Supreme Court allows appeal against labor court judgment for erroneous calculation of Christmas bonuses and leave pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a labor court judgment, finding errors in the calculation of Christmas bonuses, Easter bonuses, and leave pay. The court held that the lower court failed to properly include these specific allowances in the regular salary base for the relevant period. Consequently, the judgment was annulled in the affected sections, and the case was remitted for a new substantive hearing before the same chamber.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a labor court judgment where the lower court erroneously interpreted statutory provisions regarding the calculation of Christmas and Easter bonuses and leave pay, remitting the case for a new substantive hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 593 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 593/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "J & P - ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΕΤ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Κομματά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρεται ότι η επωνυμία της αναιρεσίβλητης έχει τροποποιηθεί σε "ΑΒΑΞ Α.Ε.". Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/09/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3049/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2564/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 381/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Κατόπιν αυτής το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3441/2017 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.4.2018, με αριθμό καταθέσεως 4868/23.5.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 3441/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής μετά την έκδοση της με αριθ. 381/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 30.10.2012 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος τότε, αλλά και ήδη αναιρεσείοντος αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης η προηγούμενη με αριθ. 2564/2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3441/2017 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 27.1.2010, με αριθμό καταθέσεως 967/2010 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της την από 25.2.2007 με αριθμό καταθέσεως 233848/2007 αγωγή του ενάγοντος, κράτησε την υπόθεση κατά το άνω μέρος της και επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.491,15 ευρώ νομιμοτόκως, για αξιώσεις από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφορώσες αμοιβές από εργασία κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα, ιδιόρρυθμη υπερωρία, υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, αποδοχές αδείας, επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και διαφορές αποζημιώσεως απολύσεως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 25.9.2007, με αριθμό καταθέσεως 233848/2007 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ως χειριστής αυτοκινήτου γερανού για το χρονικό διάστημα από 11.3.1977 μέχρι και 31.5.2007, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του με την συγκατάθεση της τελευταίας λόγω πλήρους συνταξιοδότησης.
Ζήτησε δε να του επιδικασθούν για διαφορές αποδοχών 14.512 ευρώ, αντίτιμο φιάλης γάλακτος, 1293 ευρώ επίδομα ενοικίου, 15.894 ευρώ, πρόσθετη εργασία βοηθού χειριστή, 19.137 ευρώ, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2007, ιδιόρρυθμες υπερωρίες, 585 ωρών 11432 ευρώ, από 1.1.2002 μέχρι 30.9.2005, υπερεργασία 680 ωρών, 12.818 ευρώ από 1.10.2005 μέχρι 31.5.2007, παράνομες υπερωρίες 4305 ωρών 138.300 ευρώ από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2007, εργασία για Σάββατα 23.427 ευρώ, για Κυριακές 10.248 ευρώ και εξαιρετέες μέρες 6.181 ευρώ, από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2007, διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας 26.236 ευρώ, καθώς και διαφορές επιδομάτων εορτών ετών 2002 μέχρι 2007 και διαφορές αποζημίωσης απόλυσης 41814 ευρώ.
Συνολικά δε για τις άνω αιτίες το ποσό των 428.794 ευρώ, κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις από σύμβαση εργασίας, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθ. 3049/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία 1) απορρίφθηκαν α) ως αόριστα τα κεφάλαια για ιδιόρρυθμες υπερωρίες, υπερεργασία, παράνομες υπερωρίες, β) ως μη νόμιμα αλλά και ως αόριστα τα κεφάλαια για εργασία κατά τα Σάββατα παράνομες υπερωρίες, από την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γ) ως μη νόμιμα τα κεφάλαια για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας και επιδομάτων εορτών, δ) ως αβάσιμα κατ' ουσίαν τα κεφάλαια για επίδομα ενοικίου, πρόσθετη εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και 2) έγιναν δεκτές εν μέρει και βάσιμες στην ουσία τους οι αγωγικές αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, για διαφορές μισθών και αντίτιμο φιάλης γάλακτος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2007, καθώς και αξιώσεις με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για εργασία κατά τις αργίες και εξαιρετέες ημέρες των ετών από 2003 μέχρι 2007 και επιδικάστηκαν για τις αιτίες αυτές τα ποσά των 9.612 ευρώ, 1293 ευρώ και 1914, 05 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 12819,05 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 27.1.2010 έφεση και τους διαλαμβανόμενους στις από 9.12.2011 έγγραφες προτάσεις του πρόσθετους λόγους αυτής, παραπονούμενος τόσο για τα κονδύλια που απορρίφθηκαν, όσο και για εκείνα των διαφορών για μισθούς, και εργασία κατά ημέρες αργίας και εξαιρετέες, για τα οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του.
Επίσης άσκησε και η εναγομένη με τις προτάσεις της αντέφεση, ως προς τα κονδύλια των διαφορών αποδοχών και αντιτίμου φιάλης γάλακτος. Επί των άνω εφέσεως και αντεφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού τις συνεκδίκασε α) απέρριψε την αντέφεση και την έφεση ως προς τα κεφάλαια των διαφορών - αποδοχών, αντιτίμου φιάλης γάλακτος και εργασίας κατά τις εξαιρετέες ημέρες και ημέρες αργίας, επιπλέον των όσων επιδικάστηκαν πρωτοδίκως και έτσι επικυρώθηκε κατά το μέρος αυτό και για το ποσό των 12.819,05 ευρώ η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφανίστηκε η άνω εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αφορούσαν αμοιβές για υπερεργασία ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομες υπερωρίες, διαφορές δώρων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς και αποζημιώσεως απόλυσης, που κρίθηκαν ορισμένα και νόμιμα και στη συνέχεια αφού κρατήθηκε η αγωγή κατά το άνω μέρος της: 1) απορρίφθηκαν τα κονδύλια που αφορούσαν αμοιβές για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές, εξαιρετέες ημέρες και ημέρες αργίας, (επιπλέον όσων επιδικάστηκαν πρωτοδίκως, ως προς αυτές, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία ως αβάσιμα κατ' ουσίαν και 2) έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της για τα κονδύλια που αφορούσαν αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δώρα εορτών και αποζημίωση απολύσεως και επιδίκασε στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές, το συνολικό ποσό των 12.199,81 ευρώ και μετά από εξαφάνιση της απόφασης στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης το ποσό των (12.199,81 + 12.819,05) 25.018,86 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου ο ενάγων άσκησε την από 30.10.2012 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η αριθ. 381/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθ. 19), ως προς τα κονδύλια που αφορούσαν αμοιβή της εργασίας που παρασχέθηκε κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές εξαιρετέες ημέρες και ημέρες αργίας (πλέον όσων επιδικάστηκαν πρωτοδίκως ως προς αυτές), υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και ως αρρήκτως συνδεδεμένα με τα κονδύλια αυτά και τις αξιώσεις για επιδίκαση δώρων εορτών αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας και αποζημιώσεως απολύσεως, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, ενώ η απόφαση κατέστη αμετάκλητη ως προς τα κονδύλια των διαφορών μισθών ύψους 9.612, του αντιτίμου φιάλης γάλακτος, ύψους 1293 ευρώ και των εξαιρετέων ημερών και αργιών ύψους 1914,05 ευρώ και συνολικά των 12.819,05 ευρώ ως προς τα οποία δεν προσβλήθηκε με αναίρεση.
Με την προσβαλλόμενη αριθ. 3441/2017 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την αγωγή, δέχθηκε : 1) ότι ο ενάγων πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2003 μέχρι Μάρτιο του 2007, 89 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίες, (4) ώρες υπερεργασίας και (356) ώρες παράνομης υπερωρίας, εργάστηκε (25) Σάββατα και (4) Κυριακές, για τις οποίες αιτίες δικαιούται συνολική αμοιβή 11.572,708 ευρώ, για την οποία, μετά μερική παραδοχή της ένστασης εξοφλήσεως που είχε υποβάλει η εναγομένη, ως προς το ποσό των 10.802,97 ευρώ, επιδίκασε το συνολικό ποσό των 769,73 ευρώ, 2) έκανε εν μέρει δεκτά τα αιτήματα καταβολής αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας των ετών 2002 έως 2007, για το συνολικό ποσό των (7.973,53 +830,99) 8,813,115 ευρώ, των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, των ετών 2002 έως 2007, 1.214,70 ευρώ και διαφορά αποζημιώσεως απολύσεως για το ποσό των 1.707,20 ευρώ, επιδικάζοντας συνολικά για όλες τις άνω αιτίες το ποσό των 12.491,15 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ακόμα υπό τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340, 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή την έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαιρεί μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 11 γ' Κ.ΙΙολ.Δ. Η λήψη ή μη λήψη υπόψη κάποιου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 51/2002, ΑΠ 836/2019, 161/2017, ΑΠ 763/2016).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία.
Κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ. η ομολογία του διαδίκου προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αντικείμενο δε της ομολογίας είναι όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη απόδειξης και είναι επιζήμια για τα ομολογούντα. Εξάλλου, από το άρθρο 353 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σύνθεση ομολογία είναι εκείνη όταν ο διάδικος παραδέχεται τα θεμελιωτικά ισχυρισμών του αντιδίκου του περιστατικά, αλλά επικαλείται και άλλα που περιέχονται στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του και τα οποία συνθέτουν προσθήκη ή περιορισμό ωφέλιμο γι' αυτόν (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 791/2017, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1747/2013). Στην περίπτωση της σύνθεσης ομολογίας, αυτή παράγει πλήρη αποτελέσματα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό και δεν θίγεται από την παρεμβολή σ' αυτήν του αυτοτελούς ισχυρισμού, με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται ο ομολογών. Τέτοια σύνθετη ομολογία αποτελεί ο ισχυρισμός του οφειλέτη περί εξόφλησης ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς το δανειστή με καταβολή, καθόσον ενέχει εκ του πράγματος ομολογία του οφειλέτη περί την ύπαρξη της οφειλής αυτής, η οποία στη συνέχεια αποσβέστηκε με την καταβολή (ΑΠ 836/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτος σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες από τον ενάγοντα ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας της δικαστικής ομολογίας της εναγομένης, που περιελήφθη στις έγγραφες προτάσεις της του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παρά την επίκλησή της, από αυτόν (ενάγοντα), τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο, δέχθηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν, ότι ο εναγών πραγματοποίησε, μεταξύ άλλων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (85) ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, (4) ώρες υπερεργασίας και (356) ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας.
Για το σχηματισμό του αποδεικτικού τού πορίσματος, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι μετ' επίκληση νόμιμα προσκομίζουν, την υπ' αριθ. …/….4.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ., Χ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.
Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 9.3.2009 έγγραφες προτάσεις της προέβαλε την ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι ο αναιρεσείων - ενάγων είχε πραγματοποιήσει κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2003 μέχρι Ιανουάριο 2007, 132,5 ιδιόρρυθμες υπερωρίες, και υπερεργασία, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, και δικαιούτο για την αιτία αυτή το ποσό των 1.607,35 ευρώ (η εναγόμενη στις από 3-4-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προσδιορίζει ότι από τις παραπάνω 1,3,2,5 ώρες οι μεν 131,5 αφορούσαν ιδιόρρυθμες υπερωρίες ενώ η μία ώρα αφορούσε υπερεργασία και ότι δικαιούτο 1589,90€ και 17,45€ αντίστοιχα) και 601,5 παράνομες υπερωρίες για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2003 μέχρι Απρίλιο 2007.
Κατά τα ειδικότερα οριζόμενα και δικαιούτο για την αιτία αυτή το π:οσό των 12.230,97 ευρώ καθώς και ότι είχε προβεί σε εξόφληση των ως άνω ποσών με καταβολή. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης αποτελεί σύνθετη ομολογία, με επιβλαβές για αυτή γεγονός εκείνο της παροχής εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος ,κατά τις παροαναφερόμενες ώρες (πέραν του νομίμου ωραρίου του αφού ενέχει ομολογία περί της υπάρξεως οφειλής για την αιτία αυτή, κατά το άνω μέρος της και επωφελές πραγματικό γεγονός την εξόφληση των οφειλομένων, εφόσον δε το ωφέλιμο γεγονός της εξόφλησης αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό (ένταση), η ομολογία αυτή παράγει πλήρες αποτέλεσμα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό των ωρών ιδιόρρυθμης υπερωρίας, υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας που πραγματοποίησε ο ενάγων.
Την ως άνω όμως ομολογία της εναγομένης, δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Τούτο προκύπτει, αφενός μεν από το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ομολογία ως ένα εκ των αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίχθηκε το αποδεικτικό πόρισμά της, αφετέρου δε από το περιεχόμενο της απόφασης και μάλιστα της διαφορετικής ουσιαστικής κρίσης, στην οποία κατέληξε σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας, για τις προαναφερόμενες αιτίες, αφού δέχθηκε ότι πραγματοποίησε λιγότερες τέτοιες ώρες εργασίας, από τις ομολογηθείσες. Επομένως είναι βάσιμος ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος της και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά αξίωση του ενάγοντος για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία.
Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του άνω πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, καλύπτει ολόκληρη την απόφαση ως προς το προσβαλλόμενο κεφάλαιο, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τρίτου σκέλους του ίδιου λόγου αναίρεσης, οι οποίοι προσάπτουν στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν εκτός αν πρόκειται για μία και μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται αναλυτικά το δικαιούμενο, καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό και ο χρόνος καταβολής αυτών.
Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν συνολικό ποσό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις μη ασκούμενες με την αγωγή ή ακόμη να υπερκαλύπτει ορισμένες και άλλες να μην τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει. 'Ετσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του, για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959).
Για το λόγο αυτό άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αυτών κρατήσεις (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 953/2018, 1064/2018, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 176/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Η αντίφαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της, το οποίο πρέπει να στηρίζουν οι αντιφατικές αιτιολογίες και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 892/2011, ΑΠ 700/1986).
Δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο οι αιτιολογίες που ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για την στήριξη της κρίσεως του Εφετείου (ΑΠ 255/2010 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΕΤ-Ανώνυμη Τεχνική Εργοληπτική Μελετητική - Οικοδομική - Βιομηχανική Αντιπροσωπευτική-Τουριστική και Εμπορική Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΕΤ Α.Ε.", αποτελεί μέλος του ομίλου εταιριών "J & Ρ.
ΑΒΑΞ Α.Ε.", στον έλεγχο του οποίου περιήλθε με διαδοχικές μεταβιβάσεις των μετοχών της η εταιρία αυτή. Η εναγομένη υπήρξε εργοδότρια του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2007. Στο πλαίσιο αυτό και για τις ανάγκες εκτέλεσης των έργων που είχε αναλάβει η εναγομένη, υπό την αρχική νομική της μορφή ως ετερόρρυθμη εταιρία, προσέλαβε τον ενάγοντα στις 3.11.1977 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί αρχικά ως βοηθός λαστιχοφόρου γερανού στο εργοστάσιο της στον Ασπρόπυργο Αττικής.
Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε στην εναγομένη και μετά την αρχική του πρόσληψη την από 21.1.1988 άδεια μηχανοδηγού-χειριστή μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων Β' τάξης, που δίδει το δικαίωμα χειριστή σε μηχανήματα ισχύος από 20 έως 200 ίππους, και έκτοτε συνέχισε να απασχολείται στην εναγόμενη ως χειριστής λαστιχοφόρου γερανού μέχρι τις 31.5.2007, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος βάση των ισχυουσών ΣΣΕ και των προσαυξήσεων κατά ποσοστό 10% για επίδομα γάμου, ποσοστό 50% για επίδομα πέντε τριετιών, κατά ποσοστό 15% για επίδομα ειδικών συνθηκών, κατά ποσοστό 7% για επίδομα υπερβαρέος μηχανήματος άνω των 150 ίππων και κατά ποσοστό 15% του 1/22 του βασικού μισθού για κάθε ημέρα εργασίας για επίδομα οδήγησης γερανοφόρου οχήματος ανέρχονταν στα ποσά των 1.508ευρώ από 1.1.2002, των 1.586 ευρώ από 1.1.2003, των 1.658 ευρώ από 1.1.2004, των 1.699 ευρώ από 1.7.2004, των 1.810 ευρώ από 1.1.2005, των 1.882 ευρώ από 1.1.2006, των 1.938 ευρώ από 1.9.2006 και των 2.059 ευρώ από 1.5.2007, πλέον των ποσών 17,61 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2002, των 18 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2003, των 21 ευρώ μηνιαίως για τα έτη 2004,2005 και 2006 και των 22 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2007, όπως αυτό έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 2564/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Από την ίδια ως άνω αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία τηρούσε δελτία παρουσίας προσωπικού/παρουσιολόγια, στα οποία αναγράφονταν οι ώρες έναρξης και λήξης εργασίας, σύμφωνα με το "χτύπημα κάρτας" κάθε εργαζομένου. Με βάση δε αυτά τα παρουσιολόγια γινόταν η μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών, που δικαιούνταν να λάβουν οι εργαζόμενοι για κάθε αιτία.
Παράλληλα εκδίδονταν και μηνιαίες αναλυτικές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφονταν οι ώρες εργασίας που είχε πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος και η αμοιβή που λάμβανε τόσο για την εργασία του εντός του νομίμου ωραρίου όσο και η αντίστοιχη αμοιβή για εργασία πέραν τούτου ή για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές κλπ.
Από τα αναφερόμενα στα ως άνω δελτία παρουσίας προσωπικού/παρουσιολόγια και τα αντίτυπα των αναλυτικών μηνιαίων αποδείξεων πληρωμής του ενάγοντος που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη σε συνδυασμό και με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο ενάγων Α. κατά το έτος 2002 δεν εργάστηκε πλέον του οκταώρου ούτε μία ώρα ούτε δε εργάστηκε Σάββατα ή Κυριακές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και επομένως τα αιτούμενα κονδύλια για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Β. Κατά το έτος 2003 και μέχρι τέλος Ιουνίου ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε πλέον του οκταώρου ή κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής. Τον Ιούλιο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 7.7 έως και 11,7 συνολικά 57 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 14 ώρες συνιστούν υπερωρία.
Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξησης) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ Και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 14 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 14=) 336,70 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 14.7 έως και 18.7 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81 =) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 21.7 έως και 25.7 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3-) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, δ.
για την εβδομάδα από 28.7 έως και 1.8 συνολικά 58 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 15 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=) 24,05 ευρώ και συνολικά για τις 15 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 15=) 360,75 ευρώ, και ε.
τρία (3) Σάββατα και συγκεκριμένα στις 12.7, στις 19.7 και στις 26.7 επί οκτώ ώρες κάθε φορά, για καθένα των οποίων δικαιούται το ποσό των 47,52 ευρώ (990,34 ευρώ (797 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=9 72,34 ευρώ+18 ευρώ αξία γάλακτος= 990,34 ευρώ : 25 = 39,61 ευρώ X 6 = 237,66 ευρώ : 40 = 5,94 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες=47,52 ευρώ) και συνολικά για τα τρία Σάββατα δικαιούται το ποσό των 142,56 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 1.590,37 ευρώ, το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για τις παραπάνω αιτίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.985,10 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Αύγουστο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α.
την εβδομάδα από 4.8 έως και 8.8 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος- 1.604 ευρώ ;25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 18.8 έως και 22.8 συνολικά 56 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 13 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 13 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 14=) 312,65 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 25.8 έως και 29.8 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος = 1.604 ευρώ : 25 ημέρες X 6 : 40 = 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση =) 24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12 =) 288,60 ευρώ και δ.
τέσσερα (4) Σάββατα και συγκεκριμένα στις 2.8, στις 9.8, στις 23.8 και στις 30.8 επί οκτώ ώρες κάθε φορά, για καθένα των οποίων δικαιούται το ποσό των 47,52 ευρώ (990,34 ευρώ (797 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% 990,34 ευρώ) : 25 + 39,61 ευρώ X 6 = 237,66 ευρώ : 40 = 5,94 ευρώ ωρομίσθιο 8 ώρες =) 47,52 ευρώ) και συνολικά για τα τέσσερα Σάββα δικαιούται το ποσό των 190,08 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 1.209,80 ευρώ, το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για τις παραπάνω αιτίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.450,80 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Σεπτέμβριο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α.
την εβδομάδα από 15.9 έως και 19.9 συνολικά 43 ώρες εκ των οποίων οι τρεις ώρες πέραν των40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, για κάθε δε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος = 1.604 ευρώ : 25 ημέρες X 6 : 40 = 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81 =) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρε3ς ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 X 3=) 43,29 ευρώ και β.
την εβδομάδα από 29.9. έως και 3.10 συνολικά 44 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και η υπόλοιπη 1 ώρα συνιστά υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ, ενώ κατά τις λοιπές εβδομάδες του μήνα ο ενάγων δεν εργάστηκε πλέον του νομίμου ωραρίου αλλά ούτε και ημέρες Σαββάτου ή Κυριακής.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 110,63 ευρώ, το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για τις παραπάνω αιτίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 124,80 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Οκτώβριο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α.
την εβδομάδα από 6.10 έως και 10.10 συνολικά 43 ώρες εκ των οποίων οι τρεις ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν; ιδιόρρυθμη υπερωρία, για κάθε δε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ, και β.
την εβδομάδα από 13.10 έως και 17.10 συνολικά 43 ώρες εκ των οποίων οι τρεις ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, για κάθε δε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 86,58 ευρώ, το οποίο η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει αφού του έχει καταβάλει το ποσό των 99,45 ευρώ, με συνέπεια να μην του οφείλει κάποιο ποσό, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Νοέμβριο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α.
την εβδομάδα από 17,11 έως και 21.11 συνολικά 52 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 9 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 9 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 9=) 216,45 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 24.11 έως και 28.11 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος .μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, γ.
ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 22.11 επί οκτώ ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 47,52 ευρώ (990,34 ευρώ (797 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=972,34 ευρώ+18 ευρώ αξία γάλακτος= 990,34 ευρώ : 25 = 39,61 ευρώ X 6 = 237,66 ευρώ : 40 = 5,94 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες =) 47,52 ευρώ), ποσό το οποίο θα κατέβαλε η εναγομένη αν απασχολούσε κάποιον άλλο εργαζόμενο με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δ.
μία Κυριακή και συγκεκριμένα στις 23.11 επί οκτώ ώρες για την οποία δικαιούται το ποσό των 57,76 ευρώ (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος = 1.604 ευρώ : 25 ημέρες X 6 : 40 = 9,62 ωρομίσθιο X 75%ο = 7,22 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες = 57,76 ευρώ). Επιπλέον ο ενάγων, λόγω του ότι δεν έλαβε μία ημέρα αναπλήρωσης εντός της επόμενης εβδομάδας για την εργασία του την Κυριακή της 23 Νοεμβρίου 2003 δικαιούται και το ποσό των 76,96 ευρώ (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 8 ώρες = 76,96 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγόμενη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 773,87 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 635,70 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 138,17 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.12.2003, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Δεκέμβριο του 2003 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 1.12 έως και 5.12 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 8.12 έως και 12.12 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=)4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1,604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 12=) 288,60 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 15.12 έως και 19.12 συνολικά 52 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 9 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο + (9,62 X 50% προσαύξηση=) 4,81=) 14,43 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (14,43 Χ3=) 43,29 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός.+18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)24,05 ευρώ και συνολικά για τις 9 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 9=) 216,45 ευρώ, και δ.
την εβδομάδα από 22.12 έως και 26.12 συνολικά 35 ώρες, τις 4 εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με συνέπεια οι 33 ώρες να καλύπτονται από τον μηνιαίο μισθό του και οι υπόλοιπες 2 να συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος= 1.604 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 9,62 ωρομίσθιο X 250% προσαύξησης) 24,05 ευρώ και συνολικά για τις 2 ώρες υπερωρίας το ποσό των (24,05 X 2=) 48,10 ευρώ, και ε.
ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 13.12 επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 41,58 ευρώ {990,34 ευρώ (797 νόμιμος μηνιαίος μισθός +15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος = 972,34 ευρώ+18 ευρώ αξία γάλακτος= 990,34 ευρώ : 25 = 39,61 ευρώ X 6 = 237,66 ευρώ : 40 = 5,94 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες =} 41,58 ευρώ}, ποσό το οποίο θα κατέβαλε η εναγόμενη αν απασχολούσε κάποιον άλλο εργαζόμενο και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 1.013,20 ευρώ, από το οποίο η εναγόμενη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 955,50 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 57,70 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.1.2004, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Ιανουάριο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 29.12.2003 έως και 2.1.2004 συνολικά 49 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 6 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=) 25,17 ευρώ και συνολικά για τις 6 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 5=) 151,02 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 5.1 έως και 9.1 συνολικά 48 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 5 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος 38 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 5 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 5=) 125,85 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 12.1
έως και 16.1 συνολικά 55 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση-) 25,17 ευρώ και συνολικά για τις 12 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 12=) 302,04 ευρώ, δ.
την εβδομάδα από 19.1 έως και 23.1 συνολικά 35 ώρες τις 5 εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με συνέπεια οι 29 ώρες να καλύπτονται από τον μηνιαίο μισθό του και οι υπόλοιπες 6 να συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 : 40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση =)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 6 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 6~) 151,02 ευρώ, ε.
την εβδομάδα από 26.1 έως και 30.1 συνολικά 50 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 7 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 X 3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 7 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 7) 176,19 ευρώ, και στ.
τέσσερα Σάββατα και συγκεκριμένα στις 10.1, 17.1, 24.1 και 31.1 κατά τα οποία εργάστηκε επί 8, 7, 2 και 7 ώρες αντίστοιχα και για τα οποία δικαιούται τα ποσά των 49,76, 43,54, 12,44 και 49,76 ευρώ, αντίστοιχα, {990,34 ευρώ {832,87 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=1.016,10 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος 1.037,10 ευρώ : 25 = 41,48 ευρώ X 6 = 248,88 ευρώ : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες = 49,76 ευρώ, 6,22 ευρώ X 7 ώρες =43,54, 6,22 ευρώ X 2 ώρες =12,44 και 6,22 ευρώ X 8 ώρες =49,76 ευρώ}, και συνολικά το ποσό των 155,50 ευρώ, ποσό το οποίο θα κατέβαλε η εναγομένη αν απασχολούσε κάποιον άλλο εργαζόμενο και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 1.242,82 ευρώ, το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για τις παραπάνω αιτίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.251,90 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Φεβρουάριο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε α.
την εβδομάδα από 2.2 έως Και 6.2 συνολικά 56 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 6 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6:40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 13 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 13=) 327,21 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 9.2 έως και 13.2 συνολικά 51 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 8 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3-) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 8 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 8=) 201,36 ευρώ, και γ.
την εβδομάδα από 16.2 έως και 20.2 συνολικά 43 ώρες, δεδομένου όμως ότι μόνο μία ημέρα και συγκεκριμένα στις 16.2 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, η μία εκ των 3 ωρών συνιστά ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 2 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για την 1 ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=) 25,17 ευρώ και συνολικά για τις 2 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 8=) 50,34 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να .λάβει το συνολικό ποσό των 684,61 ευρώ, από το οποίο η εναγόμενη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 651,30 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 33,31 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.3.2004, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Μάρτιο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 1.3 έως και 5.3 συνολικά 43 ώρες δεδομένου όμως ότι μόνο μία ημέρα και συγκεκριμένα στις 16.2 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, η μία εκ των 3 ωρών συνιστά ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 2 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για την 1 ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 2 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 2=) 50,34 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 15.3 έως και 19.3 συνολικά 50 ώρες δεδομένου όμως ότι μόνο δύο ημέρες και συγκεκριμένα στις 18.3 και 19.3 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, οι δύο εκ των 10 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 8 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για τις 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας δικαιούται το ποσό των (15,10 X 2=) 30,20 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10Λ07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 8 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 8=) 201,36 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 22.3 έως και 27.3 συνολικά 52 ώρες τις 4 εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με συνέπεια οι 36 ώρες να καλύπτονται από τον μηνιαίο μισθό του και οι υπόλοιπες 16 να συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= ί .679 ευρώ:25 ημέρες X 6 : 40 = 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 16 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17Χ 16=) 402,72 ευρώ, και δ.
δύο Σάββατα και συγκεκριμένα στις 20.3 και 27.3 επί επτά ώρες το καθένα για καθένα των οποίων δικαιούται το ποσό των 43,54 ευρώ {832,87 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=1.016,10 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.037,10 ευρώ : 25 = 41,48 ευρώ X 6 = 248,88 ευρώ : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο X 7ώρες =43,54) και συνολικά για τα δύο Σάββατα το ποσό των (43,54 Χ2=) 87,08 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 786,80 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 403,65 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 383,15 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.4.2004, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Απρίλιο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 29.3 έως και 2.4 συνολικά 60 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 17 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 1.0,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 17 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 17=) 427,89 ευρώ, β.
την εβδομάδα από 5.4 έως και 9.4 συνολικά 58 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 15 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 15 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 15=) 377,55 ευρώ, γ.
την εβδομάδα από 12.4 έως και 16.4 συνολικά 57 ώρες τις 4 εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με συνέπεια οι 36 ώρες να καλύπτονται από τον μηνιαίο μισθό του και οι υπόλοιπες 21 να συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 : 40 = 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση==)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 21 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 21=) 528,57 ευρώ, δ.
την εβδομάδα από 19.4 έως και 23.4 συνολικά 71 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 28 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 140= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 28 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 28=) 704,76 ευρώ, ε.
την εβδομάδα από 26.4 έως και 30.4 συνολικά 65 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 22 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξηση=) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (15,10 Χ3=) 45,30 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ:25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 22 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 22=) 553,74 ευρώ, και στ.
ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 3.4 επί οκτώ ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 49,76 ευρώ {832,87 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=1.016,10 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.037,10 ευρώ : 25 = 41,48 ευρώ X 6 = 248,88 ευρώ : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες =49,76}, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 2.823,47 ευρώ, ποσό το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για τις παραπάνω αιτίες του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 3.114,60 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Μάιο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε την εβδομάδα από 3.5 έως και 7.5 συνολικά 48 ώρες δεδομένου όμως ότι μόνο δύο ημέρες και συγκεκριμένα στις 3.4 και 4.4 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, οι δύο εκ των 8 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 6 ώρες συνιστούν υπερωρία.
Για τις 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο + (10,07 X 50% προσαύξησης) 5,03=) 15,10 ευρώ και συνολικά, για τις 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας δικαιούται το ποσό των (15,10 X 2=) 30,20 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.658 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.679 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,07 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)25,17 ευρώ και συνολικά για τις 6 ώρες υπερωρίας το ποσό των (25,17 X 6=) 151,02 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 181,22 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 160,92 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 20,30 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.6.2004, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Οκτώβριο του 2004 ο ενάγων εργάστηκε την εβδομάδα από 18.10 έως και 22.10 συνολικά 41 ώρες με συνέπεια η μία ώρα πλέον των 40 ωρών εβδομαδιαίως να συνιστά ιδιόρρυθμη υπερωρία για την οποία ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (1.699 ν ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.721 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,33 ωρομίσθιο + (10,33 X 50% προσαύξηση=) 5,17=) 15,50 ευρώ, ποσό το οποίο έχει εξοφλήσει η εναγομένη αφού η τελευταία για την παραπάνω αιτία του κατέβαλε το ποσό των 19,85 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Ιανουάριο του2005 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 24.1 έως και 28.1 συνολικά 51 ώρες εκ των οποίων οι τρεις πρώτες πέραν των 40 ωρών συνιστούν ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 8 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.810 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.831 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,99 ωρομίσθιο + (10,99 X 50% προσαύξηση=) 5,50-) 16,49 ευρώ και συνολικά για τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το ποσό των (16,49 Χ3=) 49,47 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.810 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.831 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 10,99 ωρομίσθιο X 250% προσαύξηση=)27,48 ευρώ και συνολικά για τις 8 ώρες υπερωρίας το ποσό των (27,48 X 8=) 219,84 ευρώ και β.
ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 22.10 επί έξι ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 40,68 ευρώ {909,18 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος= 1.109,20 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.130,20 ευρώ : 25 = 45,21 ευρώ X 6 = 271,26 ευρώ:40 =6,78 ευρώ ωρομίσθιο X 6 ώρες =40,68},ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ό ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 309,99 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη του έχει καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 309,24 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 0,75 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνάς, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.2.2005, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Φεβρουάριο του 2005 ο ενάγων εργάστηκε ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 26.2 επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 47,46 ευρώ {909,18 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος= 1.109,20 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.130,20 ευρώ : 25 = 45,21 ευρώ X 6 = 271,26 ευρώ : 40 = 6,78 ευρώ ωρομίσθιο X Ί ώρες =47,46}, ποσό το οποίο θα κατέβαλε η εναγομένη αν απασχολούσε κάποιον άλλο εργαζόμενο και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το ποσό αυτό η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει αφού του έχει καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 155,80 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Φεβρουάριο του 2006 ο ενάγων εργάστηκε ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 11.2. επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 49,35 ευρώ {945,55 νόμιμος μηνιαίος μισθός +15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος= 1.153,57 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.174,57 ευρώ : 25 = 46,98 ευρώ X 6 = 281,88 ευρώ : 40 = 7,05 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες =49,35}, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη
κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το ποσό αυτό η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει αφού του έχει καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 140,68 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Απρίλιο του 2006 ο ενάγων εργάστηκε ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 8.4. επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 49,35 ευρώ {945,55 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος =1.153,57 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτός= 1.174,57 ευρώ : 25 = 46,98 ευρώ X 6 = 281,88 ευρώ : 40 = 7,05 ευρώ ωρομίσθιο -X 7 ώρες =49,35}, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το ποσό αυτό η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει αφού του έχει καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 140,68 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Οκτώβριο του 2006 ο ενάγων εργάστηκε την εβδομάδα από 2.10 έως και 6.10 συνολικά 41 ώρες με συνέπεια η μία ώρα πλέον των 40 ωρών εβδομαδιαίως να συνιστά υπερεργασία για την οποία ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.959 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,75 ωρομίσθιο + (11,75 X 25% προσαύξηση=) 2,94=) 14,69 ευρώ.
Από το προαναφερόμενο ποσό η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 14,54 ευρώ με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 0,15 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.11.2006,δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Νοέμβριο του 2006 ο ενάγων εργάστηκε α. την εβδομάδα από 20.11 έως και 24.11 συνολικά 46 ώρες δεδομένου όμως ότι μόνο δύο ημέρες και συγκεκριμένα στις 23.11 και 24.11 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, οι δύο εκ των 6 ωρών συνιστούν υπερεργασία και οι υπόλοιπες 4 ώρες συνιστούν υπερωρία. Για κάθε μία ώρα υπερεργασίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των 14,69 ευρώ (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος- 1.959 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,75 ωρομίσθιο + (11,75 X 25% προσαύξηση=) 2,94=) 14,69 ευρώ) και συνολικά για τις 2 ώρες υπερεργασίας δικαιούται το ποσό των (14,69 ευρώ X 2 ώρες = ) 29,38 ευρώ και για κάθε ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.959 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,75 ωρομίσθιο + (11,75 X 100% προσαύξησης) 11,75=) 23,50 ευρώ και συνολικά για τις 4 ώρες υπερωρίας το ποσό των (23,50 X 4=) 94 ευρώ, και β.
δύο Σάββατα και συγκεκριμένα στις 11.11. και 25.11. επί επτά ώρες κάθε φορά για καθένα των οποίων δικαιούται το ποσό των 49,35 ευρώ {945,55 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος= 1.153,57 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.174,57 ευρώ : 25 = 46,98 ευρώ X 6 = 281,88 ευρώ : 40 == 7,05 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες =49,35}, και συνολικά για δύο Σάββατα το ποσό των (49,35 X 2 =) 98,70 ευρώ, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 222,08 ευρώ, ποσό το οποίο η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει, αφού του έχει καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 447,82 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Δεκέμβριο του 2006 ο ενάγων εργάστηκε α.
ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 16.12. επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 49,35 ευρώ {945,55 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος= 1.153,57 ευρώ+21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.174,57 ευρώ : 25 = 46,98 ευρώ X 6 = 281,88 ευρώ : 40 = 7,05 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες =49,35}, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και β.
μία Κυριακή και συγκεκριμένα στις 17.12. επί επτά ώρες για την οποία δικαιούται το ποσό των 70,48 ευρώ (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.959 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,75 ωρομίσθιο X 75% = 8,81 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες = 70,48 ευρώ). Επιπλέον ο ενάγων, λόγω του ότι δεν έλαβε μία ημέρα αναπλήρωσης εντός της επόμενης εβδομάδας για την εργασία του την Κυριακή της 23 Νοεμβρίου 2003 δικαιούται και το ποσό των 94 ευρώ (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος= 1.959 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,75 ωρομίσθιο X 8 ώρες = 94 ευρώ), ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 213,83 ευρώ. Από το ποσό αυτό η εναγομένη έχει καταβάλει στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 135,71 ευρώ, με συνέπεια να εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 78,12 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.1.2007, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Τον Ιανουάριο του 2007 ο ενάγων εργάστηκε α. ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 20.1. επί επτά ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 50,82 ευρώ {973,90 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=1.188,16 ευρώ+22 ευρώ αξία γάλακτος = 1.210,16 ευρώ : 25 = 48,41 ευρώ X 6 = 290,46 ευρώ : 40 = 7,26 ευρώ ωρομίσθιο X 7 ώρες =50,82), ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και β.
την εβδομάδα από 29.1 έως και 2.2. συνολικά 42 ώρες δεδομένου όμως ότι μόνο μία ημέρα και συγκεκριμένα στις 29.1 έγινε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, η μία εκ των 2 ωρών συνιστά υπερεργασία και η υπόλοιπη 1 ώρα συνιστά υπερωρία. Για την μία ώρα υπερεργασίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των 14,69 ευρώ (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 22 ευρώ αξία γάλακτος= 1.960 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,76 ωρομίσθιο + (11,75 X 25% προσαύξηση=) 294=) 14,7 ευρώ) και για την μία ώρα υπερωρίας ο ενάγων θα έπρεπε να αμείβεται με το ποσό των (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 22 ευρώ αξία γάλακτος= 1.960 ευρώ :25 ημέρες X 6 :40= 11,76 ωρομίσθιο + (11,76 X 100% προσαύξηση=) 11,76=) 23,52 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 89,03 ευρώ, ποσό το οποίο η εναγομένη του το έχει εξοφλήσει αφού του έχει καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 194,83 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης. Τον Μάρτιο του 2007 ο ενάγων εργάστηκε ένα Σάββατο και συγκεκριμένα στις 31.3 επί οκτώ ώρες για το οποίο δικαιούται το ποσό των 58,08 ευρώ {973,90 νόμιμος μηνιαίος μισθός + 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 7% επίδομα υπερβαρέος οχήματος=1.188,16 ευρώ+22 ευρώ αξία γάλακτος= 1.210,16 ευρώ : 25 = 48,41 ευρώ X 6 - 290,46 ευρώ : 40 = 7,26 ευρώ ωρομίσθιο X 8 ώρες =58,08}, ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και το οποίο δικαιούται ο ενάγων βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μηνός, εκείνου, εντός του οποίου έπρεπε να του καταβληθεί η παραπάνω αξίωση, ήτοι από 1.4.2007, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης εξόφλησης.
Οι ημέρες εργασίας του ενάγοντος, τόσο αυτές που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και αυτές που αναφέρονται παραπάνω προκύπτουν από τα δελτία παρουσίας του προσωπικού και τις αναλυτικές καταστάσεις μηνιαίων αποδοχών, που προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναπροσκομίζονται στο παρόν δικαστήριο από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι τα έγγραφα αυτά στοιχεία κατασκευάσθηκαν εκ των υστέρων από την εναγομένη και είναι εικονικά, όπως επικαλείται ο ενάγων.
Σημειώνεται ότι ο τελευταίος αμφισβήτησε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τη γνησιότητα οποιουδήποτε εγγράφου προσκομίσει η εναγομένη, το οποίο δεν φέρει την y υπογραφή του, με τον ισχυρισμό ότι θα πρόκειται για προϊόν 7) κατασκευής, ενόψει της ασκήσεως της αγωγής του. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν κατονομάσθηκαν ρητά τα έγγραφα των οποίων αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, δεν προβλήθηκε όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Απαραδέκτως δε επιχειρήθηκε θεραπεία της αοριστίας του ως άνω ισχυρισμού με την προσθήκη και αντίκρουση των προαναφερομένων προτάσεων. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεδομένου ότι ο ενάγων αναφερόμενος στα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, τα οποία δεν φέρουν την υπογραφή του, τα προσβάλλει ως προς το περιεχόμενό τους, με την έννοια ότι αυτά είναι προϊόντα κατασκευής, αναληθή ως προς τον τόπο και χρόνο που καταρτίσθηκαν, όπως υποστηρίζει, ο σχετικός ισχυρισμός του δεν συνιστά αμφισβήτηση γνησιότητας τούτων, αλλά ουσιαστικά προσβάλλει τα έγγραφα αυτά ως εικονικά, τα οποία δεν ανήκουν ούτε στην κατηγορία των πλαστών, ούτε των μη γνησίων εγγράφων.
Το δε Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τα προσβαλλόμενα ως εικονικά έγγραφα, μόνα τους, ή σε συνδυασμό με άλλες αποδείξεις προς διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης για το ουσιαστικά βάσιμο της αγωγής, χωρίς προηγουμένως να κρίνει και απορρίψει ως αβάσιμο τον περί εικονικότητας του εγγράφου ισχυρισμό (Α.Π. 96/2008 δημ.
σε Νόμος). Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υφίστανται άλλες καταστάσεις που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, τις οποίες ο ίδιος θεωρεί ως αληθείς, ώστε να ζητηθεί η επίδειξή τους από την εναγομένη, όπως αυτός επιδιώκει, σε κάθε δε περίπτωση, οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο, είναι επαρκείς, ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο ως άνω συμπέρασμά του, χωρίς να υφίσταται ανάγκη επιδείξεως άλλων εγγράφων.
Το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνεται, καταρχήν, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς δεν δικαιολογείται το γεγονός, ότι ο ενάγων, παρότι ισχυρίζεται, ότι επί πέντε έτη πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τα Σάββατα και αντίστοιχο μέγεθος οφειλομένων κατ' αυτόν αμοιβών, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής του για οποιαδήποτε αιτία, αλλά αντίθετα, παραλάμβανε ανεπιφύλακτα τις μηνιαίες αποδοχές του, για τις οποίες μάλιστα εκδίδονταν και οι σχετικές αναλυτικές καταστάσεις.
Είχε δε τη ευχέρεια ο ίδιος, αν διατηρούσε αξιώσεις από την εναγομένη, ανερχόμενες μάλιστα σε πολύ μεγάλο ύψος, όπως τις εμφανίζει, να προσφύγει στους αρμόδιους φορείς, δηλαδή στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά του. Σημειώνεται δε, ότι ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη από το έτος 1977, όταν αυτή είχε τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρίας, και εξακολούθησε να εργάζεται σ' αυτήν και μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία το έτος 1992, οπότε το έτος 2007 που συνταξιοδοτήθηκε, είχε ήδη συμπληρώσει τριακονταετή εργασία στην ίδια.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η οποιαδήποτε προσφυγή του από το έτος 2002, από το οποίο αρχίζει η διεκδίκηση των αξιώσεών του, ή αργότερα, στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεν σηματοδοτούσε δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, αφού η εναγομένη δεν θα οδηγούνταν στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντας, εξαιτίας της ως άνω ενέργειας του, διακινδυνεύοντας να χαρακτηρισθεί αυτή (καταγγελία) άκυρη, με τις αντίστοιχες οικονομικές συνέπειες (αποζημίωση απολύσεως, ή καταβολή μισθών υπερημερίας), όταν μάλιστα απέμενε μικρό χρονικό διάστημα για τη συνταξιοδότηση τούτου.
Αξίζει δε να αναφερθεί, ότι και ο μάρτυρας της αποδείξεως, εργαζόμενος επίσης στην εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 μέχρι το έτος 2006, όπως ο ίδιος κατέθεσε, έλαβε όλες τις αποδοχές που δικαιούταν από την τελευταία, με συνέπεια, και το γεγονός αυτό να συνηγορεί στην κρίση του Δικαστηρίου, ότι και ο ενάγων αμείφθηκε αναλόγως, καθώς η εναγομένη διατηρούσε οργανωμένο λογιστήριο και διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, ώστε να μη δικαιολογείται η διαφορετική αντιμετώπιση των εργαζομένων της ως προς τη λήψη των αμοιβών τους, χωρίς μάλιστα για τη διαφοροποίηση αυτή, να υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος, όσον αφορά τον ενάγοντα, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση.
Η τήρηση δε των Δελτίων Παρουσίας Προσωπικού/Παρουσιολογίων από την εναγομένη, στα οποία αναγράφονταν οι ώρες έναρξης και λήξης εργασίας των εργαζομένων, η εφαρμογή του συστήματος για το "χτύπημα κάρτας" από κάθε εργαζόμενο και η έκδοση και χορήγηση στους εργαζομένους μηνιαίων αναλυτικών εκκαθαριστικών αποδείξεων πληρωμής, στις οποίες αναγράφονταν οι ώρες εργασίας, που είχε πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος και η αμοιβή που λάμβανε, τόσο για την εργασία του εντός του νομίμου ωραρίου, όσο και η αντίστοιχη αμοιβή για εργασία πέραν τούτου, ή για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές κλπ, αποτελούν περιστατικά που επιβεβαιώθηκαν ρητά και από τον μάρτυρα της αποδείξεων γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, περί της αληθείας του περιεχομένου των σχετικών προσκομιζομένων από την εναγομένη εγγράφων.
Σημειώνεται ότι οι προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής που αφορούν αποδοχές Δεκεμβρίου 2004 μέχρι και Μαΐου 2007, πλέον αυτών που αφορούν τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματα αδείας των ετών 2005,2006 και 2007 φέρουν την υπογραφή του ενάγοντας, η οποία δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο, για πολλές δε εξ αυτών (αποδείξεις πληρωμής) προσκομίζονται από την εναγομένη και αντίγραφα εξαχθέντα από το αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της, τα οποία (αντίγραφα) ταυτίζονται πλήρως με τις υπογεγραμμένες από τον ενάγοντα αποδείξεις, με συνέπεια να ενισχύεται ακόμη περισσότερο η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, περί της αλήθειας του περιεχομένου των σχετικών προσκομιζομένων από την εναγομένη εγγράφων.
Με βάση τα παραπάνω, τα κονδύλια της αγωγής με τα οποία ο ενάγων ζητεί να του επιδικασθούν αμοιβές για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές, εξαιρετέες ημέρες και ημέρες αργίες (επί πλέον όσων του επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως ως προς αυτές), υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Σημειώνεται ότι τα ποσά που αναλογούν ως αμοιβές για την εργασία κατά την 28η Οκτωβρίου του 2003, την ημέρα των Χριστουγέννων του 2003 (25.12.2004), την 25Ί Μαρτίου 2004, την Δευτέρα του Πάσχα (12.4.2004), ήτοι επίσημες δημόσιες αργίες, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος του 2003 (16.6.2003), αργία σύμφωνα με την από 31.3.2003 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 15041/2003, ΔΕΝ τόμος 59 σελ.673 επ.
και 1182, αντίστοιχα, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος του 2004 (31.5.2004), αργία σύμφωνα με την από 16.6.2004 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12752/2004, ΔΕΝ τόμος 60 σελ.1036 επ. Και 1502, αντίστοιχα, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος του 2006 (12.6.2006), και την ημέρα του Αγίου Πνεύματος του 2007 (18.5.2007), αργία σύμφωνα με την από 12.4.2006 ΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11819/2006 ΔΕΝ 62 σελ.1471 επ.
και 1104, αντίστοιχα, έχουν ήδη επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για ιδιόρρυθμη υπερωρία, για υπερεργασία, για παράνομη υπερωριακή, απασχόληση για εργασία κατά τα Σάββατα, για εργασία κατά τις Κυριακές και για αποζημίωση αντίστοιχης εβδομαδιαίας ανάπαυσης το συνολικό ποσό των 769,73 ευρώ, απορριπτομένων των επιπλέον αιτηθέντων με την ένδικη αγωγή ποσών ως ουσιαστικά αβασίμων.
Κατά συνέπεια πλέον των τρίτου και τέταρτου λόγων έφεσης, που όπως προαναφέρθηκε έχουν κριθεί και ως κατ'ουσίαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και ο έβδομος λόγος έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ο ενάγων γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του απέρριψε το κονδύλιο για εκδίκαση σε αυτόν αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αποζημίωσης για στέρηση της αντίστοιχης εβδομαδιαίας ανάπαυσης..".
Με τις παραδοχές αυτές και όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μερικής εξόφλησης των παρακάτω αγωγικών εξιώσεων το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο το οποίο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, για 93 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και υπερεργασίας 89 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4 ώρες υπερεργασίας και για 356 ώρες παράνομης υπερωριαριακής εργασίας, καθώς και για εργασία για (25) Σάββατα και (4) Κυριακές, δεχόμενο μερική εξόφληση των απαιτήσεων αυτών, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον προσδιορίζει αναλυτικά τόσο τα δικαιούμενα από κάθε επίδικη αξίωση ποσά, συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των 11.572,708 ευρώ, όσο και τα καταβληθέντα επί μέρους ποσά ανερχόμενα συνολικά σε 10802,975 ευρώ, και την αιτία για την οποία καταβλήθηκε κάθε ποσό.
Συγκεκριμένα, με τις ως άνω παραδοχές του, στις οποίες ειδικότερα διαλαμβάνει ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη εταιρία τηρούσε δελτία παρουσίας προσωπικού (παρουσιολόγιο), στα οποία αναγράφονταν οι ώρες έναρξης και λήξης εργασίας, σύμφωνα με το χτύπημα κάρτας κάθε εργαζόμενου και ότι με βάση αυτά γινόταν η μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών, που δικαιούνταν να λάβουν οι εργαζόμενοι για κάθε αιτία και εκδίδονταν παράλληλα μηνιαίες αναλυτικές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες αναγράφονταν οι ώρες εργασίες που είχε πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος και η αμοιβή που λάμβανε τόσο για την εργασία του εντός του νόμιμου ωραρίου, όσο και η αντίστοιχη αμοιβή για εργασία πέραν τούτου ή για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές κλπ, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στη λογιστική πρακτική της αναιρεσίβλητης να τηρεί δελτίο παρουσίας προσωπικού και να εκδίδει κάθε μήνα αναλυτικές αποδείξεις πληρωμής με το ως άνω περιεχόμενο, από τις οποίες προέκυπτε το είδος και ο χρόνος της παρασχεθείσας εργασίας και τα αντιστοίχως καταβληθέντα επί μέρους ποσά για κάθε μία από τις αναφερόμενες αξιώσεις.
Με τον τρόπο αυτό οι παραδοχές του Εφετείου που αφορούσαν καταβολές, με βάση τις ανωτέρω αποδείξεις πληρωμής είναι σαφείς και συγκεκριμένες ως προς το γεγονός ότι αφορούσαν την εξόφληση των άνω ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και όχι άλλες αξιώσεις αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου από οποιαδήποτε άλλη αιτία, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του, με τα οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, ερειδόμενη στο ότι διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της μερικής εξόφλησης των ως άνω και κονδυλίων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, του α.ν 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του ν. 3302/2004 του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου α.ν., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν.4504/19966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26-1-1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και οπό τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29-4-2002) αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας, Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησής επιπλέον ταυ βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα (12) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργασίμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο.
Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και αν δεν χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια in natura (αυτουσίως) μέχρι τη λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας ως αποζημίωση πλέον αυξημένες κατά 100%.
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής). Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικά το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του α.ν. 339/1945 οι αποδοχές αδείας υπολογίζονται με βάση τις συνήθεις αποδοχές του εργαζόμενου, δηλαδή εκείνες που θα ελάμβανε αν εργαζόταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο, στις οποίες περιλαμβάνεται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα, καθώς και η αναλογία από αμοιβή για υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, εφόσον παρέχονται σταθερά και μόνιμα.
Περιλαμβάνονται ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις του μισθού μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας όχι όμως το επίδομα αδείας, αφού ο υπολογισμός αυτού γίνεται με βάση τις αποδοχές αδείας (Ολ.ΑΠ 7/2019, ΑΠ 662/2019, ΑΠ 1672/2019, ΑΠ 1117/2017).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 Ν. 539/1945 και του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι η χρονική περίοδος της αδείας ρυθμίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου προκύπτει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια ολόκληρη σε αλλεπάλληλες ημέρες και με την υποχρέωση της ταυτόχρονης με αυτή καταβολής των συναφών χρηματικών ποσών.
Επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 7 της από 26.1.1997 εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων και ρυθμίσεως θεμάτων αναφερομένων στην άδεια κατ' αποδοχών των μισθωτών", που κυρώθηκε με το άρθρο 8 Ν. 519/1977, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους, σε 2 περιόδους, εξαιτίας ιδιαιτέρως σοβαρής και επείγουσας ανάγκης της επιχειρήσεως μετά από έγκριση της οικείας επιθεωρήσεως εργασίας.
Σε κάθε περίπτωση η ά περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των 6 ημερών. Η κατά τα άνω κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και χωρίς την συνδρομή της σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης όταν ζητηθεί από τον εργαζόμενο κατόπιν αιτήσεως του μισθωτού που στηρίζεται σε δικαιολογημένη αιτία, κατόπιν εγκρίσεως και στην περίπτωση αυτή της επιθεώρησης εργασίας.
Για τη διευκόλυνση της πραγματικής χορήγησης αδείας και καταβολής των αποδοχών η παρ. 3 του άρθρου 1 α.ν. 539/1945 υποχρεώνει τον εργοδότη να τηρεί Ειδικό Βιβλίο Αδειών. Η διάρκεια της άδειας υπολογίζεται σε εργάσιμες ημέρες (άρθρ. 2 παρ. 1 και 3 α.ν. 539/1945).
Συνεπώς, όλες οι νόμιμες αργίες, Κυριακές ή άλλες εορτάσιμες ημέρες που συμπίπτουν με το χρόνο της άδειας προστίθεται στις ημέρες της άδειας και αυξάνουν την ημερολογιακή διάρκειά της. Για τους εργαζόμενους με πενθήμερο, δεν περιλαμβάνεται και το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν. 539/1945, στον αριθμό ημερών αδείας ή ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν παρέχουν εργασία λόγω του πενθημέρου. Κατά το άρθρο 4βδ 748/66, ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας καθορίζονται η 25" Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα η Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) και η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού (25 Δεκεμβρίου). Οι αποδοχές αδείας είναι ίδιες τόσο για μισθωτούς με πενθήμερο όσο για μισθωτούς με εξαήμερο, αφού και στο σύστημα πενθημέρου οφείλεται αμοιβή και για την 6η ημέρα της εβδομάδας, όπως και στο πενθήμερο. Τούτο διότι η έκτη ημέρας της εβδομάδας, μολονότι σύμφωνα με τις διατάξεις περί πενθήμερης εργασίας αποτελεί ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, εν τούτοις για τον υπολογισμό του εβδομαδιαίου μισθού και του χρόνου υπηρεσίας, θεωρείται πλασματικά χρόνος εργασίας. Αυτό ορίζει η ΕΓΣΣΕ της 26.2.75 που προέβλεψε το σύστημα της πενθήμερης εργασίας (ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1215/2004, βλ. και ΑΠ 1127/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών." αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα , η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από τη ν αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμο βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών . στο γόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για. την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019 ΟλΑΠ 6/2019.
ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 5 ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 1 και 3 Ν. 1346/1983 και του άρθρου 6 της από 26.1.1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο 8 Ν. 543/1977 του άρθρου 6 της από 23.5.2005 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και το άρθρο 6 της από 26.2.2975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, επεδίκασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών λιγότερα ημερομίσθια από τα προβλεπόμενα σε αυτές τις διατάξεις για αποδοχές αδείας του των ετών 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα σχετικά με τον ερευνόμενο αναιρετικό λόγο "...Ο ενάγων, ο οποίος κατά το έτος 2002 είχε συμπληρώσει 25ετή υπηρεσία στην εναγόμενη, δικαιούταν να λάβει αποδοχές αδείας, οι οποίες υπολογίζονται στην περίπτωση που δεν του χορηγήθηκε αυτούσια, με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μηνιαίος μισθός, τα επιδόματα, πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις, όπως είναι η προσαύξηση για υπερεργασία, επιτρεπτή ιδιόρρυθμη υπερωρία και νόμιμη (όχι παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, εφόσον όμως αυτές καταβάλλονται μονίμως και σταθερός στον εργαζόμενο, ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικά κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη, περιοδικά, καθορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους και όχι περιστασιακά.
Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζεται και το επίδομα αδείας, το οποίο επίσης δικαιούταν να λαμβάνει ο ενάγων. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά το έτος 2002 δεν χορήγησε στον ενάγοντα αυτούσια την άδεια που δικαιούταν, αφού στις σχετικές καταστάσεις που προσκομίζει και επικαλείται η ίδια, δεν αναφέρονται ημέρες άδειας του ενάγοντος για το έτος αυτό και παράλληλα η εναγομένη επικαλείται μόνο τη χορήγηση επιδόματος αδείας για το συγκεκριμένο έτος.
Το έτος 2003, ο ενάγων έλαβε συνολικά επτά (7) ημέρες αδείας, και συγκεκριμένα μία (1) ημέρα στις 18.2.2003, τέσσερις (4) ημέρες από 11.8.2003 μέχρι και 14.8.2003, μία ((1) ημέρα στις 17.12.2003, και μία (1) ημέρα στις 26.12.2003, το έτος 2004 είκοσι πέντε (25) ημέρες αδείας και συγκεκριμένα δέκα (10) ημέρες από 16.8.2004 μέχρι και 27.8.2004, μια (1) ημέρα στις 12.11.2004 και δεκατέσσερις (14) ημέρες από 14.12.2004 μέχρι και 31.12.2004, το έτος 2005 είκοσι επτά (27) ημέρες αδείας και συγκεκριμένα μία (1) ημέρα στις 17.1.2005, δώδεκα (12) ημέρες από 19 Απριλίου μέχρι και 6 Μαΐου, μία (1) ημέρα στις 20.6.2005, οκτώ (8) ημέρες από 16.8.2005 μέχρι και 26.8.2005 και τέσσερεις (4) ημέρες από 27.12.2005 έως και 30.12.2005, το έτος 2006 είκοσι (20) ημέρες και συγκεκριμένα μία (1) ημέρα στις 31.32006, μία (1) ημέρα στις 14.42006, τέσσερεις (4) ημέρες από 25.4,2006 μέχρι και 28.42006, μία (1) ημέρα στις 21.7.2006, εννέα (9) ημέρες από 12.82006 μέχρι και 27.82006 και τέσσερις (4) ημέρες από 26.12.2006 μέχρι 29.12.2006.Τέλος κατά το έτος 2007 έλαβε συνολικά δέκα (10) ημέρες και συγκεκριμένα τέσσερις (4) ημέρες άδειας από 2.1.2007 μέχρι και 5.1.2007, μία (1) ημέρα άδειας στις 19.3.2007, μία (1) ημέρα άδειας στις 5.4.2007 και τέσσερις (4) ημέρες άδειας από 10.42007 μέχρι και 13.4.2007.
Από τα παραπάνω όμως προκύπτει, ότι οι μεμονωμένες ως άνω ημέρες αδείας που χορηγούνταν στον ενάγοντα δεν συνιστούν ημέρες κανονικής αδείας, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 1 του α.ν. 439/1945 (για άδεια που "κανονίζεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτών"),καθώς η κατάτμηση αδείας επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση σε δύο χρονικές περιόδους και τούτο είναι επιτρεπτό:
α) λόγω ιδιαιτέρως σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχειρήσεως και β) κατόπιν αιτήσεως του μισθωτού που στηρίζεται σε δικαιολογημένη αιτία. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται έγκριση της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, που χορηγείται κατόπιν σχετικής αιτήσεως των ενδιαφερομένων.
Οπωσδήποτε το πρώτο τμήμα της αδείας πρέπει να περιλαμβάνει έξι (6) εργάσιμες ημέρες, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, η μεταφορά ημερών αδείας που δεν χορηγήθηκαν στον εργαζόμενο σε μεθεπόμενα έτη, έστω και με τη συναίνεση το ίδιου, είναι άκυρη. Η εναγομένη, που ισχυρίζεται ότι χορήγησε την προαναφερόμενη κανονική άδεια στον ενάγοντα για κάθε έτος, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει το ειδικό βιβλίο αδειών που οφείλει να τηρεί, ούτε και έγκριση από την Επιθεώρηση Εργασίας για τμηματική χορήγηση της αδείας του ενάγοντος, πλην όμως, δεδομένου ότι πράγματι στον ενάγοντα στις περιπτώσεις που θα αναλυθούν παρακάτω χορηγήθηκε κανονική άδεια σε δύο χρονικά διαστήματα, εκ των οποίων το πρώτο περιλάμβανε περισσότερες από έξι (6) ημέρες, και αφού η έλλειψη σχετικής εγκρίσεως από την Επιθεώρηση Εργασίας για την παροχή της αδείας αυτής δεν καθιστά άκυρη αυτήν που παρασχέθηκε πράγματι στον εργαζόμενο υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, θεωρείται ότι συνέτρεχαν αμφότερες για την τμηματική χορήγησή της.
Τούτο δε διότι, η επί σειρά ετών μη παροχή αυτούσιας της αδείας, αλλά η τμηματική παροχή της και σε κάποιες περιπτώσεις, η μη παροχή παντελώς κανονικής αδείας, υποδηλώνουν άνευ ετέρου την σοβαρή ανάγκη της εναγομένης, η οποία αναλάμβανε και δημόσια έργα, για την τμηματική χορήγηση αδείας, αλλά και την ύπαρξη αιτήσεως του εργαζομένου και τη συνακόλουθη συναίνεσή του για τη λήψη της αδείας τμηματικώς, πολύ δε περισσότερο, αφού η εναγομένη προσκομίζει τέτοιες ενυπόγραφες αιτήσεις για παροχή αδείας από τον ενάγοντα, τουλάχιστον για δύο περιπτώσεις δώδεκα ημερών από 19.4.2005 μέχρι 6.5.2005 και εννέα (9) ημερών από 12.8.2006 μέχρι 28.8.2006.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα. ο ενάγων πρέπει να λάβει αυτούσιες τις αποδοχές αδείας για το έτος 2002, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά και για το έτος 2003, που έλαβε μόνο μεμονωμένες ημέρες αδείας. Για, το έτος 2004 θα υπολογισθεί η άδεια των δέκα (10) ημερών που έλαβε από 16.8.2004 μέχρι 27.8.2004 (πρώτο τμήμα αδείας μεγαλύτερο των έξι ημερών) και οι δώδεκα (12) ημέρες αδείας που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 14.12.2004 μέχρι 31.12.2004, (αφαιρούνται οι αργίες Χριστουγέννων και επομένης Χριστουγέννων).
Συνολικά δηλαδή για το έτος 2004 ο εναγών έλαβε άδεια είκοσι δύο (22) ημερών. Το έτος 2005 Θα υπολογισθεί συνολική άδεια δέκα τεσσάρων (14) ημερών, για τα χρονικά διαστήματα από 12.8.2005 μέχρι 27.8.2005 (έχει αφαιρεθεί η 15η Αυγούστου) και πέντε (5) ημερών από 27.12.2005 μέχρι 31.12.2005, κατά τα προαναφερόμενα, δηλαδή συνολικά δέκα εννέα (19) ημερών.
Αυτούσιες αποδοχές αδείας δικαιούται να λάβει ο ενάγων και για τα έτη 2006 και 2007, διότι του χορηγήθηκαν μόνο μεμονωμένες ημέρες αδείας, χωρίς να τηρείται ο κανόνας της, σε δύο τμήματα, χορηγήσεως αδείας, εκ των οποίων το πρώτο να περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι (6) ημέρες αδείας, κατά τα προαναφερόμενα. Σημειώνεται, ότι για το έτος 2007, η εναγομένη ισχυρίζεται, πως ο ενάγων έλαβε αποζημίωση αδείας δέκα εννέα (19) ημερών και επικαλείται προς απόδειξη του ισχυρισμού της εσωτερικό της έγγραφο, από την επισκόπηση όμως του οποίου, προκύπτει μόνο, ότι ο ενάγων δικαιούταν να λάβει υπόλοιπο αδείας 19 ημερών, χωρίς να υποδεικνύεται παράλληλα, ότι αποζημιώθηκε για τη μη αυτούσια λήψη τους.
Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας που δικαιούται να λάβει ο ενάγων, θα υπολογισθούν με βάση τον μηνιαίο μισθό του και την προσαύξηση της αξίας γάλακτος, που αποτελεί τακτική αποδοχή, χωρίς όμως τον συνυπολογισμό των αποδοχών ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας και υπερεργασίας. καθώς και των αποδοχών για εργασία κατά τις Κυριακές, για τα έτη 2002, 2003, 2005, 2006 και 2007 αφού, όπως αποδείχθηκε αυτές δεν καταβάλλονταν τακτικώς και μονίμως, στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά περιστασιακά, όποτε υπήρχε σχετική ανάγκη.
Για το έτος όμως 2004 οι αποδοχές και το επίδομα αδείας που δικαιούται να λάβει ο ενάγων, θα υπολογισθούν με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό του, την προσαύξηση της αξίας γάλακτος, με τον συνυπολογισμό της ιδιόρρυθμης υπερωρίας, όχι όμως και των προσαυξήσεων για εργασία Κυριακών, καθόσον αυτές (προσαυξήσεις για Κυριακές) δεν καταβάλλονταν τακτικά και μόνιμα στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά περιστασιακά, όποτε υπήρχε η σχετική ανάγκη.
Δεδομένου δε ότι οι πρόσθετες αυτές αποδοχές (ιδιόρρυθμη υπερωρία) δεν ήταν σταθερές αλλά διέφεραν από μήνα σε μήνα θα ληφθεί υπόψη ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την άδεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, ήτοι του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο του 2003 έως τέλος Ιουνίου 2004 και ο οποίος (μέσος όρος) ανέρχεται μηναία στο ποσό των 103,02 ευρώ (1.236,24 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία 12 μηνών: 12 μήνες), ποσό το οποίο θα συνυπολογισθεί στις καταβαλλόμενες αποδοχές του μηνός Ιουνίου 2004 για να εξευρεθεί το ποσό που οφείλεται τόσο ως αποδοχές αδείας όσο και ως επίδομα αδείας.
Συνεπώς για την ως άνω αιτία ο ενάγων δικαιούταν να λάβει: α) για το έτος 2002 το ποσό των 1.525,61 ευρώ για αποδοχές αδείας και το ποσό των 762,8 ευρώ για επίδομα αδείας (1.508 ευρώ μηνιαίος μισθός +17,61 ευρώ αξία γάλακτος), β) για το έτος 2003, το ποσό των 1.604 ευρώ για αποδοχές αδείας και για επίδομα αδείας το ποσό των 802 ευρώ (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός +18 ευρώ αξία γάλακτος), γ) για το έτος 2004., για αποδοχές αδείας το ποσό των 291,24 ευρώ (1.699 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος = 1.717 τακτικές αποδοχές + 103,02 μέσος μηνιαίος όρος ιδιόρρυθμης υπερωρίας = 1.820,02: 25 = 72,81 ημερησίως X 4 ημέρες = 291,24 ευρώ) και για επίδομα αδείας το ποσό των 145,62 ευρώ(δ) για το έτος 2005, για αποδοχές αδείας το ποσό των 512,68 ευρώ (1.810 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος - 1.831 ευρώ: 25= 73.24ευρώ ημερησίως X 7 ημέρες - 512,68 ευρώ) και για επίδομα αδείας το ποσό των 256,34 ευρώ, ε) για το έτος 2006 για (αποδοχές αδείας το ποσό των 1.959 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 979,50 ευρώ (1.938 ευρώ μηνιαίος μισθός + 21 ευρώ αξία γάλακτος) και στ) για το έτος 2007, για αποδοχές αδείας το ποσό των 2.081 ευρώ και το. ποσό των 1.040,50 ευρώ για επίδομα αδείας (2.059 ευρώ μηνιαίος μισθός + 22 ευρώ αξία γάλακτος). Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά για αποδοχές αδείας το ποσό των 7.973,53 ευρώ ( 1.525,61 + 1.604 +291.24 + 512,68 + 1.959+ 2.081)...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, σχετικά με την επιδίκαση αποδοχών αδείας, ότι δηλαδή για το χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως 2007, ο αναιρεσείων είχε συμπληρώσει 25 έτη υπηρεσίας στην αναιρεσίβλητη, εργαζόμενος με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και δικαιούται άδειας 25 ημερών, στην οποία αντιστοιχούσαν αποδοχές αδείας 26 ημερομισθίων, από τις οποίες για το έτος 2002 δέχτηκε ότι ουδεμία άδεια έλαβε και του επεδίκασε στη συνέχεια (1) μισθό για αποδοχές αδείας, για το έτος 2003 δέχθηκε ότι ουδεμία άδεια έλαβε και του επεδίκασε στη συνέχεια (1) μισθό για αποδοχές αδείας, για το έτος 2004 ότι έλαβε αυτούσιες 22 ημέρες άδεια, τις οποίες και πληρώθηκε και του επεδίκασε στη συνέχεια (4) ημερομίσθια για τις υπόλοιπες (4) ημέρες άδειας πού δεν έλαβε, για το έτος 2005 ότι έλαβε αυτούσιες (19) ημέρες άδειας, τις οποίες και πληρώθηκε και του επεδίκασε στη συνέχεια (7) ημερομίσθια για τις υπόλοιπες (7) ημέρες άδειας που δεν του χορηγήθηκαν για το έτος 2006 και 2007 ότι ουδεμία άδεια έλαβε και δικαιούται για αποδοχές αδείας ένα μισθό για κάθε έτος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο δε διότι έπρεπε να δεχθεί ότι με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας του και του γεγονότος ότι εργαζόταν με σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας δικαιούτο αποδοχές αδείας τριάντα (30) ημερομίσθια, όσα και οι εργαζόμενοι με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας και να επιδικάσει για τα έτη 2002, 2003, 2006 και 2007 (30) ημερομίσθια, για το έτος 2004 (8) ημερομίσθια και για το έτος 2005 (12) ημερομίσθια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τρίτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 7 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το Ν. 548/1977 δέχθηκε ότι νομίμως του χορηγήθηκε κατά τα έτη 2004 και 2005 κατατετμημένη σε δύο περιόδους άδεια, αφού κατά τις παραδοχές της δεν υπήρχε έγκριση από την επιθεώρηση εργασίας για τμηματική χορήγηση της αδείας, αλλά και χωρίς αίτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι αφενός μεν η έγκριση από την επιθεώρηση εργασίας για την παροχή κατατετμημένης άδειας δεν έχει τεθεί με ποινή ακυρότητας της άδειας που παρασχέθηκε πράγματι στον εργαζόμενο, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αφετέρου δε το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι δεν υπήρχε αίτηση από τον αναιρεσείοντα για την παροχή κατατετμημένης άδειας, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι υπήρξε αίτηση του τελευταίου και συναίνεσή του για τη λήψη της άδειας τμηματικά, όπως υποδηλωνόταν άνευ ετέρου από την επί σειρά ετών μη παροχή αυτούσιας της άδειας και από την τμηματική παροχή της και σε κάποιες περιπτώσεις από τη μη παροχή παντελώς κανονικής άδειας.
Με τον πέμπτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της χορήγησης αυτούσιας της άδειας των ετών 2004 και 2005, ήτοι 22 ημέρες για το έτος 2004, από 16.8.2004 μέχρι 27.8.2004 και 14.12.2004 μέχρι 31.12.2004 και 19 ημέρες για το έτος 2005 από 12.8.2005 μέχρι 27.8.2005 και από 27.12.2005 μέχρι 31.12.2005.
Ειδικότερα ότι ενώ δέχθηκε κατά την εξεύρεσή της διαφοράς των νόμιμων μισθών ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε για τους μήνες Αύγουστο και Δεκέμβριο των ετών 2004 και 2005 όλες τις εργάσιμες ημέρες, συγχρόνως γίνεται δεκτό ότι για τους μήνες αυτούς έλαβε αυτουσίως άδεια. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ουδεμία αντίφαση ενυπάρχει στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το κεφάλαιο της διαφοράς των νόμιμων μισθών, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αυτής και δεν στηρίχτηκε σ' αυτό το διατακτικό της αλλά η αξίωση αυτή του αναιρεσείοντος είχε ήδη κριθεί με την υπ' αριθ. 3049/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε κατά τούτο από την αριθ. 2564/2012 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου, που δεν προσβλήθηκε με σχετικό λόγο αναίρεσης.
Η αναφορά του Εφετείου στις ημέρες εργασίας του ενάγοντος, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μάλιστα ότι αυτές αποδείχθηκαν, όπως και οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, από τα προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, ως εκ περισσού διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ήσαν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δεδικασμένο, που παράγεται από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε. και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει Θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης αξίωσης. Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου και ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς.
Εννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 108/2009, ΑΠ 462/2016, ΑΠ 136/2016, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 1081/2019).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο.
Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου. Άρα απαιτείται η απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου .
Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 108/2019, ΑΠ 1218/201 8, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιραεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε, ως προς την αξίωσή του για επιδίκαση αποδοχών αδείας μηνών Αυγούστου και Δεκεμβρίου των ετών 2004 και 2005 ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την προηγούμενη με αριθμό 2564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες από αυτόν ημέρες εργασίας κατά τους άνω μήνες και ειδικότερα ότι ενώ με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε αμετακλήτως δεκτό κατά την εξεύρεση της διαφοράς των νόμιμων μισθών του ότι εργάστηκε όλες τις εργάσιμες ημέρες των μηνών αυτών, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε, ως προς το ζήτημα των δικαιουμένων από αυτόν αποδοχών αδείας, ότι έλαβε αυτουσίως άδεια συνολικά (25) εργάσιμες ημέρες κατά μήνα Αύγουστο και (19) ημέρες κατά μήνα Δεκέμβριο των ετών αυτών.
Όπως προκύπτει από την εν λόγω υπ' αριθ. 2564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί για την έρευνα της βασιμότητα του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Οι αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει ο ενάγων καθορίσθηκαν στα ποσά των 1.508 ευρώ από 1.1.2002, των 1.586 ευρώ από 1.1.2003, των 1.658 ευρώ από 1.1.2004, των 1.699 ευρώ από 1.7.2004, των 1.810 ευρώ από 1.1.2005, των 1.882 ευρώ από 1.1.2006, των 1.938 ευρώ από 1.9.2006, των 2.059 ευρώ από 1.5.2007, χωρίς το ζήτημα αυτό να προσβάλλεται με λόγο έφεσης, πρόσθετο λόγο έφεσης, ή με λόγο αντέφεσης, καθώς η εναγομένη, αμφισβητεί μόνο την υποχρέωσή της για την καταβολή του επιδόματος οδήγησης γερανοφόρου οχήματος, κατά τα προαναφερόμενα.
Αποδείχθηκε δε, ότι η εναγόμενη, καθόλο το χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντας του κατέβαλε αποδοχές, που υπολείπονταν των νομίμων οφειλομένων και ειδικότερα : α) από 1.1.2002 μέχρι 31.1.2002 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.508 ευρώ του κατέβαλε το ποσό των 1.220 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ του διαφορά 288 ευρώ, β) από 1.2.2002 μέχρι 31.12.2002 του κατέβαλε 1.248 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ του διαφορά 660 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα ένδεκα (11) μηνών το ποσό των 2.860 ευρώ, γ) από 1.1.2003 μέχρι 31.12.2003 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.586 ευρώ του κατέβαλε 1.248 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ του διαφορά 33 8 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας δώδεκα (12) μηνών το ποσό των 4.056 ευρώ, δ) από 1.1.2004 μέχρι 3 1.5.2004 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.658 ευρώ, του κατέβαλε 1.248 ευρώ, πότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 410 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας πέντε (5) μηνών το ποσό των 2.050 ευρώ, ε) από 1.6.2004 μέχρι 30.6.2004 του κατέβαλε 1.470 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 188 ευρώ, στ) από 1.7.2004 μέχρι 30.9.2004, έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.699 ευρώ, του κατέβαλε 1.470 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 229 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας τριών (3) μηνών, το ποσό των 687 ευρώ, ζ) από 1.10.2004 μέχρι 31.10.2004 του κατέβαλε 1.490 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 209 ευρώ, η) από 1.11.2004 μέχρι 31.12.2004 του κατέβαλε 1.573 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 126 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας δύο (2) μηνών, το ποσό των 252 ευρώ, θ) από 1.1.2005 μέχρι 31.5.2005 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.810 ευρώ, του κατέβαλε 1.573 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 237 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας πέντε (5) μηνών το ποσό των 1.185 ευρώ, ι) από 1.6.2005 μέχρι 31.12.2005 του κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 1.674 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 136 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας επτά (7) μηνών, το ποσό των 952 ευρώ, κ) από 1.1.2006 μέχρι 31.8.2006 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.882 ευρώ του κατέβαλε 1.674 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 208 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το διάστημα εργασίας οκτώ (8) μηνών το ποσό των 1.664 ευρώ, λ) από 1.5.2007 μέχρι 31.5.2007 έναντι των νομίμων μηνιαίων αποδοχών ποσού 2.059 ευρώ, του κατέβαλε 1.938 ευρώ, οπότε απομένει υπέρ αυτού διαφορά 121 ευρώ.
Συνεπώς η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα ως διαφορές αποδοχών κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το ποσό των 14.512 ευρώ ( 288 + 2.860 + 4.056 + 2.050 + 1470 + 687 + 209 + 252 + 1.186 + 952 + 1.664 + .122), όπως κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς το οφειλόμενο αυτό ποσό να προσβάλλεται με λόγο έφεσης, ενώ απορρίφθηκε ο σχετικός με αυτό ως άνω λόγος αντεφέσεως.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε επίσης, ότι η εναγομένη κατέβαλε ως αναδρομικές αποδοχές στον ενάγοντα τον Ιούνιο του έτους 2003 το ποσό των 310,07 ευρώ, το Νοέμβριο του 2004, το ποσό των 2.022,16 ευρώ, τον Ιούνιο του έτους 2005 το ποσό των 1.926 ευρώ, δηλαδή συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 4.900 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά αφορούν αποκλειστικά την κάλυψη των διαφορών , των αποδοχών, του ενάγοντας, οι οποίες προέκυπταν από το γεγονός,, ότι, λόγω της καθυστέρησης της υπογραφής των συλλογικών συμβάσεων μεταξύ των αρμοδίων φορέων και την αναδρομική τους ισχύ, υπήρχαν διαφορές στις αποδοχές των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, οι οποίες καλύπτονταν στη συνέχεια από την εναγομένη, όπως αυτή είχε υποχρέωση.
Τα ποσά που αφορούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντας, όπως αυτά εκτέθηκαν αναλυτικά για κάθε μήνα εργασίας του ενάγοντας και για κάθε έτος, οφείλονται σ'αυτόν με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητά, μετά τον υπολογισμό τους δε, θα αφαιρεθούν οι ως άνω επί μέρους καταβολές που έγιναν από την εναγομένη προς μερική εξόφλησή τους, κατά τα αντίστοιχα έτη εντός των οποίων έγιναν οι καταβολές αυτές.(2003, 2004 και 2005).
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε η εναγομένη ως προς το παραπάνω ποσό και μετά την αφαίρεσή τούτου από το προαναφερόμενο ποσό των 14.512 ευρώ, καθόρισε το τελικώς οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό για την ως άνω αιτία σε 9.612 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις...".
Από τη συγκριτική επισκόπηση των παραδοχών της ως άνω υπ' αριθ. 2564/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και εκείνων της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται δεδικασμένο από την πρώτη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τις ημέρες που εργάστηκε ο ενάγων κατά τους ένδικους μήνες, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, αφού οι αξιώσεις που κρίθηκαν με τις άνω αποφάσεις έχουν διαφορετική ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα η υπ' αριθ. 2564/2012 απόφαση έκρινε αξίωση που αφορά διαφορές νομίμων μισθών, μεταξύ άλλων, των ετών 2004 και 2005, που στηρίζεται στα άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ, στα άρθρα της από 26.2.1975 ΕΓΣΣ που κυρώθηκε το Ν. 133/1975 και στις από 26.4.2002. 31.3.2003, 16.6.2004, και 12.4.2006 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών και ανυψωτικών μηχανημάτων τεχνικών έργων όλης της χώρας", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 41690/14.6.2002, 15041/30.6.2003, 12754/8.9.2004 και 11819/28.6.2008 Υ.Α., αντίστοιχα, ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκαν αξιώσεις του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών αδείας, μεταξύ άλλων, και των ετών 2004 και 2005, που στηρίζονται στα άρθρα του α.ν. 539/1995.
Η έννομη συνέπεια που κρίθηκε με την πρώτη αμετάκλητη απόφαση, ήτοι η αξίωση νόμιμων μισθών, δεν ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα, νομικώς αναγκαίο, στη δεύτερη δίκη,, στην οποία φέρεται προς κρίση άλλη έννομη συνέπεια, ήτοι η αξίωση του ενάγοντος για αποδοχές αδείας, χωρίς να ασκούν επιρροή τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίχθηκαν οι δύο ως άνω έννομες συνέπειες, διότι όπως προαναφέρθηκε το δεδικασμένο του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά, ούτε αξιολογικές κρίσεις, αλλά εκτείνεται μόνο στο δικαίωμα που κρίθηκε.
Το δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει αυτοτελώς τις κρίσεις της πρώτης αποφάσεως, για τα στοιχεία της επίδικης έννομης σχέσης, όπως το γεγονός ότι ο ενάγων εργάστηκε όλες τις εργάσιμες ημέρες των ως άνω επιδίκων μηνών. Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεση είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη, την εκ του άρθρου 559 άρθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την καταβολή των αποδοχών αδείας που δέχθηκε για τις 22 ημέρες αδείας του έτους 2004 και 19 ημέρες του έτους 2005, που κατά τις παραδοχές της έλαβε αυτούσιες καθόσον δεν προσδιορίζει τα δικαιούμενα ημερομίσθια το δικαιούμενο και καταβληθέν ποσό και την ημεροχρονολογία καταβολής τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι αντικείμενο της ένδικη διαφοράς είναι η αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικού ποσού εξαιτίας μη λήψης της κανονικής αδείας του, και όχι οι αποδοχές αδείας λόγω αυτούσιας λήψης της κανονικής αδείας του. Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλομένη, προσδιορίζει το δικαιούμενο ημερομίσθιο για κάθε έτος και είναι ζήτημα μαθηματικού υπολογισμού για να εξευρεθεί το δικαιούμενο και καταβληθέν ποσό.
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ,Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ. 5 ΑΝ 539/1945, όπως αντικασταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 1 Ν. 1346/1983 του άρθρου της από 26.1.1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και του άρθρου2 παρ. 3 ΑΝ 539/1945, υπολόγισε στις ημέρες της άδειας, που δέχθηκε ότι είχε λάβει αυτούσια κατά το έτος 2005 και κατά νόμο εξαιρετέες ημέρες.
Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει αυτούσια άδεια το έτους 2005 (19) ημερών, ήτοι α) 14 εργάσιμες ημέρες από 12.8.2005 μέχρι 27.8.2005 και 5 εργάσιμες ημέρες από 27.12.2005 μέχρι 31.12.2005, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις. Τούτο διότι συνυπολόγισε στις ημέρες άδειας, που κατά τις παραδοχές της είχε λάβει ο αναιρεσείων, και Σάββατα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον αριθμό των ημερών αδείας που δικαιούτο, λόγω του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, που εργαζόταν αλλά και εξαιρετέες ημέρες, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 12.8.2005 μέχρι 27.8.2005 την 13η, 14η Σάββατο και Κυριακή, την 20η και 21η Σάββατο και Κυριακή και την 27η Σάββατο, ενώ έχει αφαιρεθεί η 15η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για δε το χρονικό διάστημα από 27.12.2005 μέχρι 31.12.005, η 31η Δεκεμβρίου, ημέρα Σάββατο, οι οποίες έπρεπε να προστεθούν και να αυξήσουν την ημερολογιακή διάρκεια της δικαιούμενης αδείας. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας υπ' αριθμόν 19040/1981 (ΦΕΚ 742, τ. Β' , της 91* Δεκεμβρίου 1981), εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 1082/1980 και του α.ν. 1777/1951, κυρωθέντος διά του Ν. 1901/1951, αντιστοίχως "Όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:
α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο" και "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως.
Σαν καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο νοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθού, από τις οποίες εξαιρείται μόνο το επίδομα "δυσχερούς διαβιώσεως" το οποίο αποκλείεται από το Ν.Δ. 9097/1971. 2.Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κλπ) εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας τακτικά κάθε μήνα, ή κατά επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου.
Σαν τακτικές αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά εκείνες που έχουν κριθεί από την Νομολογία όπως: (α) Η προσαύξηση της νομίμου και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνεται στον μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας, κατά τα ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατά επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα του χρόνου, (β) Η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για την νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή χωρίς να απαγορεύεται από τον νόμο, παρέχεται τακτικά, (γ) Το επίδομα αδείας και λοιπές τακτικές παροχές.
Επίσης η συμπληρωματική αμοιβή η οποία χορηγείται για υπερεργασία, δηλαδή για εργασία μέχρι συμπληρώσεως των 48 ωρών των εβδομάδα και η οποία πραγματοποιείται βάσει των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 6 της από 26.2.75 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και της υπ' αριθμ. 6/79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κατακυρώθηκε με τον Ν. 1082/1980, υπολογίζεται στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα η ανωτέρω υπερεργασία πραγματοποιείται τακτικά.
Στην τακτική υπερεργασία θεωρείται όχι μόνο η συνεχής αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από τη φύση της και σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη. Η ανωτέρω αμοιβή (υπερωρίας και υπερεργασίας) υπολογίζεται βάσει του ποσού ίσου με τον μέσο όρο των αμοιβών τούτων, τις οποίες έλαβε κάθε μισθωτός κατά τις χρονικές περιόδους, του άρθρου 1 της παρούσας ή μέχρι λύσεως της σχέσεως εργασίας χρονικό διάστημα".
Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι οι απασχολούμενη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, τα οποία υπολογίζονται βάσει των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, ως τακτικές δε αποδοχές θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, ως και πάσα άλλη παροχή χρηματική ή εις είδος, καταβαλλομένη από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικώς κατά μήνα ή κατ' επανάληψη καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα, όπως το επίδομα αδείας, η αμοιβή της υπερεργασίας, της νομίμως παρεχομένης υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες ή τη νύχτα (ΑΠ 662/2019, ΑΠ 1072/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι, κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων περί επιδομάτων εορτών, δεν υπολόγισε για την εξεύρεση των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα στις τακτικές αποδοχές και το επίδομα αδείας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με τα θιγόμενα ως άνω κεφάλαια δέχθηκε ότι: "...Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων ετών 2002, 2004, 2005, 2006 και 2007 και Πάσχα ετών 2002, 2003, 2005, 2006 και 2007 που δικαιούται να λάβει ο ενάγων, θα υπολογισθούν με βάση τον μηνιαίο μισθό του προσαύξηση της αξίας γάλακτος, που αποτελεί τακτική αποδοχή, χωρίς όμως τον συνυπολογισμό των αποδοχών ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας και υπερεργασίας, καθώς και των αποδοχών για εργασία κατά τις Κυριακές αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτές δεν καταβάλλονταν τακτικώς και μονίμως, στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά περιστασιακά, όποτε υπήρχε σχετική ανάγκη.
Για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2003 έτος και το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2004 που δικαιούται να λάβει ο ενάγων, θα υπολογισθούν με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό του, την προσαύξηση της αξίας γάλακτος, με τον συνυπολογισμό της ιδιόρρυθμης υπερωρίας, όχι όμως και των προσαυξήσεων για εργασία Κυριακών, καθόσον αυτές (προσαυξήσεις για Κυριακές) δεν καταβάλλονταν τακτικά και μόνιμα στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά περιστασιακά, όποτε υπήρχε η σχετική ανάγκη.
Δεδομένου δε ότι οι πρόσθετες αυτές αποδοχές (ιδιόρρυθμη υπερωρία) δεν ήταν σταθερές αλλά διέφεραν από μήνα σε μήνα θα ληφθεί υπόψη ο μέσος όρος αφενός μεν του χρονικού διαστήματος από 1.5.2003 έως 31.12.2003 για τον υπολογισμό του δώρου Χριστουγέννων 2003 και αφετέρου δε του χρονικού διαστήματος από 1.1.2004 έως 30.4.2004 για τον υπολογισμό του δώρου Πάσχα 2004, και ο οποίος (μέσος όρος) ανέρχεται μηνιαία στα ποσά των86,58 ευρώ και 128,35 ευρώ, αντίστοιχα, (692,64 ευρώ ιδιόρρυθμης υπερωρία χρονικού διαστήματος από 1.5.2003 έως 31.12.2003:8 μήνες και 513,40 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία χρονικού διαστήματος από 1.1.2004 έως 30.4.2004 : 4 μήνες), ποσά τα οποία θα συνυπολογισθούν στις καταβαλλόμενες αποδοχές κατά την 10η Δεκεμβρίου 2003 και την 14η ημέρα πριν από το Πάσχα 2004 (27.3.2004 δεδομένου ότι Πάσχα ήταν η 11η Απριλίου), αντίστοιχα, για να εξευρεθεί το ποσό που οφείλεται ως δώρο Χριστουγέννων 2003 και ως δώρο Πάσχα 2004.
Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούταν να λάβει: α) κατά το έτος 2002, για δώρο Χριστουγέννων, το ποσό των 1.521,61 ευρώ και για δώρο Πάσχα το ποσό των 760,60 ευρώ. Αντ' αυτών έλαβε 1.300,51 ευρώ και 650,26 ευρώ και επομένως που οφείλονται αντίστοιχα οι διαφορές των 221,10 και των 110,24 ευρώ, β ) για το έτος 2003, για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.690,58 ευρώ (1.586 ευρώ μηνιαίος μισθός + 18 ευρώ αξία γάλακτος = 1.604 ευρώ τακτικές αποδοχές + 86,58 μέσος μηνιαίος όρος ιδιόρρυθμης υπερωρίας = 1690,58 ευρώ μηνιαίες αποδοχές) και για δώρο Πάσχα το ποσό των 802 ευρώ (1.604 τακτικές μηνιαίες αποδοχές διαστήματος από 1.1.2003 έως 30.4.2003).
Αντ' αυτών έλαβε 1.446,07 ευρώ και 650,26 ευρώ και επομένως του οφείλονται αντίστοιχα οι διαφορές των 244,51 ευρώ και των 151,74 ευρώ, γ) για το έτος 2004, για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.717 ευρώ και για δώρο Πάσχα το ποσό των 903,68 ευρώ (1.658 ευρώ + 21 ευρώ αξία γάλακτος = 1.679 ευρώ τακτικές αποδοχές + 128,35 μέσος μηνιαίος όρος ιδιόρρυθμης υπερωρίας = 1.807, 35 ευρώ μηνιαίες αποδοχές : 2 = 903,68 ευρώ).
Αντ' αυτών έλαβε 1.669,35 ευρώ και 751,69 ευρώ και επομένως του οφείλονται αντίστοιχα οι διαφορές των 47,65 ευρώ και των 151,99 ευρώ δ) για το έτος 2005, για Δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.831 ευρώ και για δώρο Πάσχα το ποσό των 915,50 ευρώ. Αντ' αυτών έλαβε 1.744,49 ευρώ και 840,86 ευρώ και επομένως του οφείλονται αντίστοιχα οι διαφορές των 86,51 ευρώ και των 74,64 ευρώ, ε) για το έτος 2006 για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 1.959 ευρώ και για δώρο Πάσχα το ποσό των 979,50 ευρώ.
Αντ' αυτών έλαβε 2.032,48 ευρώ και 872,24 ευρώ, οπότε του οφείλεται διαφορά μόνο για το δώρο Πάσχα, ποσού 107,26 ευρώ καις τα) για το έτος 2007, για δώρο Πάσχα 1.040,50 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 1.023,44 ευρώ και του οφείλεται η διαφορά των 19,06 ευρώ, ενώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων, για το διάστημα ενός μηνός, καθώς εργάσθηκε μέχρι 31.5.2007, κατά τα προαναφερόμενα, το ποσό των 267,78 ευρώ, το οποίο και έλαβε, χωρίς να του οφείλεται διαφορά...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, αφού δεν συνυπολόγισε για την εξαίρεση των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα στις τακτικές αποδοχές της ενάγουσας και το επίδομα αδείας. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του δέκατου και τελευταίου λόγου της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για μη νόμιμο υπολογισμό του δώρου Χριστουγέννων, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ένατου λόγου της αναίρεσης καλύπτει και τον αναιρετικό αυτό λόγο, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο σκέλος του, του τρίτου, όγδοου και ένατου λόγων της αναίρεσης, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν αξιώσεις του ενάγοντος για ιδιόρρυθμη υπερωρία, παράνομη υπερωρία και υπερεργασία, τον τρόπο υπολογισμού των ημερομισθίων για την εξεύρεση των αποδοχών αδείας του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 2002 μέχρι 2007, τον τρόπο υπολογισμού των ημερών αδείας που έλαβε αυτούσιες ο ενάγων κατά το έτος 2005 και την τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα του ένδικου χρονικού διαστήματος με τον συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές του και του επιδόματος αδείας.
Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλομένη με αριθμό 3441/2017 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, στο οπαίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την υπ' αριθμ. 381/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθ. 2564/2012 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από
κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 3 αντικαστάθηκε με το άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 503/2017, ΑΠ 481/2016, ΑΠ 2225/2014). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, .183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με, αριθ. 3441/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά τα κεφάλαια αυτά, σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ