Supreme Court dismisses appeal on commercial lease termination and excessive penalty clause reduction. Dismissed
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellants argued that the First Instance Court erred in law by failing to reduce the contractual penalty clause, which they claimed was excessive. The court rejected this claim because the penalty clause was declared void due to the statutory right of termination, rendering the issue of its reduction moot and without legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the contested issue becomes legally irrelevant because a prior ruling has already declared the underlying contractual provision void, thereby eliminating the necessity to address the specific claim regarding its reduction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 593 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 593/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Ν. χήρας Γ. Α. και 2) Κ. Λ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Λιόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αρβανιτίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3852/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 869/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 17-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων εμπορικών μισθώσεων), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 και όπως ίσχυε πριν το Ν. 4242/2014 (ΦΕΚ Α 50/28-2-2014) στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης. 2. Το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 έχει ο μισθωτής ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995.
Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής είχε παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα, θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματα της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας... 4.
Οι παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για καταγγελίες που θα γίνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και αφορούν μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Ήδη η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/10 (Α 90) παρατάθηκε μέχρι τη 31.12.2013 με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π., ΦΕΚ Α 246/12.12.2012. Ήτοι, λόγω της διαφαινόμενης ήδη οικονομικής κρίσης όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και παγκοσμίως ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποιήσεις των διατάξεων μεταξύ άλλων και της εμπορικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 17 § 1 του ν. 3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010) τροποποιήθηκε το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, που ρύθμιζε το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή λόγω μεταμέλειας, από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ο μισθωτής είχε παραιτηθεί με ρητή συμφωνία. Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο) όσο και του χρόνου που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι).
Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων. Η άνω διάταξη, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει προώρως τη μίσθωση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μίσθωσης και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση.
Ταυτόχρονα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου).
Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 17 προβλέφθηκε ότι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή, ισχύει για όσες καταγγελίες γίνουν μέχρι την 31.12.2012 (και ήδη πλέον μέχρι 31.12.2013) και αφορούν μισθώσεις που έχουν συναφθεί πριν από τη δημοσίευση του ν.3853/2010.
Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη σε γεγεννημένες έννομες σχέσεις αιτιολογήθηκε με την ανάγκη διευκόλυνσης της επαναδιαπραγμάτευσης των μισθώσεων στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας που έχει διαμορφωθεί [ΑΠ 1013/2015]. Περαιτέρω, σε σχέση προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διάταξης αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γένεσης του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την τρίμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημίωσης μεγαλύτερο του ενός μηνιαίου μισθώματος ή άλλη ποινή ή οικονομική επιβάρυνση του μισθωτή που ασκεί το δικαίωμα της καταγγελίας λόγω μεταμελείας (Α.Π. 213/2012).
Συνεπώς, στην παραίτηση αυτή συμπεριλαμβάνεται και συμφωνία, δυνάμενη κατά τις περιστάσεις, να έχει χαρακτήρα γνήσιας ή και μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία άγει σε διεύρυνση του κατά τα άνω δικαιώματος του εκμισθωτή, με αύξηση του ποσού της καταβλητέας προς αυτόν αποζημίωσης, για την περίπτωση λύσης της μίσθωσης, συνεπεία της άνω καταγγελίας της μίσθωσης (ΑΠ 1664/2009). Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως, τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα μέχρι την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν.3853/2010, που ισχύει από 17-6-2010, διέπονταν από τη διάταξη του άρθρου 45 του π.δ/τος 34/1995, κατά την οποία "η παραίτηση οποιουδήποτε από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης είναι άκυρη, εφόσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά". Έτσι, η ακυρότητα αυτή μέχρι την 17-6-2010 (ισχύ του ν. 3853/2010) καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την "κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 45 του π.δ/τος 34/1995.
Συνεπώς, η παραίτηση και οι ως άνω συμφωνίες μέχρι την 17-6-2010, που άρχισε να ισχύει ο ν. 3853/2010, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 361 ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας (ΑΠ 213/2012, ΑΠ 284/2010, ΑΠ 39/2015).
Όμως, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/2010, σε μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από τη ισχύ του νόμου αυτού και η καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ/τος λάβει χώρα μέχρι την 31-12-2013, συμφωνίες παραίτησης από το δικαίωμα της άνω καταγγελίας είναι άκυρες ανεξάρτητα αν συνάπτονται κατά την κατάρτιση της μίσθωσης ή σε μεταγενέστερο χρόνο (πρβλ.
και ΑΠ 1013/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 4-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι καθ’ ών η ανακοπή (ήδη αναιρεσείοντες) εκμίσθωσαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... τράπεζα Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "..." ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 160 τ.μ., δύο γραφεία συνεχόμενα στο βάθος του ισογείου καταστήματος εμβαδου 21 και 23 τ.μ.
αντίστοιχα και ένα υπόγειο εμβαδού 240 τ.μ., κείμενο σε οικοδομή που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ..., για να το χρησιμοποιήσει ως υποκατάστημά της στη Θεσσαλονίκη. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, λήγουσα την 31-12-2015 και το αρχικό μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 8.500 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, οι καθών η ανακοπή παρέδωσαν στην άνω μισθώτρια τη χρήση του μισθίου ακινήτου, ενώ με τα από 3-7-2009 και από 7-6-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά, που συνήψαν οι άνω συμβαλλόμενοι, το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε με το πρώτο συμφωνητικό στο ποσό 8.000 ευρώ και με το δεύτερο στο ποσό των 7.000 ευρώ, πλέον της αναλογίας του τέλους χαρτοσήμου, η δε συμφωνία μείωσης του μισθώματος τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εξάντλησης του συμβατικού χρόνου μίσθωσης από την πλευρά της μισθώτριας υπό την έννοια ότι σε περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια πριν από τη συμβατική λήξη της αυτή θα κατέβαλλε στους εκμισθωτές ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία το ποσό των 60.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, με το από 31-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποιήθηκε και πάλι το μηνιαίο μίσθωμα και από 1-1-2012 ορίσθηκε στο ποσό των 5.300 ευρώ πλέον τέλος χαρτοσήμου, ενώ πάλι η συμφωνία για μείωση του μισθώματος τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εξάντλησης του συμβατικού χρόνου μίσθωσης από την πλευρά της μισθώτριας, δηλαδή μέχρι 31-12-2015, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια δυνάμει του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 για λόγους μεταμέλειας πριν από τη συμβατική λήξη της, αυτή οφείλει να καταβάλει ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση το ποσό των 50.000 ευρώ, ρητά δε δηλώθηκε ότι έπαυσε η ισχύς οποιασδήποτε άλλης τεθείσας με τα από 3-7-2009 και 7-6-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά διαλυτικής αίρεσης και ποινικής ρήτρας.
Με την από 10-5-2013 σύμβαση μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω μισθώτριας τραπεζικής εταιρίας, που είχε ήδη τεθεί υπό εκκαθάριση και της ...ς Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. ...10-5-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ.
Β 1137/10-5-2013), με την οποία υποχρεώθηκε ο ειδικός εκκαθαριστής της μισθώτριας στην παραχρήμα μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού παθητικού της μισθώτριας τράπεζας στην ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ... Τράπεζα της Ελλάδος, η τελευταία υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τράπεζας "..." έναντι κάθε αντισυμβαλλομένου της και συνακόλουθα και της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως.
Με την ιδιότητα πλέον της ειδικής διαδόχου της αρχικής μισθώτριας, η ... Τράπεζα της Ελλάδος με την από 19-6-2013 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στους καθ’ ών στις 21-6-2013 και 25-6-2013 αντίστοιχα, κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, ώστε μετά την παρέλευση τριών μηνών να κηρυχθεί αυτή λυμένη και να αποδοθεί το μίσθιο, με την ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης ισόποσης με ένα μέχρι τότε καταβαλλόμενο μίσθωμα.
Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επήλθαν στις 25-9-2013 και στη συνέχεια καταρτίστηκε μεταξύ των μερών το από 30-9-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο επιβεβαιώθηκε η λύση της μισθώσεως που επήλθε με την άνω καταγγελία της ανακόπτουσας, ως ειδικής διαδόχου της αρχικής μισθώτριας, η καταβολή στους καθών της νόμιμης αποζημίωσης του ενός μηνός και η απόδοση σ’ αυτούς της χρήσης του μισθίου, το οποίο και παρέλαβαν με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους.
Στη συνέχεια, μετά την υποβολή της από 5-11-2013 αιτήσεως των καθών και βάσει των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών, εκδόθηκε η με αριθ. 23353/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στους καθών το ποσό των 50.000 ευρώ, κατ’ ισομοιρία, το οποίο είχε συνομολογηθεί με το προαναφερόμενο από 31-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει βέβαιη χρονολογία, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία αυτών για την περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1994, μετά δε την επίδοση αυτής στην ανακόπτουσα, η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα την κρινόμενη από 15-11-2013 ανακοπή.
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για ποινική ρήτρα συνομολογηθείσα στα πλαίσια της σύμβασης μίσθωσης, γιατί με την ποινική αυτή ρήτρα περιορίζεται το δικαίωμα της καταγγελίας της διάταξης του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 που είναι δημόσιας τάξης και ως εκ τούτου είναι άκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3853/2010, αφού η καταγγελία της μίσθωσης έλαβε χώρα μέχρι την προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία της 31-12-2013.
Επί του λόγου αυτού της ανακοπής που είναι νόμιμος και προσβάλλει την ύπαρξη της απαίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής, λεκτέα τα εξής:... Η συνομολόγηση ποσού αποζημίωσης για την καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, μεγαλύτερου του ενός μηνιαίου μισθώματος, που έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, και θεωρείται ως παραίτηση από δικαίωμα που θεμελιώνεται στο π.δ. 34/1995, πριν την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/2010 ήταν άκυρη όταν γινόταν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 του π.δ/τος 34/1995, ενώ όταν γινόταν μετά την κατάρτιση της μίσθωσης η συμφωνία ήταν έγκυρη.
Στην ένδικη μίσθωση που καταρτίστηκε πριν την ισχύ του ν. 3853/2010, η συμφωνία καταγγελίας της μίσθωσης με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, έλαβε μεν χώρα μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, με το προαναφερόμενο από 31-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν έχει καμία έννομη συνέπεια και δεν θεραπεύει την ακυρότητα της ποινικής ρήτρας, καθόσον με τη παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/2010 η ακυρότητα καταλαμβάνει και τις μεταγενέστερες της κατάρτισης της μίσθωσης συμφωνίες εφόσον η καταγγελία της μίσθωσης του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 ασκήθεί μέχρι την 31-12-2013 και στην προκειμένη περίπτωση η καταγγελία της μίσθωσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 25-6-2013.
Επειδή δε για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας απαιτείται κατ’ αρχήν έγκυρη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, εσφαλμένα εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής για χρηματική απαίτηση απορρέουσα από την άκυρη αυτή συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας και ο πρώτος λόγος της ανακοπής τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αφού δέχθηκε ότι είναι έγκυρη η συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας γιατί αυτή έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως, απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για το λόγο αυτό, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010 και ο πρώτος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) με τον οποίο επαναφέρει τον άνω λόγο της ανακοπής της είναι ουσιαστκά αβάσιμος.
Μετά την παραδοχή αυτή, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα (ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο μερικά τον δεύτερο επικουρικό λόγο της ανακοπής της, μείωσε το ύψος της συμφωνηθείσας πονικής ρήτρας των 50.000 ευρώ, στο ποσό των 35.000 ευρώ, ποσό που επίσης ισχυρίζεται ότι είναι υπέρμετρο και πρέπει να μειωθεί περαιτέρω, με αντίστοιχη ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.
Ομοίως, η κρινόμενη αντέφεση, με την οποία οι αντεκκαλούντες (καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε μερικά δεκτό τον άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής με τον οποίο η ανακόπτουσα προέβαλε την ένσταση μείωσης ως υπέρμετρης της ποινικής ρήτρας και ζητούν την απόρριψη του λόγου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....Συνακόλουθα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής....". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, με το να δεχθεί το Εφετείο κατ’ ουσίαν την ένδικη ανακοπή και να ακυρώσει ακολούθως την προσβαλλόμενη μ’ αυτήν διαταγή πληρωμής, με την οποία είχε επιδικασθεί στους αναιρεσείοντες το ποσό των 50.000 ευρώ, ως συνομολογηθείσα με το από 31-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη ζημία αυτών για την περίπτωση καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1994, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, και ειδικότερα αυτή του άρθρου 17 του ν. 3853/2010, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης ανακοπής και συνακόλουθα την ακύρωση της προσβαλλόμενης μ’ αυτήν διαταγής πληρωμής οι παραδοχές του Εφετείου, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστατο έγκυρη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, διότι, ναι μεν η ένδικη μίσθωση καταρτίστηκε πριν την ισχύ του ν. 3853/2010 και η συμφωνία καταγγελίας της μίσθωσης με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της μίσθωσης με το προαναφερόμενο από 31-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν καθιστούσε έγκυρη τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, αφού, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, με τη παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 3853/2010 η ακυρότητα καταλαμβάνει και τις μεταγενέστερες της κατάρτισης της μίσθωσης συμφωνίες εφόσον η καταγγελία της μίσθωσης του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 ασκηθεί μέχρι την 31-12-2013 και στην προκειμένη περίπτωση η καταγγελία της μίσθωσης ασκήθηκε στις 25-6-2013.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μείωσης της ποινικής ρήτρας ως υπέρμετρης, που αποτέλεσε λόγο ανακοπής και της έφεσης της αναιρεσίβλητης, αλλά και λόγο της δικής τους (αναιρεσειόντων) αντέφεσης.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι η αντίφαση και ανεπάρκεια ως προς το παραπάνω ζήτημα έγκειται ακριβώς στο ότι, ενώ μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής και της έφεσης της αναιρεσίβλητης, που είχε ως συνέπεια την ακύρωση της διαταγής πληρωμής στο σύνολό της, το Εφετείο όφειλε να ασχοληθεί με τον πρώτο λόγο της αντέφεσής τους και να απορρίψει (μόνον) αυτόν, ενώ ορθά κατά λογική ακολουθία θεώρησε περιτό να κρίνει επί της ουσίας τον περί μείωσης της ποινικής ρήτρας ως υπέρμετρης λόγο ανακοπής και έφεσης της αναιρεσίβλητης, εντούτοις, ως μη όφειλε, έκρινε επί της ουσίας τον αντίστοιχο (περί μείωσης) λόγο της αντέφεσής τους, τον οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι η συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα είναι άκυρη και δεν συνέτρεχε λόγος επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού ποινικής ρήτρας στους αναιρεσείοντες, καθίστατο πλέον χωρίς αντικείμενο το ζήτημα της μείωσης ή μη μείωσης αυτής, είτε ως λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, είτε ως λόγου της αντέφεσης των αναιρεσειόντων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2015 αίτηση των Α. Λ. του Ν., χήρας Γ. Α. και Κ. Λ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 869/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ