Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on lawyer fees for board meetings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Olympic Catering A.E. against the First Instance Court's ruling on a claim for periodic lawyer fees. The appellant argued the claim was vague and the judgment contained calculation errors, but the court found the claim sufficiently specific regarding the amount, duration, and basis of the debt. Consequently, the court held that neither the alleged lack of clarity nor the arithmetic discrepancy constituted grounds for an appeal under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only for specific grounds listed therein, excluding clerical or arithmetic errors which must be corrected under separate provisions; a first-instance judgment becomes final either upon the expiration of the appeal period or upon the withdrawal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 593 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 593/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC CATERING ΑΕ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 267/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή κατά των ανεκκλήτων ή αυτών που έγιναν τελεσίδικες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, από τα άρθρα 144 παρ. 1, 518, 294 - 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρωτόδικη απόφαση, που υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη είτε με την πάροδο της προς έφεση προθεσμίας, που αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αποφάσεως, είτε με την παραίτηση του διαδίκου από το δικαίωμα ή το δικόγραφο της εφέσεως που άσκησε.
Η παραίτηση δε από το δικόγραφο της εμπρόθεσμης εφέσεως, που έγινε με επίδοση σχετικού δικογράφου στον αντίδικο του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρεται καθίσταται τελεσίδικη και συνεπώς η προθεσμία προς άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως του δικογράφου της παραιτήσεως και όχι από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της προσβαλλόμενης πρωτόδικης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 473/1983, ΑΠ 1548/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η άσκηση της οποίας έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 36/2013 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 22-2-2013, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 267/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../23-11-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση (267/2012), μαζί με την από 18-10-2012 έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος στις 22-10-2012 (βλ. υπ' αριθμ. 6711/2012 έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως της Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), επιδόθηκαν, με επιμέλειά του, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 23-11-2012.
Πριν από την συζήτηση της εφέσεως αυτής, που ορίσθηκε για την δικάσιμο της 5-11-2013 (βλ. υπ' αριθμ. 1686/2012 σχετική πράξη του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών), ο εκκαλών - αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ως άνω από 18-10-2012 εφέσεώς του, με την από 7-2-2013 "Δήλωση Παραιτήσεως (από δικόγραφο ασκηθείσας εφέσεως)", που κατέθεσε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 12-2-2013 (βλ.
σχετική υπ' αριθμ. 118/2013 πράξη της Γραμματέας του Εφετείου Αθηνών), η οποία Δήλωση Παραιτήσεως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...'/12-2-2013 έκθεση επιδόσεως της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, επιδόθηκε στην εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα στις 12-2-2013. Εντεύθεν συνάγεται ότι η κατά την 22-2-2013 ασκηθείσα υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως νομοτύπως, μετά την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ασκήθηκε και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της εκ του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσομένης τριακονθημέρου προθεσμίας.
Επομένως, η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως αυτής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ. 1 και 424 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενο της ενοχής.
Ο οφειλέτης, προβαίνοντας σε καταβολή, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη. Κατά δε το άρθρο 445 του ΚΠολΔ έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Συνεπώς, το ιδιωτικό έγγραφο της εξοφλητικής αποδείξεως παράγει πλήρη απόδειξη ότι προέρχεται από τον υπογράψαντα αυτό, επιτρεπομένης ανταποδείξεως. Ως προς το γεγονός όμως ότι έγινε η καταβολή, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί, στην πραγματικότητα, εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση αποφάσεως επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος (δικηγόρος Αθηνών) παρείχε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία από 29-5-1996 υπηρεσίες νομικού συμβούλου, με πάγια αντιμισθία, λόγω δε των ικανοτήτων του αρχικά τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος των τριών δικηγόρων της εναγομένης και ακολούθως προϊστάμενος της διεύθυνσης της Νομικής Υπηρεσίας αυτής, λαμβάνοντας πλέον του μισθού του επίδομα θέσης και ευθύνης, ανερχόμενο σε 200.000 δραχμές μηνιαίως, το οποίο (επίδομα), στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 22/1-2-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 350.000 δραχμών.
Με την αυτή ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης - δέχθηκε περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο - ορίστηκε και αμοιβή του ενάγοντος για τις παραστάσεις του κατά τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ίση με την αμοιβή που ελάμβαναν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία (αμοιβή), αρχικά, ανερχόταν στο ποσό των 200.000 δραχμών ή 587 ευρώ μηνιαίως και στη συνέχεια στο ποσό των 682 ευρώ μηνιαίως.
Από τον Μάρτιο του έτους 2003, όμως, η εναγομένη, άνευ αιτίας, διέκοψε την καταβολή του ως άνω ποσού των 682 ευρώ, που ελάμβανε ο ενάγων για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου, παρά δε τις συνεχείς διαμαρτυρίες του ενάγοντος ουδέποτε η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτόν το παραπάνω ποσό, μολονότι, διά των νομίμων εκπροσώπων της, συνεχώς, τον διαβεβαίωνε ότι σε μικρό χρονικό διάστημα επρόκειτο να του καταβληθούν τα οφειλόμενα, ζητώντας μάλιστα από τον ενάγοντα να υπογράψει και εξοφλητική απόδειξη, δεσμευόμενη ταυτόχρονα η ίδια (η εναγομένη) με την υποχρέωση να καταβάλει στην αρμόδια ΔΟΥ (ΦΑΕΕ Αθηνών) τους αναλογούντες φόρους για το ποσό που αναφερόταν στην απόδειξη.
Πειθόμενος δε ο ενάγων - συνεχίζει το Μονομελές Πρωτοδικείο - ότι η εναγομένη είχε αληθινή πρόθεση να καταβάλει σ' αυτόν τα οφειλόμενα, υπέγραψε την με αριθμό 1212/5-6-2008 απόδειξη πληρωμής, στην οποία βεβαιώνεται ότι η αμοιβή του ενάγοντος για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας από 1-1-2003 έως 31-12-2007 ανέρχεται στο ποσό των 42.514,92 ευρώ, εκ του οποίου 10.628,73 ευρώ, που αντιστοιχούν στον αναλογούντα φόρο (25%), παρακρατήθηκαν για να καταβληθούν στην εφορία και ποσό 31.376,01 ευρώ καταβλήθηκε στον ενάγοντα, όπως εννοείται, γιατί εκ προφανούς παραδρομής δεν περιελήφθη στην προσβαλλόμενη απόφαση η φράση "καταβλήθηκε στον ενάγοντα".
Επομένως - καταλήγει το Μονομελές Πρωτοδικείο - η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 31-12-2007, το ποσό των 31.376,01 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε σ' αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ένδικης αγωγής, με την οποία, εκτός άλλων, ζητούσε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 31-12-2007, τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ανερχομένη στο ποσό των 682 ευρώ μηνιαίως και συνολικά, μετά την αφαίρεση του παρακρατηθέντος φόρου, στο ως άνω ποσό των 31.376,01 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν ερεύνησε και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα από αυτήν ένσταση εξοφλήσεως, με καταβολή του ποσού των 31.376,01 ευρώ, της επίδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 31-12-2007, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της ενστάσεώς της αυτής την υπ' αριθμ. 1212/5-6-2008 Απόδειξη Πληρωμής, που προσκομίζει, η οποία φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του αναιρεσιβλήτου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα, δεχόμενο ότι, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου, ουδέποτε η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 31.376,01 ευρώ, που του όφειλε για την αιτία που προαναφέρθηκε, μολονότι συνεχώς τον διαβεβαίωνε ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα του καταβάλει τα οφειλόμενα, πεισθείς δε ο αναιρεσίβλητος, από τις διαβεβαιώσεις αυτές της αναιρεσείουσας, ότι η τελευταία είχε την πρόθεση να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, δέχθηκε να υπογράψει την παραπάνω υπ' αριθμ. 1212/5-6-2008 απόδειξη πληρωμής, μετά και τη δέσμευση της αναιρεσείουσας με την υποχρέωση να καταβάλει η ίδια στην αρμόδια ΔΟΥ (ΦΑΕΕ Αθηνών) το φόρο που αναλογούσε στο αναφερόμενο στην απόδειξη αυτή χρηματικό ποσό.
Έτσι και ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως προς το γεγονός ότι έγινε η καταβολή, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά και του ότι η απόδειξη του πραγματικού γεγονότος της καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού (εξόφληση) αποτελεί προϋπόθεση της έννομης συνέπειας του πραγματικού του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, χωρίς την οποία (απόδειξη) και δεν επέρχεται η έννομη αυτή συνέπεια (απόσβεση της ενοχής), η κατά τα ανωτέρω παραδοχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι δεν αποδείχθηκε η εξόφληση, με καταβολή, της επίδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον αφορά την απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας και δεν παραβίασε το Μονομελές Πρωτοδικείο εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως.
Επομένως, μετά ταύτα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 340 εδ. α' του ΚΠολΔ το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί, εκτός αν ο νόμος προσδίδει ρητά ορισμένη αποδεικτική δύναμη σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, πράγμα που δεν συμβαίνει ως προς τους μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια.
Δεν δύναται, συνεπώς, να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ή με οποιαδήποτε άλλη διάταξη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την αποδεικτική αξία των μαρτυρικών καταθέσεων ή των δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 10, αληθώς όμως από τον αριθμό 12, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα και μεγαλύτερη αξιοπιστία στις (νομοτύπως ληφθείσες) ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, που μετ' επικλήσεως προσκόμισε ο τελευταίος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του ίδιου του αναιρεσιβλήτου και του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να αποδώσει σε κανένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ενώ η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία εμμέσως επίσης πλήττει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, περιλαμβανομένης και της εκτιμήσεως του περιεχομένου των εγγράφων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 12-1-2011 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δικηγόρου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται σ' αυτήν (αγωγή), όσον αφορά την ένδικη αξίωσή του για καταβολή του ως άνω ποσού των 31.376,01 ευρώ, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης (αναιρεσείουσας), με την υπ' αριθμ. 22/1-2-2000 απόφασή του, καθόρισε ειδική πρόσθετη αμοιβή για την συμμετοχή του ενάγοντος στις συνεδριάσεις του (Δ.Σ.) ως νομικού συμβούλου, εκ ποσού 200.000 δραχμών (587 ευρώ) κατά μήνα, το οποίο αργότερα ανήλθε στο ποσό των 682 ευρώ κατά μήνα και ότι την πρόσθετη αυτή αμοιβή η εναγομένη κατέβαλλε ανελλιπώς στον ενάγοντα έως τον Μάρτιο του 2003, οπότε εντελώς αναιτιολόγητα διέκοψε έκτοτε την καταβολή της εν λόγω αμοιβής, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος, ο οποίος εξακολουθούσε να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου, οφείλουσα εντεύθεν η εναγομένη στον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 31-12-2007, το ως άνω ποσό των 682 ευρώ μηνιαίως και συνολικά, μετά από αφαίρεση του παρακρατηθέντος ποσού των 10.628,73 ευρώ, που αντιστοιχεί στον αναλογούντα φόρο (25%), το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 31.376,01 ευρώ.
Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για το ορισμένο της σχετικής αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, εφόσον προσδιορίζεται στην αγωγή το ύψος του οφειλόμενου ποσού κατά μήνα (682 ευρώ), το χρονικό διάστημα για το οποίο η αναιρεσείουσα όφειλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό αυτό (από 1-2-2003 έως 31-12-2007) και, βεβαίως, η αιτία της οφειλής του και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, από πότε ακριβώς άρχισε αυτή να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή για την συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου το ποσό των 682 ευρώ κατά μήνα.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημά της, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 εδάφ. α' και 92 παρ. 2 (παροχή από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή) του κυρωθέντος με το Ν.Δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, και απέρριψε την ένσταση της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής κατά τούτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαράδεκτου, ούτε παραβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, μη περιεχόμενα στο δικόγραφο της αγωγής και δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές κατά την σύνταξη της αποφάσεως, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για την διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.
του ΚΠολΔ. Επομένως, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επίφαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 8 ΚΠολΔ, αληθώς όμως πλημμέλεια, ότι περιέχει λογιστικό λάθος ως προς τον υπολογισμό του συνολικού ποσού, που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος από την αναφερόμενη στην απόφαση αυτή αιτία, το οποίο ποσό, κατά την αναιρεσείουσα, ανέρχεται σε 29.781,82 ευρώ και όχι στο ποσό των 31.376,01 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "OLYMPIC CATERING A.E.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ