Legislator Case Law & Legislation
593/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mental distress damages for family members of a deceased accident victim.

Case Number 593/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's award of monetary compensation for mental distress suffered by the deceased's family. The lower court found that the sudden death of the 75-year-old victim caused significant psychological pain to his wife, children, and other relatives, justifying specific compensation amounts based on their ages and family ties. The appellate court rejected the appeal because the First Instance Court's reasoning was complete, clear, and free of contradictions regarding the assessment of these damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal challenging the assessment of monetary compensation for mental distress is inadmissible if the lower court's reasoning is complete, clear, and free of contradictions regarding the weighing of statutory factors.

Keywords

AI generated
mental distress damages family members compensation accident victim death appeal inadmissibility lower court reasoning psychological pain assessment statutory factors weighing

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 593 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 593/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους α) Ξ1 και β) Ξ2, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Κολοβατιανό και κατέθεσαν προτάσεις, 9) Χ9, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 10) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδων Κολοβατιανό και κατέθεσε προτάσεις, 11) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Χριστοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 12/3/2009 κρινόμενης αίτησης και των από 18/5/2009 προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της 166/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας ως προς την ένατη των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Ακολούθως, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1-8 και 10 ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι η Μαρία Εμμανουήλ Χαραλάμπους ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα αναιρετική δίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1-9 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/9/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσειόντων και την από 11/10/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο 11 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείοντες με την από 12/3/2009 αίτησή τους και τους από 18/5/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 22/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού της αναίρεσης, καθώς και των λόγων του προσθέτου επ' αυτής δικογράφου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτός παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της ένατης αναιρεσίβλητης (Χ9). Η δήλωση παραίτησης, εφόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος είχε σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα (11270/2-2-2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Άμφισσα Χρυσάνθης Αβραμίκου-Κουτρολίκου) και είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις που μνημονεύονται παραπάνω, επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα και να καταργηθεί η δίκη ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 26 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ) ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα, που έχουν προτεραιότητα, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 13-9-2002 και περί ώρα 8.45' π.μ. ο Ψ2, οδηγώντας το στερούμενο ασφάλισης υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...

ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ψ1, ο οποίος τον προέστησε στην οδήγησή του, κινούνταν επί της εθνικής οδού ..., με κατεύθυνση προς ..., έχοντας φορτωμένο το φορτηγό με μετάλλευμα βωξίτη. Συγχρόνως, ο ηλικίας 75 ετών Ζ, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, κινούνταν επί της αυτής ως άνω οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, σκοπεύοντας στο ύψος της 64ης χ/θ της οδού, όπου ο ισόπεδος κόμβος εισόδου προς ..., να στρίψει αριστερά προκειμένου να κατευθυνθεί προς ....

Η ανωτέρω εθνική οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, ενώ στο ύψος του κόμβου εισόδου προς ... τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με νησίδες ύψους 20 εκατοστών, το δε ρεύμα πορείας προς ... αποκτά δύο λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων η αριστερή προορίζεται για τα οχήματα που έχουν πρόθεση να εισέλθουν προς ..., επί του πλάτους της οποίας υπάρχει συνεχής γραμμή περί υποχρεωτικής διακοπής πορείας με αναγραφή της ένδειξης STOP, που υποχρεώνει τους προτιθέμενους να στρίψουν αριστερά οδηγούς να διακόψουν την πορεία τους για να ελέγξουν την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο προς ...

ρεύμα πορείας και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα, ρυθμιζόμενο με πινακίδα Ρ32. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι οδικές και καιρικές συνθήκες την ώρα εκείνη ήταν καλές, η κίνηση των οχημάτων αραιή, η κατάσταση της οδού ξηρά και καλή, οι συνθήκες φωτισμού επαρκείς, λόγω της ημέρας και η ορατότητα στη διασταύρωση δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο.

Όταν ο οδηγός Ζ έφθασε στη συμβολή των ανωτέρω οδών και έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, δεν σταμάτησε, μολονότι είχε στην πορεία του την ένδειξη STOP, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση και παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα της οδού, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οδηγού Ψ2, που εκείνη τη στιγμή εισέρχονταν με την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 70 χλμ/ώρα στη διασταύρωση, ο οποίος αιφνιδιάστηκε και παρά την τροχοπέδηση που διενήργησε δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του οδηγού Ζ, το οποίο στη συνέχεια, λόγω της συγκρούσεως, εκτινάχθηκε περιστρεφόμενο εκτός οδοστρώματος και κατέληξε στο ρεύμα πορείας από ...

προς .... Στο ατύχημα αυτό τραυματίστηκε θανάσιμα ο Ζ, ο οποίος υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαρεία θλάση της κοιλίας μετά ρήξεως των μεσεντερίων αγγείων και μεγάλη εσωτερική αιμορραγία, ενώ υπέστησαν σημαντικές υλικές ζημίες και τα δύο οχήματα. Από τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι και οι δύο οδηγοί και μάλιστα κατά ποσοστό 70% ο θανών Ζ και κατά ποσοστό 30% ο οδηγός Ψ2, καθόσον δεν κατέβαλαν και οι δύο την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, κάτω από παρόμοιες με αυτούς συνθήκες.

Ειδικότερα, ο μεν πρώτος όταν έφθασε στην ανωτέρω διασταύρωση και έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στην πόλη της ..., μολονότι είχε στην πορεία του την ένδειξη STOP, περί υποχρεωτικής διακοπής πορείας, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα της εθνικής οδού ...

και παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν εκεί, αλλά συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οδηγού Ψ2, ο δε δεύτερος, οδηγώντας φορτηγό αυτοκίνητο, έμφορτο με μετάλλευμα βωξίτη, κινούνταν με την αυξημένη ταχύτητα των 70 χλμ/ώρα, (ανώτατο επιτρεπόμενο όριο 50 χλμ/ώρα), την οποία δεν μείωσε, μολονότι πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο, με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε το όχημα του οδηγού Ζ, να εισέρχεται στον κόμβο να μην μπορέσει να τροχοπεδήσει αποτελεσματικά, ούτε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, λόγω και του βάρους του φορτίου του και να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Εξάλλου, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε εάν ο θανών οδηγός, Ζ, φορούσε ή όχι ζώνη ασφαλείας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, το γεγονός αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο θα επέρχονταν και με τη χρήση ζώνης ασφαλείας, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και την εκτόξευση του αυτοκινήτου του, απορριπτομένης ως αβάσιμης της προβληθείσας σχετικής ένστασης".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων για τις συνθήκες του ατυχήματος και τον καταλογισμό υπαιτιότητας και στο δεύτερο από αυτούς οδηγό του ΔΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 26 παράγραφοι 1 και 4 και 15 παράγραφος 4 του ΚΟΚ, αφού καταλογίζει υπαιτιότητα για την παράβασή τους στον θανόντα οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών.

Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (κίνηση των οχημάτων πριν από το ατύχημα, ευρήματα επί των οχημάτων), η συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά την οδήγηση, και συγκεκριμένα η συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσείοντος από την οποία καταφάσκεται η ύπαρξη υπαιτιότητας και στο πρόσωπό του.

Ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, επομένως, καθώς και ο δεύτερος, τρίτος κατά το πρώτο μέρος και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση συνυπαιτιότητας που υπέβαλαν αμυνόμενοι κατά της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση των αναιρεσειόντων και γι' αυτό ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται η προαναφερόμενη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται, ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δελτίου ιχνών τροχοπέδησης και της έκθεσης αυτοψίας που συνέταξαν τα όργανα της τροχαίας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

V. Το Δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας, που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος για την καθιερούμενη αναλογικότητα, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 13/2002, ΑΠ 2/2009) στο πλαίσιο του αναιρετικού λόγους του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους για το θάνατο του συγγενούς τους στο ατύχημα. "Κατά το χρόνο του θανάτου του ο θανών, Ζ, κάτοικος ..., ήταν ηλικίας 75 ετών, συνταξιούχος, σε καλή κατάσταση και ζούσε μαζί με την πρώτη ενάγουσα σύζυγός του.

Όλοι οι λοιποί ενάγοντες, αποτελούσαν μέλη της οικογένειάς του και συνεπεία του βίαιου και απροσδόκητου θανάτου του στο ανωτέρω ατύχημα, υπέστησαν ψυχική οδύνη. Επομένως, πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, την οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, η υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η συνυπαιτιότητα του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα, η ηλικία του (75ετών), ο βαθμός και ο δεσμός στενής συγγενείας και αγάπης καθενός από τους ενάγοντες προς εκείνος, καθώς και η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην του Επικουρικού Κεφαλαίου, (ο εναγόμενος οδηγός, ηλικίας 25 ετών, τυγχάνει οδηγός κατ' επάγγελμα και άγαμος, ο δε εναγόμενος ιδιοκτήτης, έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα), στα ακόλουθα για τον καθένα από τους ενάγοντες ποσά:

στο ποσό των 12.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτη και δεύτερο ενάγοντες, σύζυγο και υιό του, ηλικίας 73 και 47 ετών αντίστοιχα, στο ποσό των 1.500 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα, ηλικίας 38 ετών, νύμφη του, στο ποσό των 5.500 ευρώ για καθένα από τους με στοιχεία 3α και 3β ενάγοντες, ηλικίας 13 και 10 ετών αντίστοιχα, εγγόνια του και στο ποσό των 4000 ευρώ για καθέναν από τους τέταρτο, πέμπτη, έκτη, εβδόμη και όγδοη ενάγοντες, ηλικίας 70, 76, 68, 61 και 56 ετών, αδέλφια του.

Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, περιέχει στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έλαβε υπόψη όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, και όσα αναφέρονται στον πέμπτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

Ο πέμπτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επομένως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ξεχωριστά για κάθε ομάδα από αυτούς, που είχαν ενιαία εκπροσώπηση και γι' αυτούς που παραστάσθηκαν ατομικά, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2009 αίτηση του Ψ1 κλπ και τους από 18-5-2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της 166/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για την ομάδα από αυτούς, που παραστάθηκε ενιαία και για κάθε ένα από τους λοιπούς, που παραστάθηκαν ξεχωριστά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2010. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ