητικές αποδείξεις. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, αποδεικνύεται βάσιμος, και τούτο διότι η καταβολή σε τρίτο πρόσωπο (Α. εν προκειμένω) έχει αποσβεστική ενέργεια, καθόσον το πρόσωπο αυτό ο ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει σιωπηρά να εισπράττει για λογαριασμό του το ποσό της αμοιβής του, γεγονός που συνάγεται από την όλη συμπεριφορά του ενάγοντος, (αναγραφή πληρωμών μέσω του Α.

στις καρτέλες του, λήψη επιταγών και μετρητών από τον Α.) και δικαιολογείται η πίστη του εναγομένου ότι με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ο Α. έχει εξουσιοδοτηθεί από τον ενάγοντα να εισπράττει κάθε ποσό που έχει σχέση με τη σύμβαση έργου. Ειδικότερα με βάση την εντιμότητα και ευπρέπεια στις συναλλαγές και τις συνήθειες που έχουν επικρατήσει, την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του εναγομένου προς τον επιβλέποντα μηχανικό, στον οποίο έχει δώσει εντολή επίβλεψης του έργου και της πρακτικής που είχε υιοθετηθεί ως προς την καταβολής της αμοιβής από τα μέρη, αντίκεται στα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, η καταβολή αμοιβής για δεύτερη φορά από τον εναγόμενο.

Είναι βέβαια αληθές, ότι ο ενάγων δεν έλαβε τη συμφωνημένη αμοιβή του, ύψους τουλάχιστον 47.713,1 ευρώ, το οποίο όμως δεν μπορεί να αναζητηθεί από τον εναγόμενο, ο οποίος κατέβαλε την παροχή του σε άτομο που εξουσιοδοτήθηκε από τον ενάγοντα, με συνέπεια την απόσβεση της οφειλής, αλλά πρέπει να αναζητηθεί από τον Ι.

Α., ο οποίος έλαβε όλο το οφειλόμενο ποσό αμοιβής από τον εναγόμενο με καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του και με τις άνω επιταγές. Άλλωστε, ο ίδιος ο Α. στην δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχεται την καταβολή του εναγομένου προς τον ίδιο, όπου του ποσού της αμοιβής του ενάγοντος, την οποία δεν μπορεί να αποκρύψει, αφού πλήρως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του και την είσπραξη των επιταγών, χωρίς όμως να διευκρινίζει για ποιον λόγο δεν κατέβαλε με τη σειρά του όλη την οφειλόμενη αμοιβή στον ενάγοντα".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού είχε εξαφανίσει την υπ' αριθμ. 87/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, δεχόμενο την σχετική έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μη ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό θέμα του ορισμένου της αγωγής του, και διακρατήσαν την τελευταία κατά το άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του με την οποίαν ο ενάγων ζητούσε αμοιβή από την εκτέλεση έργου.

Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ότι ο ως άνω επιβλέπων μηχανικός του έργου είχε εξουσιοδοτηθεί από τον ενάγοντα να εισπράττει από τον εναγόμενο για λογαριασμό του τις δαπάνες για τα υλικά εκτέλεσης του έργου καθώς και την αμοιβή του μετά τη διενέργεια των σχετικών επιμετρήσεων, όπως τούτο συνάγεται και από τη λήψη των επιταγών και μετρητών αλλά και την αναγραφή των σχετικών πληρωμών σε καρτέλες του ως άνω μηχανικού, και ότι ο εναγόμενος με την καταβολή στον τελευταίο του επίδικου ποσού έχει εξοφλήσει τούτο και έτσι που έκρινε, απορρίψαν την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθέντων άρθρων, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και την υπαγωγή τους σ' αυτές, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αλλά πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες.

Κατ' ακολουθία ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του, που προσάπτει πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.

δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο κατά το άλλο σκέλος του, τον τέταρτο από τους αρ. 1,9,12,14 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και πέμπτο από τους αρ. 1,8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτιμώμενους, ορθώς, ως από τον αρ. 8 της ίδιας διάταξης του ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο δέχθηκε τον μη προταθέντα από τον εναγόμενο ισχυρισμό περί του ότι ο Ι.

Α. είχε εξουσιοδοτηθεί από τον ενάγοντα για την είσπραξη της αμοιβής του από τον εναγόμενο εργοδότη. Ο λόγος όμως αυτός, που δεν προτείνεται επικουρικώς, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, εφόσον αντιφάσκει με τους προαναφερθέντες και απορριφθέντες ήδη λόγους αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλεια ως προς την εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με την υποβολή του ως άνω ισχυρισμού περί εξόφλησης της απαίτησής του από τον εναγόμενο, καθόσον τούτοι προϋποθέτουν τη λογική παραδοχή ότι έχει υποβληθεί ο ως άνω ισχυρισμός.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο από τους αρ. 8 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δελτίων λιανικής του τεχνικού έργου που είχε αυτός εκδώσει τα οποία δεν είναι εξοφλητικές αποδείξεις και ότι "δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία, ποσοτική ή χρονολογική, των ποσών που αναγράφονται στα ως άνω δελτία με τα ποσά που ισχυρίζεται ο αντίδικος ότι κατέβαλε".

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν εκθέτει τα αναφερόμενα στοιχεία στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, όπως ο ίδιος εξ άλλου ρητά αναφέρει στο αναιρετήριο ως προς την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του εναγομένου, νυν αναιρεσιβλήτου, της εξόφλησης με διαδοχικές καταβολές της επίδικης απαίτησης αμοιβής από την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου στον ενεργούντα για λογαριασμό του προαναφερθέντος τρίτου προσώπου.

Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου το Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 163/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ