Legislator Case Law & Legislation
593/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against collective agreement binding only the State, not public companies.

Case Number 593/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a public company regarding a collective labor agreement. The court held that the agreement, signed by the State, does not bind the public company because it was not a party to the negotiations. Consequently, the lower court's decision upholding the agreement's non-applicability to the company was confirmed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3, 8, 11 of Law 1876/1990; A collective agreement concluded between trade unions and the State does not bind a public company, even if wholly owned by the State, unless the company was a direct party to the negotiations and signed by its authorized representative.

Keywords

AI generated
collective labor agreement public company liability State vs private entity labor law binding force non-party to negotiations public enterprise status labor dispute outcome

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para. 1 of Law 1876/1990
Art. 8 para. 1 of Law 1876/1990
Art. 8 para. 2 of Law 1876/1990
Art. 11 para. 2 of Law 1876/1990
Art. 19 of Law 1876/1990
Art. 20 of Law 1876/1990
Art. 51 of Law 1892/1990
Art. 1 of Law 3389/2005
Art. 11 of Law 973/1979
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 593/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη, και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Ε., χήρας Γ. Κ. κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Κ., 2) Ε. Κ. του Γ. κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Κ., 3) Κ. Ρ. κατοίκου ... 4) Α. Π. κατοίκου ..., 5) Π. Κ. κατοίκου ...,6) Ε. Λ. κατοίκου ...,7) Δ. Κ. κατοίκου ...,8) Β. Κ. κατοίκου ..., 9) Μ. Β., κατοίκου ...,10) Γ. Κ. κατοίκου ..., 11)Δ. Σ. κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλη Πήττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λιάννη ,με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2111/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 1519/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-02-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 24-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το αρθρ.3 παρ.1 του Ν.1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε :α)εθνικές γενικές, β)κλαδικές, γ)επιχειρησιακές, δ)εθνικές ομοιοεπαγγελματικές και δ)τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Οι εθνικές ΣΕΕ αφορούν τους εργαζομένους όλης της χώρας και καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας (αρθρ.8 παρ.1 του Ν.1876/1990).

Κατά τις διατάξεις της παρ.2 του ίδιου άρθρου 8, οι λοιπές (πλήν των εθνικών γενικών) ΣΣΕ, καθώς και οι εξομειούμενες με αυτές Δ.Α. (αρθρ.16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζομένους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει ΣΣΕ ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ.4 του άρθρου αυτού.

Κατά το αρθρ.11 παρ.2 του ίδιου νόμου ορίζεται πάντως ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ (ή ΔΑ), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.

Μπορεί δηλαδή ο Υπουργός Εργασίας να επεκτείνει την ισχύ της και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ. Ειδικότερα, στην ίδια διάταξη του αρθρ.11 παρ.2 εδ.β' ορίζεται ότι η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ.2 του αρθρ.10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ.

Τόσο η κλαδική όσο και η ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, αν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, ισχύει για όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου του ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον όμως αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Κατά το αρθρ.19 του Ν.1876/1990 οι διατάξεις αυτού του νόμου ισχύουν και για τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, εφόσον δεν αποκλείεται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη των διαλαμβανομένων στην ίδια διάταξη ρυθμίσεων.

Εξάλλου, με το αρθρ.1 του Ν.973/1979 συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου" (ΚΕΔ), με έδρα την Αθήνα, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας με τη μορφή ΑΕ και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί ΑΕ, εκτός αν άλλως ορίζεται στον νόμο αυτό, είναι δε αόριστης διάρκειας.

Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, εκφραζόμενο με μία μετοχή, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, η Εταιρεία δε τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους ασκουμένη δια του Υπουργού των Οικονομικών. Σύμφωνα με το αρθρ.11 παρ.2, η Εταιρεία απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών, δασμολογικών και δικαστικών ατελειών και των δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου προνομίων όπως αυτό τούτο το Δημόσιο και για την είσπραξη των εσόδων της εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Κώδικα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά δε το αρθρ.14 παρ.4 το Δ.Σ.

είναι ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας, αποφασίζει για την πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού και καθορίζει το σύστημα και το ύψος των μισθών και την πάσης φύσεως αποδοχών αυτού, ενώ με το αρθρ.17 προβλέπεται η σύνταξη Υπηρεσιακού Οργανισμού και Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, οι οποίοι δημοσιεύονται στην ΕτΚ και δι'αυτών ρυθμίζεται η διάρθρωση των Υπηρεσιών της Εταιρείας και τα της υπηρεσιακής εν γένει κατάστασης του προσωπικού της.

Τέλος, η παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει περιεχόμενο εκτός άλλων και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ"(ΚΕΔ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, υπηρετούν σε τεχνικούς κλάδους της κατηγορίας ΔΕ τεχνικών-εργοδηγών και είναι κάτοχοι απολυτηρίου εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου και επιπλέον είναι πτυχιούχοι Μέσων Τεχνικών Σχολών εργοδηγών τουλάχιστον διετούς φοιτήσεως, δημόσιων ή αναγνωρισμένων ως ισότιμων με αυτές ιδιωτικών, αντίστοιχων ειδικοτήτων που καταργήθηκαν με τον ν. 576/1977.

Με βάση την επιχειρησιακή ΣΣΕ του έτους 2005 που καταρτίσθηκε για το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, αυτοί είναι ενταγμένοι στη μισθολογική κατηγορία Κ3, στην οποία υπάγονται οι πτυχιούχοι Μέσης Τεχνικής ή Επαγγελματικής Σχολής, ενώ στην προβλεπόμενη από την ίδια ΣΣΕ μισθολογική, κατηγορία Κ2 υπάγονται οι πτυχιούχοι ΤΕΙ (πρώην ΚΑ ΤΕΕ), Υπομηχανικοί παλαιών Σχολών (Μικρό Πολυτεχνείο) ή ισότιμων Σχολών του εξωτερικού.

Με την από 20-9-2005 Σ.Σ.Ε., η οποία συνήφθη μεταξύ αφ' ενός του Υπουργού Οικονομικών, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου και αφ' ετέρου του Συλλόγου Τεχνικών Υπαλλήλων Ελλάδος, του οποίου οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) είναι μέλη, συμφωνήθηκε η μισθολογική εξομοίωση των υπαλλήλων που υπηρετούν σε τεχνικούς κλάδους της κατηγορίας ΔΕ τεχνικών εργοδηγών, οι οποίοι είναι κάτοχοι των ανωτέρω, κατεχομένων και από τους ίδιους, πτυχίων, με τους πτυχιούχους των ΤΕΙ.

Με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι οι αναιρεσείοντες ότι η ως άνω ΣΣΕ, η οποία από εργοδοτικής πλευράς καταρτίσθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, δεσμεύει και την αναιρεσίβλητη εταιρία, ως δημόσια επιχείρηση, ζητούν να υποχρεωθεί η τελευταία να εφαρμόσει τους όρους της, να τους εξομοιώσει μισθολογικά με τους πτυχιούχους των ΤΕΙ από 1-1-2005, εντάσσοντας αυτούς στη μισθολογική κατηγορία Κ2 του μισθολογίου της (αντί της Κ3 στην οποία υπάγονται ήδη, ως πτυχιούχοι Μέσης Τεχνικής ή Επαγγελματικής Σχολής) και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει από 1-1-2005 τη διαφορά που προκύπτει στις αποδοχές τους από τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους πτυχιούχους των ΤΕΙ και την ένταξη τους στην ανωτέρω μισθολογική κατηγορία.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ΣΣΕ, η οποία φέρει το χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής, αφού αφορά τους εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (τεχνικούς-εργοδηγούς), από εργοδοτικής πλευράς δεσμεύει μεν το Ελληνικό Δημόσιο, ως συμβαλλόμενο μέρος, αλλά δεν δεσμεύει τη μη συμβληθείσα αναιρεσίβλητη ανεξαρτήτως αν αυτή υπάγεται στον δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 ή αν θεωρείται δημόσιος φορέας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν.3389/2005.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη εταιρία δεν δεσμεύεται από την ως άνω ΣΣΕ, αφού δεν συνεβλήθη σε αυτήν εκπρόσωπος της, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή τελεί μεν υπό την εποπτεία του Κράτους, την οποία ασκεί ο Υπουργός των Οικονομικών, πλην όμως δεν εκπροσωπείται από τον τελευταίο, ο οποίος υπέγραψε την εν λόγω ΣΣΕ, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, δεσμεύοντας αυτό και όχι την αναιρεσίβλητη, η οποία, καίτοι ανήκει εξ ολοκλήρου στο δημόσιο, λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ.19 και 20 του Ν.1876/1990 σε συνδυασμό με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ίδιου νόμου και δεν παρέλειψε να εφαρμόσει άλλες, όπως εκείνες του ΠΔ 410/1988.

Συγκεκριμένα, η από 20-9-2005 ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, με την οποία συμφωνήθηκε η εξομοίωση των υπαλλήλων που υπηρετούν σε τεχνικούς κλάδους της κατηγορίας ΔΕ τεχνικών-Εργοδηγών και είναι κάτοχοι των αναφερόμενων εκεί πτυχίων, με τους πτυχιούχους των ΤΕΙ, δεν δεσμεύει άνευ ετέρου και τη μη συμβληθείσα αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία τελεί μεν υπό την εποπτεία του Κράτους, που ασκεί ο Υπουργός των Οικονομικών αλλά δεν εκπροσωπείται από αυτόν, ο οποίος υπέγραψε την πιο πάνω ΣΣΕ ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου αλλά όχι και της αναιρεσίβλητης.

Το γεγονός ότι η τελευταία είναι δημόσια επιχείρηση, υπαγομένη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και θεωρείται "δημόσιος φορέας", ως εκ του ότι το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκει στο Δημόσιο, δεν συνεπάγεται ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της καθορίζονται με ΣΣΕ που καταρτίζονται μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αφενός και του Δημοσίου αφετέρου, εάν δεν επακολούθησε η τήρηση των διαλαμβανόμενων στο αρθρ.11 παρ.2 του Ν.1876/1990 προϋποθέσεων.

Είναι δε άσχετη με την ένδικη περίπτωση η διάταξη του αρθρ.11 του Ν.973/1979, δια της οποίας καθιερώνεται προνομιακή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που συνίσταται σε περιορισμό τυχόν υποχρεώσεών της που πηγάζουν από το κοινό δίκαιο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που έχει το Δημόσιο, αφού απολαμβάνει των αυτών προνομίων με το τελευταίο.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2010 αίτηση των Αθανασίας Μπαυγιαδάκη κ.λπ. για αναίρεση της 1519/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ