Legislator Case Law & Legislation
593/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance subrogation and standing grounds, rejecting claimant's active standing against insurer and compensation fund.

Case Number 593/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting her claim for 201,557 euros. The appellant argued she lacked active standing to sue the insurance company and the accident compensation fund after receiving insurance benefits. The court held that the First Instance Court correctly applied the law to prevent unjust enrichment of third parties and found the appellant's arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14(1), 3 of Law 2496/1997; Article 930(3) of the Civil Code: The legislature, following the abolition of Article 210 of the Civil Code and the enactment of Law 2496/1997, intended to prevent the unjust enrichment of a third party; therefore, a claimant who has received insurance benefits cannot validly claim the same amount from the insurer and the accident compensation fund.

Keywords

AI generated
active standing insurance subrogation unjust enrichment accident compensation fund Law 2496/1997 civil procedure appeal prevention of double recovery

Cited Legislation

AI generated
Article 14(1) of Law 2496/1997
Article 14(3) of Law 2496/1997
Article 930(3) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 593/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Η., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-5-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2010 αγωγή και τις από 21-7-2010 (αρ. εκθ. καταθ. .../2010) αγωγές με σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 9-2-2011 προσεπίκληση - αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2480/2012 μη οριστική και 632/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5012/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ναυσικά Φράγκου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ... /27-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Ζ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Β.. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76 που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, όπως αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 3 του ΠΔ/τος 264/1991, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στην συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό Ταμείο ή άλλος Οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στο ζημιωθέντα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του ως άνω Ν. 489/76, από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του Κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα.

Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται χωρίς άλλο από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται κατά τις παρ. 1 και 5 του άρθρου 19 του ως άνω νόμου, σε αποζημίωση προσώπων, που ζημιώθηκαν λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, η έκταση της οφειλής του περιορίζεται σε ό,τι υπολείπεται, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσό και μόνον εκείνο, το οποίο υποχρεούται για την ίδια αιτία να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος συναφής οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ.

Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη και προς το σκοπό του νεώτερου νομοθέτη, ο οποίος, με την παραπάνω ειδική διάταξη (άρθρο 19 παρ. 5), θέλησε, την κάλυψη από το Επικουρικό Κεφάλαιο μόνο των ζημιών και την αποφυγή στην περίπτωση αυτή ενδεχομένου πλουτισμού του ζημιωθέντος. Η διάταξη αυτή, όπως από αυτή αλλά και από το σκοπό της θεσπίσεώς της προκύπτει, ως ειδική, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή και στην περίπτωση ευθύνης του, λόγω ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας ή πτώχευσης αυτής, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός, ότι αρχικά έχει εναχθεί ο ασφαλιστής, του οποίου μεταγενεστέρως ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, γιατί μετά την υπεισέλευση, στη θέση του ασφαλιστή, του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτός αντιμετωπίζεται ωσάν να εναγόταν τούτο από την αρχή και συνεπώς θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976.

Έτσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, σε περίπτωση τραυματισμού, λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος, προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, το οποίο κατά το ν. 6298/1934 είναι οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης, οι παροχές του επιδόματος ασθενείας ή σύνταξης αναπηρίας, που υποχρεούται το ΙΚΑ να καταβάλει στον ίδιο τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1846/1951, αφαιρούνται από τις αντίστοιχες αξιώσεις του δικαιούμενου αποζημιώσεως προσώπου και έτσι ούτε το ζημιωθέν από το ατύχημα πρόσωπο, ούτε το ΙΚΑ, ούτε οποιοσδήποτε άλλος και ειδικότερα ο ασφαλισμένος σε ασφαλιστική εταιρία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη θέση της υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο νομιμοποιείται να ζητήσει από το τελευταίο τα ποσά, που αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές παροχές του ΙΚΑ, αλλά και οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού ταμείου κοινωνικής ασφάλισης προς τους ασφαλισμένους του, εξ αιτίας, αυτοκινητικού ατυχήματος, με περαιτέρω συνέπεια την πλήρη απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου από την υποχρέωσή του, αν το θύμα καλύφθηκε για τη ζημία του, από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 845/2015, ΑΠ 1729/2013, ΑΠ 34/2012).

Εξάλλου η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 ν. 489/1976 δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 4 αυτού (ΑΠ 1229/2010). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι η αστική ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν είναι εγγυητική, όπως είναι αυτή της ασφαλιστικής εταιρείας, έναντι του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά πηγάζει ευθέως από το νόμο και υπάρχει μόνο έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, ο οποίος με τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί να ενάγει το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως υπόχρεο προς αποζημίωσή του.

Όμως, ο υπόχρεος προς αποζημίωση του παθόντος (οδηγός ή κύριος ή κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου ή ασφαλιστική εταιρεία που έχει, ασφαλίσει το τελευταίο), εφόσον δεν συνδέεται με το Επικουρικό Κεφάλαιο με κάποια έννομη σχέση, που να στηρίζεται είτε στο νόμο είτε στην σύμβαση και να παρέχει σ’ αυτόν δικαίωμα αποζημιώσεως κατ’ εκείνου, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του τελευταίου και να ζητήσει με αγωγή απ’ αυτό να του καταβάλει την αποζημίωση που οφείλει στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 807/1986).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, για την έρευνα της βασιμότητας του πρώτου αναιρετικού λόγου τα εξής: "Την 22.10.2000 και περί ώρα 02:30’ η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άμα δε και εφεσίβλητη Θ. Τ. επέβαινε του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του εναγομένου συζύγου της Γ. Β., καθήμενη στη θέση του συνοδηγού και φέρουσα συνδεδεμένη τη ζώνη ασφαλείας της. Το άνω αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον ανωτέρω σύζυγο της εναγούσης εκινείτο επί της Λεωφόρου Κατεχάκη με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Μεσογείων προς Ηλιούπολη. Κατά τον ως άνω χρόνο οι επικρατούσες συνθήκες ήταν νύχτα, ο καιρός ήταν βροχερός και το οδόστρωμα της οδού ολισθηρό.

Όταν το ανωτέρω αυτοκίνητο έφθασε ολίγον προ της διασταυρώσεως της, εφ’ ης εκινείτο, ως άνω Λεωφόρου με την Λεωφόρο Καισαριανής, εξ αμελείας του οδηγού του, ο οποίος οδηγούσε αυτό χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να μειώσει την μεθ’ ης εκινείτο ταχύτητα του οχήματός του, παρότι όφειλε να το πράξει λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, αυτός απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτό εκ της πορείας του προς τα δεξιά, να ανέλθει επί του εκεί πεζοδρομίου και να προσκρούσει με ορμή και με το πλάγιο δεξιό μέρος του επί των εκεί υφισταμένων μεταλλικών προστατευτικών κιγκλιδωμάτων της άνω οδού.

Αποτέλεσμα της προσκρούσεως αυτής υπήρξε ο σοβαρότατος τραυματισμός της εναγούσης στο κεφάλι και κυρίως στο πρόσωπο το οποίο κυριολεκτικά συνεθλίβη. Αποκλειστικός υπαίτιος της προκλήσεως του άνω ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού της ήτο ο εναγόμενος σύζυγός της, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως τούτο κρίθηκε τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 6155/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο επελεύσεως του άνω ατυχήματος το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήτο ησφαλισμένο για την έναντι τρίτων εκ της λειτουργίας αυτού αστική ευθύνη του κυρίου του, με πολλαπλή (διπλή) ασφάλιση στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." δυνάμει εγκύρου μετ’ αυτής συμβάσεως ασφαλίσεως καθώς επίσης και στην συνεναγομένη της ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ" δυνάμει επίσης εγκύρου μετ’ αυτής συμβάσεως ασφαλίσεως. Τα ανωτέρω κρίθηκαν μετά δυνάμεως δεδικασμένου διά της υπ’ αριθ. 3556/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.3.2002 προγενέστερης αγωγής της εναγούσης, στρεφομένης κατά των ασφαλιζουσών το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος ως άνω ασφαλιστικών εταιριών, οι οποίες κάλυπταν με ισχυρή πολλαπλή ασφάλιση την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη για ζημίες, η οποία (απόφαση) επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 6155/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ η κατ’ αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. 1411/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ειδικότερα, διά της ως άνω αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή της εναγούσης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, ως ασφαλίζουσες το ζημιογόνο όχημα με ισχυρή πολλαπλή ασφάλιση να καταβάλλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 479.982,26 Ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκ του οποίου το ποσό των 122.557 Ευρώ ως αποζημίωση για ελάχιστες δαπάνες μελλοντικών επεμβάσεων σε νοσοκομείο των ΗΠΑ.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι μετά την υποβολή της ενάγουσας σε χειρουργικές επεμβάσεις στην Ελλάδα και εξαιτίας της σοβαρότητας και της μοναδικότητας της κατάστασης της υγείας της και της ιδιαίτερης δυσκολίας της ανασύνθεσης του προσώπου της... ... η ενάγουσα υποβλήθηκε στις Η.Π.Α., σε διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2002 έως τον Δεκέμβριο του 2009.

Συγκεκριμένα μετέβη στις Η.Π.Α και υποβλήθηκε και δαπάνησε για την πραγματοποίηση αυτών στις ακριβείς ημερομηνίες τα αντίστοιχα ποσά: 1) στις 5-8-2002 82.070,12 ευρώ, 2) στις 23-1-2003 31.137,28 ευρώ, 3) στις 7-2-2003 6.325 ευρώ, 4) στις 7-8-2003 14.406 ευρώ, 5) στις 2-8-2003 12.788,32 ευρώ, 6) στις 14-1-2004 13.717,26 ευρώ, 7) στις 9-7-2004 20.317,09 ευρώ, 8) στις 19-7-2005 27.343,53 ευρώ, 9) στις 5-8-2005 9.741.05 ευρώ, 10) στις 15-11-2005 12.178,65 ευρώ, 11) στις 20-4-2006 93.619,49 ευρώ, 12) στις 12-10-2006 79.524,46 ευρώ, 13) στις 10-5-2007 59.664,59 ευρώ, 14) στις 26-7-2007 69.393,03 ευρώ, 15) στις 13-2-2009 53.487,12 ευρώ και 16) στις 23-12-2009 30.403,44 ευρώ.

Ήτοι η ενάγουσα αναγκάστηκε να δαπανήσει συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 616.116,43 ευρώ (82.070,12 + 31.137,28 + 6.325,00 + 14.406,00 + 12.788,32 + 3.717,26 + 20.317,09 + 27.343,53 + 9.741,05 + 12.178,65 + 93.619,49 + 79.524,46 + 59.664,59 + 69.393,03 + 53.487,12 + 30.403,44). Από την ανωτέρω δαπάνη ποσό 122.557,00 ευρώ επιδικάστηκε στην ενάγουσα και καταβλήθηκε σε αυτήν δυνάμει της με αριθμό 3556/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσό το οποίο εξάλλου η ίδια δεν αξιώνει, αφαιρώντας το από τις σχετικές δαπάνες και επομένως έχει δαπανήσει το ποσό των 493.559,43 ευρώ...

Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η εκκαλούσα - ενάγουσα στις 20.4.2006, 12.10.2006, 10.5.2007 και 26.7.2007 στις ΗΠΑ, συνολικού ποσού 302.201,57 Ευρώ εκαλύφθησαν εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικό της φορέα, δηλαδή από τον ΟΠΑΔ, όπως συνομολογεί και η ίδια στην ως άνω αγωγή της κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και της ασφαλιστικής εταιρείας "...", γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους τελευταίους.

Παρέπεται ως εκ τούτου ότι τα ως άνω ποσά δικαιούται μεν αυτή να αξιώσει από τον υπαίτιο του ατυχήματος και του τραυματισμού της εναγόμενο σύζυγό της και την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", έστω και αν καταβλήθηκαν αυτά από τον Ασφαλιστικό της φορέα κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ.

περί αθροιστικής απολήψεως, στερείται όμως οιουδήποτε δικαιώματος αποζημιώσεώς της δι’ αυτά έναντι του πλαγιαστικώς υπ’ αυτής εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, δεδομένου ότι η παροχή νοσηλείας από το δημόσιο αποτελεί παροχή φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, ενώ εξάλλου ουδεμία έννομη σχέση, στηριζομένη στο νόμο ή τη σύμβαση ασφαλίσεως υφίσταται μεταξύ του προς αποζημίωση αυτής υπαιτίου του ατυχήματος εναγομένου συζύγου της και του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου, ώστε να νομιμοποιείται αυτή ενεργητικά ως δανείστρια του πρώτου να στραφεί κατά του τελευταίου.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και ακολούθως απέρριψε ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη την κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου πλαγιαστική αγωγή της εναγούσης με την οποία εζητείτο να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να καταβάλει σ’ αυτή ως δανείστρια του εναγομένου συζύγου το άνω ποσό των 302.201,57 ευρώ, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης εφέσεως της εναγούσης, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος".

Το Εφετείο κρίνοντας όπως παραπάνω δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, με ορθή υπαγωγή των περιστατικών που προέκυψαν στους προσήκοντες κανόνες δικαίου.

Συνεπώς ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις 19 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976, είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι ο παρά το νόμο ζημιώσεως άλλον υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αυτός, αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Γι’ αυτό, όταν εξ αυτού προκύπτει και κάποια ωφέλεια, τελούσα σε αιτιώδη προς τούτο σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ότι υπολείπεται με την αφαίρεση της ωφέλειας.

Από αυτή τη γενική αρχή εισάγει εξαίρεση η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, κατά την οποία επί θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η προς αποζημίωση αξίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος υποχρεούται σε αποζημίωση ή διατροφή του αδικηθέντος, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει αμφότερες τις παροχές, δηλαδή τη ζημιά και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός (ΑΠ (Ολ.) 807/1973).

Περαιτέρω, το άρθρο 31 του Ν. 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στη παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε σε συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου, είτε στα τυχόν κατ’ αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.

Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου". Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997 "αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή.

Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υποχρέων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού.

Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρου άρθρου 31 Ν. 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή και του υποχρέου τρίτου και περιέρχεται σ’ αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες.

Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια η από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης του λήπτη της ασφάλισης. Εξ άλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένα.

Τέλος, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 ΑΚ, 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 του Ν. 2496/1997, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη αποκατάσταση του ασφαλιστού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από τον ασφαλιστή.

Έτσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 (πρώην διάταξη του αριθ. 210 του Ε.Ν.).

Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση δε αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ’ άρθρο 460 ΑΚ, εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 210 Ε.Ν.).

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή (της ασφαλίσεως προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, Ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στην θεωρία και νομολογία άποψη, προ της θέσεως σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος εδικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικώς, αφενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ’ ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 1411/2006).

Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημιώσεως, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως τούτου, εφ’ όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου στον πραγματικό δικαιούχο της απαιτήσεως ασφαλιστή (ΑΠ 1473/2013, ΑΠ 1334/2013).

Και ναι μεν η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2496/1997 αναφέρει ως δικαιούχο της αξιώσεως αποζημιώσεως κατά τρίτου τον λήπτη της ασφαλίσεως, εντεύθεν όμως δεν συνάγεται κατ’ αντιδιαστολή ότι δεν συμβαίνει το ίδιο όταν δικαιούχος της κατά τρίτου αξιώσεως αποζημιώσεως είναι ο παθών ως ασφαλιζόμενο πρόσωπο, που συμβαίνει να είναι πρόσωπο διαφορετικό από τον λήπτη της ασφαλίσεως, αφού η αναφορά υπό της διατάξεως αυτής μόνο του λήπτη της ασφαλίσεως, καλύπτει το συνήθως συμβαίνον.

Ωστόσο, η απεριόριστη λειτουργία του μηχανισμού της υποκαταστάσεως είναι δυνατό να διαταράξει τις οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις μεταξύ του λήπτη της ασφαλίσεως, ως υπαιτίου του ατυχήματος και του ασφαλισμένου ως παθόντος. Και τούτο γιατί μετά την αποζημίωση του παθόντος ασφαλισμένου από τον ασφαλιστή δυνάμει της συμβάσεως ασφαλίσεως ατυχήματος θα έπρεπε ο τελευταίος υποκαθιστάμενος στη θέση του ικανοποιηθέντος παθόντος, να στραφεί κατά του υπαιτίου προκειμένου να αναζητήσει όσα κατέβαλε.

Τέτοια όμως ενέργεια του ασφαλιστή θα έχει δυσμενή αποτελέσματα, αφού θα διατάρασσε την οικογενειακή - συγγενική σχέση των εμπλεκομένων προσώπων (θύματος - θύτη) και παράλληλα θα επηρέαζε σημαντικά τα οικονομικά συμφέροντα των μερών, όπως αυτό συμβαίνει κατά κανόνα με την οικογένεια, που εμφανίζει ενότητα οικονομικών συμφερόντων.

Τούτο γιατί όσα ο ασφαλιστής θα κατέβαλε στο θύμα θα τα αναζητούσε από το δράστη ως λήπτη της ασφαλίσεως. Έχοντας τούτο υπ’ όψιν του ο νομοθέτης ορίζει στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 ότι εάν οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης στρέφονται κατά του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου ασφαλίσματος ή των ανιόντων, κατιόντων και των συζύγων τους ή άλλων προσώπων, που συνοικούν μαζί του, καθώς και των νομίμων αντιπροσώπων του ή των εκπροσώπων του, η αξίωση δεν περιέρχεται στον ασφαλιστή, παρά μόνο αν τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν με δόλο.

Έτσι, ο αποκλεισμός της υποκαταστάσεως δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο νόμο παρά μόνο αν τα πρόσωπα ενήργησαν από αμέλεια. Αν αντιθέτως ενήργησαν από δόλο, τότε λειτουργεί η υποκατάσταση. Όμως, ο αποκλεισμός της υποκαταστάσεως στην περίπτωση ασφαλίσεως ατυχημάτων και ασθενειών αφορά μόνο τον υπαίτιο του ατυχήματος και λήπτη της ασφαλίσεως, συγγενή του παθόντος όχι όμως και τον ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που καλύπτει το ατύχημα βάσει χωριστής ασφαλιστικής συμβάσεως, ο οποίος έναντι αυτού είναι τρίτος.

Διαφορετική άποψη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς αφού στην περίπτωση αυτή η υποκατάσταση θα εξηρτάτο από την ύπαρξη ή μη συγγενικής σχέσεως μεταξύ του λήπτη της ασφαλίσεως και του ασφαλισμένου. Ο παθών ασφαλισμένος έχει την ευχέρεια να στραφεί είτε κατά του ασφαλιστή της συμβάσεως ατυχήματος είτε κατά του ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Αυτό σημαίνει ότι δύναται να ασκήσει διαφορετικές αγωγές εναντίον αμφοτέρων. Ωστόσο, αν ικανοποιηθεί από τον ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν επιτρέπεται να αξιώσει την ίδια ζημία από τον ασφαλιστή της ασφαλίσεως ατυχήματος αφού δεν υφίσταται πλέον ζημία. Αν πάλι στραφεί κατά πρώτον κατά του ασφαλιστή της συμβάσεως ατυχήματος και ικανοποιηθεί υπό τούτου, επέρχεται υποκατάσταση του ασφαλιστή στην αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ασφαλιστού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δεν επιτρέπεται να αξιώσει ο παθών σωρευτικά από τον τελευταίο την αποκατάσταση της ιδίας ζημίας.

Αν στο τέλος ο λήπτης της ασφαλίσεως, μετά την είσπραξη του ασφαλίσματος, επιτύχει την είσπραξη της απαιτήσεως αποζημιώσεως από τον συνυπόχρεο τρίτο, τότε ο καταβαλών ασφαλιστής του προσωπικού ατυχήματος έχει αξίωση κατά του εισπράξαντος με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον μέρος της για την έρευνα της βασιμότητας του δευτέρου αναιρετικού λόγου δέχθηκε τα εξής: "Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε από την άνω ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως ασφάλισμα σε εκπλήρωση της μεταξύ τους συμφωνίας, ως λήπτριας της ασφάλειας, που είχε συνάψει ο σύζυγός της, για ιατρικές δαπάνες αποκατάστασης της υγείας της και εν γένει για τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε και τις ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες που της παρείχαν τα προαναφερόμενα νοσοκομεία στις Η.Π.Α.

το συνολικό ποσό των 201.557,00 ευρώ, ποσό για το οποίο αναγγέλθηκε η ανωτέρω εταιρία, και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητεί η ενάγουσα αυτό από τους εναγομένους. Και ναι μεν δεν χωρεί ασφαλιστική υποκατάσταση της νέας δανείστριας "... ΑΕ" για το ποσό αυτό έναντι του εναγομένου συζύγου της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της απόφασης, ωστόσο η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώσει από τον εναγόμενο σύζυγό της το ανωτέρω ποσό, καθώς ο νομοθέτης μετά την κατάργηση του άρθρου 210 ΕΝ και την θεσμοθέτηση του Ν. 2496/1997 ήθελε να αποτρέψει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του τρίτου παθόντος.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κατ’ ακολουθία των ως άνω αποδειχθέντων έκρινε ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει και από τους εναγομένους Ασφαλιστική εταιρεία "..." και το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" για τις άνω αιτίες αθροιστικώς ως αποζημίωσή της το άνω ποσό των 201.557 ευρώ, το οποίο έλαβε αυτή ως ασφάλισμα από την Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." εις εκπλήρωση συμβάσεως ασφαλίσεως ατυχημάτων, συναφθείσης μεταξύ της τελευταίας και του συζύγου της δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δη ως λήπτρια τούτου για τις παρασχεθείσες σ’ αυτή νοσοκομειακές και ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ προς αποκατάσταση της υγείας της, με την αιτιολογία ότι μετά την καταβολή του άνω ασφαλίσματος, η καταβάλλουσα αυτό ως άνω εταιρεία έχει υποκατασταθεί κατά το ποσό αυτό στα έναντι αυτών δικαιώματά της και στη συνέχεια με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν την περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης σχετική ένσταση των άνω εναγομένων και απέρριψε κατά το άνω ποσό την αγωγή της ως απαράδεκτη, ορθώς το νομό ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δύο πρώτοι λόγοι της κρινομένης εφέσεώς της είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".

Το Εφετείο συνεπώς απορρίπτοντας τους δύο πρώτους λόγους της εφέσεως της αναιρεσειούσης, κατά τους οποίους η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν την περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης - εκκαλούσης ένσταση των εναγομένων, δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε κατά το κονδύλιο των 201.557 ευρώ την αγωγή της ως απαράδεκτη, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1, 3 του Ν. 2496/1997 και 930 παρ. 3 Α.Κ.

και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη έναντι των δευτέρας και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων, στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο έκαστος και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν προέβη σε καμμία δαπάνη λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2016 (αριθμ. εκθ. κατάθ. ... 2016 αίτηση για αναίρεση της 5012/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ δι’ έκαστον.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ