Legislator Case Law & Legislation
593/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and free evaluation of evidence in labor dispute.

Case Number 593/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a labor dispute. The appellants argued that the lower court erred in evaluating witness testimony and notarized statements, but the court found these arguments inadmissible because the appellate court's assessment of evidence is legally unreviewable. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the appellate court's free evaluation of evidence, and appeals based on such evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence inadmissible appeal labor dispute appellate review legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 25825/1951 of the Ministers of Finance and Labor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 593/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ν. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2) Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΛΟΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Βασιλακάκη ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 21707/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2234/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-3-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 7-3-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 7-1-2010 επισημείωση του ..., δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της από 2-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Φώτη Βουλγαράκη, προς την αναιρεσίβλητη, για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (14-2-2012), η επίσπευση της συζήτησης γίνεται από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, παρά την απουσία αυτών, που δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτοί να ήσαν παρόντες (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ.4, 576 παρ.1).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ 2 της 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι 8900/1946 και 18310/1946 αποφάσεις των ιδίων υπουργών, του άρθρου 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959 και του άρθρου 1 παρ.1 και παρ.2 του ν. 435/1976 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο μονομερής συμψηφισμός από τον εργοδότη (ορθότερα:

καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία που παρασχέθηκε κατά τις νύκτες, Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες, είναι, όμως, κατ' αρχήν επιτρεπτός και έγκυρος ύστερα από συμφωνία των μερών για αξιώσεις από τέτοιες προσαυξήσεις, καθώς και για επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, εφ' όσον, όμως, με τη σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επί πλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές, ενώ ως προς τις αξιώσεις από παράνομες υπερωρίες τέτοια συμφωνία είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ΑΠ 1352/2009).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία ασχολείται με τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με πρόσθετο όρο συμβάσεως μισθώσεως δύο μικρών τουριστικών λεωφορείων (των 15 θέσεων) που είχε καταρτίσει με τρίτη, μη διάδικο, ανώνυμη εταιρία, προσέλαβε τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθούν ως οδηγοί των εν λόγω μισθωμένων λεωφορείων, ο πρώτος κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2005 μέχρι 31-10-2005 και ο δεύτερος κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2005 μέχρι 15-10-2005.

Ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν εγγράφως με τη συμπλήρωση προϋπάρχοντος κειμένου και αναγγέλθηκαν προσηκόντως στον ΟΑΕΔ. Ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, οι αποδοχές (βασικός μισθός, επιδόματα, προσαυξήσεις κλπ) θα καταβάλλονταν στο δικαιούχο μισθωτό στο τέλος εκάστου εργασιακού μηνός και θα αντιστοιχούσαν στην πλήρη απασχόλησή του εντός του νομίμου ωραρίου, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ.

Ότι σύμφωνα με την προϋπηρεσία και την οικογενειακή κατάσταση ενός εκάστου από τους ενάγοντες, στα σχετικά έγγραφα υπολογίσθηκαν οι μικτές, μηνιαίες αποδοχές του πρώτου από τους ενάγοντες σε 853,86 ευρώ και του δεύτερου από αυτούς σε 990,82 ευρώ. Ότι παρά ταύτα, με προφορική συμφωνία που έγινε αμέσως μετά την κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας, προσδιορίσθηκαν οι μικτές, μηνιαίες αποδοχές εκάστου ενάγοντος στο ποσό των 1.700 ευρώ και οι αντίστοιχες καθαρές αποδοχές στο ποσό των 1.300 ευρώ.

Ότι επί πλέον, η εναγομένη ανέλαβε την κάλυψη του ενοικίου διαμονής του δευτέρου από τους ενάγοντες στην Άφυτο Χαλκιδικής, όπου διατηρούσε υποκατάστημα. Ότι για τον πρώτο δεν υπήρχε λόγος τέτοιας παροχής, διότι ήταν κάτοικος Αφύτου. Ότι οι ως άνω, καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων συμφωνήθηκαν υπέρτερες των νομίμων, προκειμένου να καλύπτονται με το επί πλέον ποσό, το οποίο προέκυπτε από τη σύγκριση των μεγεθών που αναφέρθηκαν, πέραν του βασικού μισθού και των επιδομάτων προϋπηρεσίας και οικογενειακών βαρών, οι κατά περίπτωση προσαυξήσεις για υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και νόμιμες υπερωρίες, νυκτερινή εργασία και απασχόληση κατά τις Κυριακές ή αργίες.

Ότι, επίσης, καλύπτονταν και το εποχιακό επίδομα (7% επί του εκάστοτε βασικού μισθού), καθώς και τα επιδόματα τροφής και φορτοεκφόρτωσης, τα οποία δεν είναι σταθερώς καταβαλλόμενα, αλλά χορηγούνται μόνο όταν ο οδηγός πραγματοποιεί εκδρομές και διενεργεί φορτοεκφορτώσεις αποσκευών. Ότι η ως άνω συμφωνία των διαδίκων έγινε στο πλαίσιο του άρθρου 361 ΑΚ και είναι έγκυρη, διότι οι συμφωνηθείσες και πράγματι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων ήσαν σημαντικά υπέρτερες των νομίμων.

Ότι σε εκπλήρωση των συμβάσεων, οι ενάγοντες μετέφεραν πελάτες της εναγομένης από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης σε ξενοδοχεία της Χαλκιδικής και αντιστρόφως (οπότε πραγματοποιούσαν φορτοεκφορτώσεις αποσκευών), καθώς και σε άλλους κοντινούς προορισμούς υπό τύπον περιηγήσεων (οπότε δεν διακινούνταν αποσκευές).

Ότι η εναγομένη είχε προτείνει, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, τον ισχυρισμό ότι οι ένδικες απαιτήσεις, οι οποίες αναφέρονται στα ως άνω επιδόματα και προσαυξήσεις (εκτός από τις αναφερόμενες σε παράνομες υπερωρίες), είχαν εξοφληθεί με τις καταβληθείσες υπέρτερες αποδοχές ή, άλλως, είχαν συμψηφισθεί με αυτές.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και αφού υπολόγισε αναλυτικά, σύμφωνα με τις ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις, τις προσαυξήσεις και το επίδομα φορτοεκφορτώσεων που δικαιούνταν οι αναιρεσείοντες κατά το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας τους, το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις αυτών, στην έκταση που αποδεικνύονταν αληθινές και πέραν εκείνων που είχαν ήδη επιδικασθεί με την τότε εκκαλουμένη 21707/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, είχαν συμψηφισθεί με τις καταβληθείσες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, κατά τη συμφωνία των διαδίκων.

Κατόπιν αυτών, απέρριψε την έφεση. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και αυτές των ΔΑ 9/2004 και 38/1985 και των άρθρων 3, 173, 174, 200 ΑΚ, που επισημαίνουν οι αναιρεσείοντες και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε ότι υπήρξε έγκυρη συμφωνία να καλύπτονται οι προσαυξήσεις και τα επιδόματα εκ της εργασίας των αναιρεσειόντων με τις υπέρτερες αποδοχές, οι οποίες πράγματι καταβάλλονταν σ' αυτούς.

Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο (ιδίως το ότι οι υπέρτερες αποδοχές απέβλεπαν στην κάλυψη του ενοικίου διαμονής των αναιρεσειόντων στην Άφυτο, για την οποία το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι αποτελούσε πρόσθετη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, μη περιλαμβανόμενη στις ως άνω αποδοχές και την αμοιβή τους για απασχόληση κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για την οποία το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν πραγματοποιήθηκε) και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις περί του ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά έγγραφα, εκ των οποίων αυτό έκρινε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τον καταλογισμό των προσαυξήσεων και επιδομάτων στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1), το οποίο οφείλει μεν να εκθέτει στην απόφασή του το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, όχι, όμως, και το γιατί οδηγήθηκε στην περί τούτου παραδοχή.

3. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι μεν απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί νομίμως στην πρωτοβάθμια δίκη, όχι, όμως, και όταν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, για την υπεράσπισή του κατά της εφέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) έλαβε υπ' όψη την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί συμψηφισμού των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων για υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και νόμιμες υπερωρίες, νυκτερινή εργασία, απασχόληση κατά τις Κυριακές ή αργίες και επίδομα φορτοεκφόρτωσης, προς τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, χωρίς ο περί συμψηφισμού ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως και β) δέχθηκε ως αληθινή τη συμφωνία με το ως άνω περιεχόμενο, χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει προσκομίσει σχετικές αποδείξεις.

Παρατηρείται, όμως, ότι από την επισκόπηση των προτάσεων, που η αναιρεσίβλητη κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, προκύπτει η σαφής και ορισμένη προβολή του ισχυρισμού περί συμψηφισμού των ως άνω, ενδίκων αξιώσεων, προς τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.

Και περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, όπως τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, ως προς αμφότερα τα σκέλη αυτού, με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α. Δ. και την 4118/2007 ένορκη βεβαίωση των συναδέλφων των αναιρεσειόντων Π. Π. και Ν. Τ., από τις οποίες αποδεικνύονταν, κατά τη γνώμη τους, ότι το μέρος των καταβαλλόμενων αποδοχών που υπερέβαινε τις νόμιμες αφορούσε το ενοίκιο της κατοικίας που χρησιμοποιούσαν στην Άφυτο και την αμοιβή του για τα ρεπό που δεν έπαιρναν. Παρατηρείται, όμως, ότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στις παραδοχές που προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.2), έλαβε υπ' όψη αφ' ενός τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και αυτή του Α. Δ. και αφ' ετέρου την 4118/2007 ένορκη βεβαίωση, η οποία ρητώς μνημονεύεται. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικώς γι' αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα που έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά ή διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στην ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της ιδίας, διότι βάσει αυτών δέχθηκε ως αληθείς τις απόψεις της τελευταίας, ενώ άλλως θα έπρεπε να έχει κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων στο σύνολό της.

Παρατηρείται, όμως, ότι, πέραν του ότι το Εφετείο σε καμιά ένορκη βεβαίωση προσκομισθείσα από την αναιρεσίβλητη δεν αναφέρθηκε, με την εν λόγω αιτίαση αμφισβητείται η αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδείξεων. Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα την αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-3-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 2234/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 27η Μαρτίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ