Supreme Court dismisses appeal on insurance liability damages, upholding lower court's discretionary compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision awarding €6,000 in damages for personal injury. The appellant argued the amount was excessive, while the insurance company contended the First Instance Court correctly assessed the degree of contributory negligence and the severity of the 74-year-old victim's injuries. The court ruled that the appellate court did not exceed its discretionary power in setting the compensation, which aligned with judicial practice for similar cases involving partial fault.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 ed. b' and 914 of the Civil Code; The court established that compensation for tort liability requires fault, causation, and that the appellate court's determination of the specific damage amount falls within its discretionary power unless it violates the principle of proportionality or exceeds common judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 592/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό. Π. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2562/2018 εν μέρει οριστική και 1085/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5380/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-4-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 5380/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθ.1,6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1β, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικώς, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π.105/2024, Α.Π. 376/2023, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, Α.Π. 309/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π.105/2024, Α.Π.536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες...και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου νόμου "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς" (παρ.1).
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες ...την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού ...τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας...υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ.2) και Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ...πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων..." (παρ.3).Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
α`, ε` και ζ' του ΚΟΚ, "οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του", και ζ) να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 του ΚΟΚ, "όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς". Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 105/2024, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 105/2024, Α.Π. 621/2023, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 105/2024, Α.Π.1092/2021, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 1250/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες ( Α.Π.105/204, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή, αντίθετα, η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 353/2022).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π. 50/2020, Α.Π. 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 353/2022, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5380/2021 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ότι το πιο κάτω αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες : "...Στις 25-10-2016 και ώρα 17.45 ο μη διάδικος Δ.
Γ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας "... SA", ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσίβλητη) και έβαινε με ελάχιστη ταχύτητα (μόλις ξεκινούσε να κινηθεί το αυτοκίνητο του) στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, στην περιοχή Ζωγράφου Αττικής, με κατεύθυνση από την οδό Χρυσίπου προς την οδό Γεωργ.
Παπανδρέου. Η οδός Ελευθερίου Βενιζέλου είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης και η οδός Γεωργ. Παπανδρέου είναι διπλής κατεύθυνσης. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ. την ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η κίνηση των οχημάτων και των πεζών και στις δύο παραπάνω οδούς ήταν αραιή, η άσφαλτος ξηρά, ο φωτισμός επαρκής και ο καιρός αίθριος.
Όταν ο παραπάνω οδηγός έφτασε στην διασταύρωση της παραπάνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Παπανδρέου σταμάτησε, διότι στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP (Ρ-2), προκειμένου να ελέγξει τα επί της οδού Γεωργ. Παπανδρέου κινούμενα οχήματα και αφού έλεγξε μόνο προς το μέρος που έρχονταν αυτά, δηλαδή από αριστερά αυτού αμέσως, και χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει έμπροσθεν αυτού κάποιο άλλο εμπόδιο, όπως άνθρωπος ή ζώο στο οδόστρωμα, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά εισερχόμενος έτσι στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου και με σκοπό να κατευθυνθεί προς την οδό Κοκκινοπούλου και προσέκρουσε πάνω στο σώμα της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας).
Η τελευταία εκείνη την ώρα βρισκόταν πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο του προς την οδό Κοκκινοπούλου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Γ. Παπανδρέου και αφού έλεγξε στην από αριστερά κίνηση των οχημάτων επί του οδοστρώματος της οδού Γ. Παπανδρέου και διαπίστωσε ότι αυτό ήταν προσωρινά ελεύθερο κατήλθε από το πεζοδρόμιο και επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, διερχόμενη ανάμεσα από τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στην άκρη του πεζοδρομίου, η δε πορεία της ήταν κάθετη προς τον άξονα της οδού από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κίνηση των οχημάτων, όταν εντελώς ξαφνικά, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει ορισμένα βήματα εντός του οδοστρώματος, δέχθηκε το ως άνω χτύπημα στο σώμα της από το οδηγούμενο εκ μέρους του παραπάνω οδηγού, Δ.
Γ. του Ν. όχημα, με αποτέλεσμα να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί, το δε ζημιογόνο όχημα δεν υπέστη υλική ζημία (βλ. σελ. 3 έκθεσης αυτοψίας). Το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του παραπάνω οδηγού, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει, επιχείρησε δεξιά στροφή, εισερχόμενος στο οδόστρωμα της οδού Γ.
Παπανδρέου, χωρίς ωστόσο, λόγω του ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στον έλεγχο της εξ αριστερών αυτής κίνησης των οχημάτων της οδού Γ. Παπανδρέου να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή ενάγουσα, μολονότι τούτο ήταν ευχερώς εφικτό αν είχε καταβάλει την απαιτούμενη προσοχή ως οδηγός, είχε τον έλεγχο του οχήματός του και είχε ρυθμίσει την ταχύτητα αυτού ώστε ανά πάσα ώρα και στιγμή να δύναται ευχερώς και αποτελεσματικά να τροχοπεδήσει, καθόσον η πεζή είχε ήδη εισέλθει στο ορατό από αυτόν πεδίο και δεν ανέμενε, όπως όφειλε, την απομάκρυνσή της από το οδόστρωμα αλλά εξαιτίας του ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση αντιλήφθηκε αυτήν καθυστερημένα με συνέπεια να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματος του στο σώμα της πεζής και να την χτυπήσει, παρά την μικρή ταχύτητά του, λόγω της στροφής που ενεργούσε και της πρότερης στάσης του εξαιτίας της ύπαρξης πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας.
Ειδικότερα, ο ως άνω οδηγός παραβίασε τις κάτωθι μεταξύ άλλων διατάξεις του ΚΟΚ : α] του άρθρου 12 σύμφωνα με τις οποίες (1) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών, β]του άρθρου 19 "Ταχύτητα και απόσταση μεταξύ οχημάτων" 1.ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2.
ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, γ] του άρθρου 39 "Συμπεριφορά των οδηγών προς τους πεζούς" 1.
Όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς. Περαιτέρω, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο ανωτέρω αμελής στην οδήγηση οδηγός κινείτο με υπερβολική ταχύτητα με συνέπεια να την χτυπήσει βίαια, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον σε μια τέτοια περίπτωση ο τραυματισμός της θα ήταν βαρύτερος και όχι ο αποδειχθείς αμέσως πιο κάτω.
Ο ισχυρισμός της εναγόμενης, που επαναφέρεται με τον 1° λόγο της έφεσής της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας στον τραυματισμό της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και να γίνει εν μέρει δεκτός ο ισχυρισμός της, που στοιχειοθετεί τον 2° λόγο της ένδικης έφεσής της περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - πεζής στην πρόκληση του τραυματισμού της [επικαλούμενη ποσοστό 95%].
Ειδικότερα, η ενάγουσα όφειλε καταρχήν να διέλθει το οδόστρωμα από διάβαση πεζών και όχι διερχόμενη από σταθμευμένα αυτοκίνητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ που θα αναφερθούν κατωτέρω, έστω και αν ήταν υπερήλικας [άνω των 70 ετών] και έστω και αν η διάβαση πεζών απείχε από το σημείο εκείνο περί τα 600 με 700 μέτρα αφού σύμφωνα με το άρθρο 38 αρ. 4 υπό α, ε και ζ του Κώδικα οδικής κυκλοφορίας [ΚΟΚ] οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται:
α)Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του και ζ) Να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα.
Εξαιτίας δε της αμέλειάς της, που συνίσταται στο ότι η ενάγουσα δεν τήρησε τις από τις παραπάνω διατάξεις του νόμου υποχρεώσεις της και επομένως δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια του μέσου συνετού πεζού και ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν στην οδό, στην οποία διέρχονταν σε αυτήν και οχήματα που διενεργούσαν αριστερό προς την πορεία της πεζής ελιγμό, όπως εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα είναι συνυπαίτια [άρθ. 300 ΑΚ] του επίδικου τραυματισμού της από την παραπάνω πρόσκρουσή της στο ζημιογόνο όχημα σε ποσοστό 30% και ο οδηγός του ως άνω ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου συνυπαίτιος και αυτός σε ποσοστό 70%.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά και δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Γ., ασφαλισμένος της εναγόμενης εταιρείας, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό, που πλήττεται με τον 2° λόγο της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, να εξαφανιστεί και να γίνει εν μέρει δεκτός ο λόγος αυτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ο 1ος λόγος έφεσης διότι δεν αποδείχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.
Κατά τον χρόνο του ένδικου συμβάντος το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι υπαίτιοι για την πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον επελθόντα κατ'αυτό τραυματισμό της ενάγουσας - πεζής , ήδη αναιρεσείουσας, είναι ο μεν οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70%, η δε τραυματισθείσα ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Ό. Π., κατά ποσοστό 30%, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση της τελευταίας και δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε τις εκκληθείσες, υπ'αριθμ. 2562/2018 εν μέρει οριστική και 1085/2020 οριστική, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην άνω ασφαλιστική εταιρεία, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Γ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και, αφού δίκασε επί της ουσίας την από 29-5-2017 αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Ν.2696/1999(ΚΟΚ), τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, επιπλέον δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ'όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων συνυπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και της πεζής που τραυματίστηκε, καθώς και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του τραυματισμού της τελευταίας και του ατυχήματος, διαλαμβάνονται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά των ανωτέρω (οδηγού και πεζής), η οποία συνίσταται 1) για μεν τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, ότι αυτός κινούμενος με ελάχιστη ταχύτητα (μόλις είχε αρχίσει η εκκίνηση του αυτοκινήτου του), στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου στην περιοχή Ζωγράφου Αττικής, με κατεύθυνση από την οδό Χρυσίπου προς την οδό Γεωργίου Παπανδρέου, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, φτάνοντας στη διασταύρωση της παραπάνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Παπανδρέου σταμάτησε, προ της υπάρχουσας στην πορεία του πινακίδος υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP (Ρ-2), προκειμένου να ελέγξει τα επί της οδού Γεωργ.
Παπανδρέου κινούμενα οχήματα και αφού έλεγξε προς το μέρος που έρχονταν αυτά, δηλαδή από αριστερά αυτού, αμέσως και χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει έμπροσθεν αυτού κάποιο άλλο εμπόδιο (άνθρωπος ή ζώο) στο οδόστρωμα, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά εισερχόμενος έτσι στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, με σκοπό να κατευθυνθεί προς την οδό Κοκκινοπούλου, πλην όμως, κατά την κίνηση του αυτή προσέκρουσε επί του σώματος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), με συνέπεια να την τραυματίσει.
Επισημαίνεται ότι η αμελής συμπεριφορά του παραπάνω οδηγού συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει επιχείρησε δεξιά στροφή, εισερχόμενος στο οδόστρωμα της οδού Γ. Παπανδρέου, χωρίς ωστόσο, λόγω του ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στον έλεγχο της εξ αριστερών αυτής κίνησης των οχημάτων της οδού Γ.
Παπανδρέου να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή ενάγουσα, μολονότι τούτο ήταν ευχερώς εφικτό αν είχε καταβάλει την απαιτούμενη προσοχή ως οδηγός, είχε τον έλεγχο του οχήματός του και είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του, ώστε ανά πάσα στιγμή να δύναται ευχερώς και αποτελεσματικά να τροχοπεδήσει, καθόσον η πεζή είχε ήδη εισέλθει στο ορατό από αυτόν πεδίο και δεν ανέμενε, όπως όφειλε, την απομάκρυνσή της από το οδόστρωμα, πλην όμως, εξαιτίας του ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση αντιλήφθηκε αυτήν καθυστερημένα με συνέπεια να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματός του επί της πεζής και να την χτυπήσει, παρά την μικρή ταχύτητά με την οποία κινείτο, λόγω της στροφής που ενεργούσε και της πρότερης στάσης του εξαιτίας της ύπαρξης πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP). 2) Ως προς την αναιρεσείουσα ότι αυτή, ευρισκόμενη πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο του προς την οδό Κοκκινοπούλου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Γ.Παπανδρέου, δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέση συνετή πεζή, ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν στην οδό, την οποία θα διέσχιζε και συγκεκριμένα διότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού Γεωργίου Παπανδρέου:
α) σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης (άρθρο 38 παρ.4 α' Κ.Ο.Κ.), διερχόμενη ανάμεσα από οχήματα σταθμευμένα στην άκρη του πεζοδρομίου έχοντας πορεία κάθετη προς τον άξονα της οδού από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κίνηση των οχημάτων, β) χωρίς να λάβει υπόψη της την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησίαζαν (άρθρο 38 παρ.4 δ' Κ.Ο.Κ.), γ) χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 38 παρ.4 ε' Κ.Ο.Κ.) και δ) χωρίς να συνεκτιμήσει τις δυνάμεις της και την ηλικία της (διήνυε το 74ο έτος).
Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ήταν να αιφνιδιάσει τον προαναφερόμενο οδηγό του Ι.Χ.Ε., με επακόλουθο την πρόσκρουση με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματός του επ' αυτής (πεζής) και τον εντεύθεν τραυματισμό της. Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της άνω παράβασης και του επελθόντος τραυματισμού της πεζής, διότι αν η τελευταία επέλεγε για τη διέλευσή της σημείο όπου υπήρχε διάβαση πεζών αντί της διέλευσής της μεταξύ σταθμευμένων αυτοκινήτων, έστω και αν ήταν υπερήλικας (άνω των 70 ετών) και η διάβαση των πεζών απείχε από το σημείο εκείνο περί τα 600 με 700 μέτρα, το ατύχημα οπωσδήποτε θα είχε αποφευχθεί. (Α.Π. 1322/2024).
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα, περί συνυπαιτιότητας αμφοτέρων, οδηγού και πεζής, χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Επομένως, οι αιτιάσεις περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, πλησίον του ένδικου συμβάντος δεν υπάρχει φωτεινός σηματοδότης για πεζούς, ούτε διαγραμμισμένη διάβαση πεζών, καθώς και ότι η πλησιέστερη διάβαση των πεζών βρίσκεται σε απόσταση περίπου 700 μέτρων από το σημείο του ένδικου ατυχήματος, είναι αβάσιμες.
Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις, περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, αυτή είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος, σε συνδυασμό και με τα σημεία του τραυματισμού της, προκύπτει ότι αυτή ουδόλως αιφνίδια και βεβιασμένα εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού Γ.Παπανδρέου, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, εκτίθεται με σαφήνεια.
Επίσης, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, περί παραβίασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την υπαγωγή στους ως άνω εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα το οποίο, ήταν αυξημένη η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, όπως αυτό συνάγεται από το ότι οι σωματικές κακώσεις, που υπέστη δεν προσιδιάζουν σε απλή επαφή του ανθρώπινου σώματος με όχημα, είναι αόριστη και, συνεπώς, απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ότι, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι πρόκειται για δίδαγμα κοινής πείρας, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση του διδάγματος, ποια η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ποια η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, που το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αιτίαση, δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά, ευθέως, στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας με τους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., περί μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι , καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 1224/2024, Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 163/2022).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8α και 19 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν παραπάνω και της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α' του Α.Κ., σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο και η δαπάνη για τη λήψη βελτιωμένης τροφής, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται, από το νόμο ή από άλλο λόγο, να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι, στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και ο σύζυγος, οι γονείς ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους ( Α.Π.1077/2023, Α.Π. 1162/2023, Α.Π. 1950/2022, Α.Π. 1492/2022).Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 914, 929, 930 Α.Κ..
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και με ανεπαρκείς αιτιολογίες α) επιδίκασε το αναφερόμενο στην πληττόμενη απόφαση χρηματικό ποσό, για την κάλυψη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας (μικρότερο του αιτουμένου) και β) απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια επιδίκασης αποζημίωσης βελτιωμένης τροφής και διενέργειας μελλοντικής ορθοπεδικής χειρουργικής επέμβασης.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα αιτούμενα κονδύλια: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν.Α. "...", όπου κατόπιν κλινικού και ακτινολογικού ελέγχου διαπιστώθηκε από τους ιατρούς που την εξέτασαν ότι είχε υποστεί αστεροειδές θλαστικό τραύμα στην δεξιά βρεγματονιακή χώρα και ΑΜΣΣ χωρίς ευαισθησία στην ψηλάφηση και αναφερόμενο άλγος στις στροφικές κινήσεις, στο αριστερό γόνατο και στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση.
Κατόπιν εξέτασης της ενάγουσας στο νευροχειρουργικό τμήμα του ως άνω νοσοκομείου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί περιτραυματική αμνησία - θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής και το ορθοπεδικό τμήμα διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί και κατάγματα κνημιαίων πλατώ άμφω, κάταγμα 012, αμφισφύριο κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής, κάταγμα έσω σφυρού δεξιά και μικρή περικαρδιακή συλλογή.
Νοσηλεύτηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο μέχρι τις 31.10.2016 όποτε και έλαβε εξιτήριο προκειμένου να διακομιστεί στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." του .... Αφού υποβλήθηκε στο ανωτέρω θεραπευτήριο σε πλήρη εργαστηριακό έλεγχο, στις 8-11-2016 υποβλήθηκε σε επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης κνημιαίων κονδύλων (έσω-έξω) αριστερού γόνατος και σε επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης έσω κνημιαίου κονδύλου δεξιού γόνατος.
Στις 28-11-2016 έλαβε εξιτήριο από το ανωτέρω θεραπευτήριο με συστάσεις για αποφόρτιση επί ένα μήνα, χρήση κηδεμόνα ΟΜΣΣ τύπου Taylor και επανεξέταση. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 28-11-2016 η ενάγουσα διακομίστηκε στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης με την επωνυμία "...", όπου διαγνώστηκε ότι έπασχε από φλεβοθρόμβωση στο γαστροκνήμιο και υποκνήμιο άμφω.
Στο ανωτέρω Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης ακολούθησε πρόγραμμα διατάσεων ποδοκνημικής και γονάτων επί κλίνης, ασκήσεις ενδυνάμωσης κάτω άκρων με ελαστικούς ιμάντες και βαράκια κάτω άκρων, χρήση cpm για αύξηση εύρους τροχιάς γονάτων άμφω, επανεκπαίδευση μεταφορών με σανίδα στο αμαξίδιο, πρόγραμμα θεραπευτικής άσκησης εργοθεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης.
Πραγματοποιήθηκε ακόμα και αναλγησία με φυσικά μέσα σε αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και ωμική ζώνη άμφω με ρεύμα (tens), υπέρηχο, μάλαξη, ενδυνάμωση άνω άκρων και θωρακικής μοίρας. Επειδή, δε, διαπιστώθηκε ατροφία μυϊκών ομάδων μηρών και κνήμης ως και περιορισμός της κινητικότητας αμφοτέρων των γονάτων, της συνεστήθη η παραμονή της στο ανωτέρω Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης με την επωνυμία "...." για έναν (1) ακόμη μήνα, με αποτέλεσμα να εξέλθει από το ανωτέρω Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης στις 18-4-2017.
Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας των κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα αλλά και για το χρονικό διάστημα της νοσηλείας της στο θεραπευτήριο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών και στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης "....", ήτοι από 31-10-2016 έως 4-6-2017 (175 ημέρες) είχε ανάγκη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας, για όλο το 24ωρο και από 5-6-2017 έως 3-12-2017 και ότι τις σχετικές υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου παρείχαν, εκ περιτροπής, στην ενάγουσα η κόρη της, Ά.
Π. και η οικογενειακή της φίλη, Σ. Β., αιτούμενη 50 ευρώ για κάθε βάρδια και δη 150 ευρώ ημερησίως και συνολικά για όλο το χρονικό διάστημα που αναφέρει το ποσό των 59.400 ευρώ. Αποδεικνύεται, όμως, ότι για το παραπάνω χρονικό διάστημα που η ενάγουσα νοσηλευόταν στο θεραπευτήριο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών και στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης "...." παρεχόταν σε αυτήν διαρκώς νοσηλευτικές υπηρεσίες από το για τον σκοπό αυτό ευρισκόμενο εκεί νοσηλευτικό προσωπικό, μάλιστα δε στο κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης "...." όπως αποδεικνύεται από το οικείο παραστατικό υπήρξε απασχόληση συνοδού, περιληφθείσα στα νοσήλια και συνεπώς δεν δικαιούται η ενάγουσα να ζητά για δεύτερη φορά το εν λόγω κονδύλιο.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της. Εξάλλου κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδό της από τα παραπάνω νοσηλευτικά ιδρύματα και για δύο [2] μήνες η ενάγουσα αποδεικνύεται ότι βρισκόταν σε μερική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης έχοντας την ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου (οικιακής βοηθού) προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές της ανάγκες, που σχετίζονται με την περιποίηση, καθαρισμό και τις σωματικές της ανάγκες, όχι, όμως, σε εικοσιτετράωρη βάση αλλά επί 5 ώρες ημερησίως που κρίνονται επαρκείς για την αντιμετώπιση των ανωτέρω αναγκών σε σχέση με την προκληθείσα σωματική βλάβη, άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, επιπλέον από αυτές που προσέφερε και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης μόνον η κόρη της, Ά.
Π. και εκτιμάται ελεύθερα με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο υπολογισμός του ύψους του σχετικού κονδυλίου χωρίς να δεσμεύει το Δικαστήριο ο υπολογισμός που κάνει η ενάγουσα, καθότι, εν προκειμένω δεν πρόκειται περί επαγγελματία εργαζομένου αλλά συγγενικού προσώπου της ενάγουσας. Επομένως αν η ενάγουσα προσλάμβανε άλλο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή των ανθρώπων πείρα, για πεντάωρη ημερήσια φροντίδα μηνιαίως το ποσό των τριακοσίων ευρώ και για δύο μήνες το συνολικό ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχρηζε τέτοιων υπηρεσιών για περισσότερο από το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και πρέπει να απορριφθεί κατά το επιπλέον αιτούμενο διάστημα το κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού σε κάθε περίπτωση δεν είναι αρκετό για την απόδειξη του ισχυρισμού της ενάγουσας και την διαμόρφωση της δικανικής κρίσης μόνη η προσκόμιση εκ μέρους της της από 18.4.2017 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού της, Π.
Ν., ορθοπεδικού, με την οποία βεβαιώνει ο ανωτέρω ότι η ενάγουσα χρήζει βοήθειας τρίτου προσώπου επί 2μηνο για 24 ώρες. Ως εκ τούτου για την ανωτέρω αιτία η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των εξακοσίων (300 ευρώ Χ 2 μήνες) ευρώ το οποίο, όμως, θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό 30% της συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση του ατυχήματος και να της επιδικαστεί το συνολικό ποσό των εκατόν ογδόντα [600 Χ 30%=180] ευρώ.
Της καταβολής του ανωτέρω ποσού δεν απαλλάσσεται η υπόχρεη προς αποζημίωση εναγόμενη κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ έστω και αν η παθούσα - ενάγουσα δεν κατέβαλε αμοιβή για τις ανωτέρω υπηρεσίες αφού ο υπαίτιος του τραυματισμού δεν επιτρέπεται να ωφεληθεί και να μην καταβάλει τελικώς στον παθόντα ως αποζημίωση το ποσό στο οποίο αποτιμώνται οι υπηρεσίες τρίτων που του παρασχέθηκαν μεν δωρεάν, δε θα είχε αναγκαστεί, όμως, να τις χρησιμοποιήσει, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος (...).
Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες αμοιβές που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, καταβάλλονται, για ανάλογες υπηρεσίες, σε οικιακές βοηθούς και με δεδομένο ότι το κονδύλιο αυτό δε ζητείται προς αποζημίωση της συνολικής βοήθειας αλλά της υπερβαίνουσας της εκ της συγγενικής σχέσης επιβαλλόμενης, που ήδη παρείχε η ανωτέρω στην ενάγουσα προ του ατυχήματος, στα πλαίσια πάντοτε, της μεταξύ τους σχέσης.
Η εκκαλουμένη που έκρινε διαφορετικά και επιδίκασε στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα νοσηλείας της ήτοι για 175 ημέρες για πλασματική παροχή υπηρεσιών νοσοκόμας για 8 ώρες ημερησίως το ποσό των 50 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των 8.750 ευρώ και για το διάστημα της κατ' οίκον νοσηλείας της και για 2 μήνες το ποσό των 800 ευρώ [400 ευρώ Χ 2 μήνες] χωρίς μάλιστα να αφαιρέσει από το ποσό αυτό το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση του τραυματισμού της ενόψει του ότι το κονδύλιο αυτό συνδέεται άμεσα με τον 2° λόγο της έφεσης της εναγόμενης που αφορά την συνυπαιτιότητα της ενάγουσας και ο οποίος έγινε κατά τα παραπάνω εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και ο 4ος λόγος της έφεσης της εναγόμενης και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο 1ος λόγος της έφεσης της ενάγουσας που ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω ενάγουσα είχε ανάγκη λήψης βελτιωμένης διατροφής λόγω του ως άνω τραυματισμού της, πέραν των συνήθων διατροφικών αναγκών. Άλλωστε η διατροφή του σύγχρονου ανθρώπου εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση τα απαραίτητα για τη σωματική υγεία και ευεξία της διατροφικά του στοιχεία, η οποία σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνει γαλακτοκομικά, κρέας, ψάρι και φρούτα.
Συνεπώς μόνη η από 18.4.2017 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού της Π. Ν., με την οποία βεβαιώνει ότι η ενάγουσα χρήζει βελτιωμένης διατροφής δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της ότι δαπάνησε περισσότερα από τα συνηθισμένα για την διατροφή της. Επομένως, το αντίστοιχο αίτημα περί αποζημίωσης για την δαπάνη λήψης βελτιωμένης διατροφής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αιτούμενο κονδύλιο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο 2ος λόγος έφεσης της ενάγουσας...". Επίσης το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: " ... Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα επικαλείται την από 12.5.2017 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού της, Σ.
Κ., ο οποίος κατόπιν εξέτασής της διαπίστωσε ότι πρέπει να υποβληθεί η ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση στο μέλλον, ένεκα του ένδικου τραυματισμού της στο αριστερό γόνατο. Συγκεκριμένα, στην ως άνω ιατρική του γνωμάτευση ο ιατρός αναφέρει επί λέξει: " ...Η ασθενής με επισκέφτηκε στο ιατρείο μου και κατά τη φυσική εξέταση διαπιστώθηκε ανοικτό- τραύμα με δυσμορφία στο έσω τμήμα του αριστερού γόνατος.
Συνεστήθη χειρουργική επέμβαση για καθαρισμό του τραύματος και σύγκλειση με τοποθέτηση μοσχεύματος... Το δε κόστος για την ανωτέρω χειρουργική επέμβαση θα ανέλθει στο κατωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενο ποσό: Κόστος νοσοκομειακής περίθαλψης στο Ιατρικό Κέντρο 1.500,00 ευρώ, αμοιβή ιατρού χειρουργού 3.000,00 ευρώ, αμοιβή αναισθησιολόγου 450,00 ευρώ, αμοιβή βοηθών χειρουργών 300,00 ευρώ.
Σύνολο 5.250,00 ευρώ. Σύμφωνα δε, με την ίδια ιατρική γνωμάτευση στο μέλλον και μετά την πραγματοποίηση των ορθοπεδικών επεμβάσεων θα κριθεί αν θα χρειαστεί αισθητική και λειτουργική αποκατάσταση του γόνατος στο δέρμα και τους μαλακούς ιστούς (...) το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο ήταν ορισμένο αφού περιελάμβανε όλα όσα ο νόμος απαιτεί για το ορισμένο αυτού.
Επομένως ορθά κρίθηκε ορισμένο και από τις συνεκκαλούμενες υπ' αριθμ. 2562/2018 και 1085/2020 αποφάσεις και πρέπει τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγόμενη να απορριφθούν. Περαιτέρω, όμως, δεν προσκομίζεται από την ενάγουσα που επανέφερε με δική της πρωτοβουλία κατά το μέρος αυτό την αγωγή της με την παραπάνω κλήση αναλυτική βεβαίωση του ασφαλιστικού της φορέα για το αν δικαιούται να εισπράξει κάποιο ποσό και ποιο ακριβώς ένεκα της μελλοντικής αυτής δαπάνης που αφορά τον επίδικο τραυματισμό της.
Αντίθετα η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει το Φ.Ε.Κ. 3054/18-01-2012 και την υπ' αριθ. Υ4α/ΟΙΚ. 18051/2012 με τίτλο Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ "Κλειστά Ενοποιημένα Νοσήλια και Ημερήσιο Νοσήλιο του ΕΣΥ" και ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω ασφαλιστικός οργανισμός αποζημιώνει το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας σε ιδιωτικές κλινικές με χρήση KEN και οι ασφαλισμένοι επιβαρύνονται με συμμετοχή 50% (πλην των ασφαλισμένων του ΟΓΑ, οι οποίοι επιβαρύνονται με ποσοστό 30%), για τις επεμβάσεις στο μηριαίο οστό με συνυπάρχουσες παθήσεις ή επιπλοκές ο ΕΟΠΥΥ αποζημιώνει με χρήση του KEN Μ61Μ, κόστους 2.200,00 ευρώ και ως εκ τούτου το ποσό που δικαιούται να λάβει από τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα για τη συγκεκριμένη επέμβαση ανέρχεται σε 1.540,00 ευρώ (2.200,00 ευρώ - (30%) 660,00 ευρώ) και ότι ορθά αν έκρινε η εκκαλουμένη έπρεπε να της είχε επιδικαστεί το ποσό των 3.710,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος της μελλοντικής αυτής επέμβασης (5.250,00 ευρώ), αφαιρουμένου του ποσού που δικαιούται να λάβει από τον ασφαλιστικό της φορέα (1.540,00 ευρώ).
Όμως οι ως άνω ισχυρισμοί της ενάγουσας, που συνθέτουν τον 3° λόγο της ένδικης έφεσής της είναι αβάσιμοι στην ουσία τους και πρέπει να απορριφθούν καθώς και ο λόγος αυτός, διότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό της βάρος να προσκομίσει ενώπιον του δικαστηρίου κατά την επαναφορά της αγωγής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από 6.2.2019 [αρ.
κατ. 14838/2019] κλήση της την αναλυτική βεβαίωση των αρμόδιων υπηρεσιών του ασφαλιστικού της φορέα σχετικά με το αν δικαιούται αυτή να εισπράξει κάποιο ποσό ένεκα της επικαλούμενης από αυτήν μελλοντικής χειρουργικής δαπάνης, εξαιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, όπως ρητά και με σαφήνεια είχε προσδιορίσει η συνεκκαλουμένη με αριθμό 2562/2018 απόφαση, που ανέβαλε για τον λόγο αυτό την έκδοση της οριστικής του απόφασης για το κονδύλιο αυτό.
Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι τα παραπάνω έγγραφα που προσκομίστηκαν από την ενάγουσα και από την με αρ. πρωτ. ... "Βεβαίωση για μελλοντική χειρουργική επέμβαση", που προσκομίζεται και που δεν είναι αυτή που από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζητήθηκε, αφού δεν αφορά την επίδικη περίπτωση χειρουργικής επέμβασης για καθαρισμό ανοικτού τραύματος με δυσμορφία στο έσω τμήμα του αριστερού γόνατος και σύγκλειση με τοποθέτηση μοσχεύματος αλλά άλλη και συγκεκριμένα επέμβαση αφαίρεσης εσωτερικής οστεοσύνθεσης και επέμβαση αρθροπλαστικής του αριστερού γόνατος και μάλιστα προγενέστερης του επίδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι η ανωτέρω βεβαίωση που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τον ΕΟΠΥΥ δόθηκε σε απάντηση του με αρ.
πρωτ. ΕΟΠΥΥ ... αιτήματος της ενάγουσας, ενώ το επίδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα σύμφωνα με την αγωγή στις 25.10.2016. Κατόπιν των ανωτέρω το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο αφού δεν αποδείχθηκε το ύψος της παροχής του ασφαλιστικού φορέα της ενάγουσας για την ενεργητική της νομιμοποίηση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την υπ' αριθμ. 1085/2020 συνεκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια και απέρριψε το κονδύλιο αυτό ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 3ος λόγος της έφεσης της ενάγουσας...". Το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, όσον αφορά τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, εκ των οποίων δέχθηκε ως νόμιμο και ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο, το κονδύλιο κάλυψης υπηρεσιών απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας, ενώ απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο το κονδύλιο λήψης βελτιωμένης διατροφής, καθώς και το κονδύλιο διενέργειας μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929, 930 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις άνω αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας, πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που ορθά εφαρμόσθηκαν, ενώ το Εφετείο διέλαβε, όσον αφορά τις εν λόγω αξιώσεις, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή και την απόρριψη αντιστοίχως των άνω κονδυλίων, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.
Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα με τους ανωτέρω δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, ανεξάρτητα αν η αναιρεσείουσα παραπονείται για δήθεν μη απάντηση σε ισχυρισμούς της ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και, ως εκ τούτου, οι άνω λόγοι αναίρεσης, που αφορούν την κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή συνιστούν προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης, κατ'άρθρο 561 του Κ.Πολ.Δ.
και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (Α.Π. 1950/2022, Α.Π.1492/2022, Α.Π.1439/2022).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ` όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 44/2024, Α.Π. 980/2023, Α.Π. 254/2023, Α.Π. 1330/2023, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 44/2024, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ` όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 44/2024, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε όσον αφορά το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης τα εξής: "... Στην ένδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι λόγω των πολλαπλών καταγμάτων και θλαστικών τραυμάτων της η ενάγουσα νοσηλεύτηκε για έξι ημέρες στο Γ.Ν.Α. "...", ενώ από τις 31.10.2016 έως και τις 28.11.2016 νοσηλεύθηκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών όπου και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση και από 28.11.2016 έως και 18.4.2017 νοσηλεύτηκε στο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης ....
Από τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε ο τραυματισμός της ενάγουσας στη σωματική και ψυχική υγεία της, υπέστη αυτή ηθική βλάβη και, επομένως, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αλλά και του βαθμού συνυπαιτιότητας της ίδιας της ενάγουσας, της νοσηλείας της, της βαρύτητας του τραυματισμού της και της ηλικίας της [74 ετών], της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής της, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψιν αυτή της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, να επιδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των έξι χιλιάδων [6.000] ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων [15.000] ευρώ έσφαλε και πρέπει ο σχετικός ένατος λόγος της έφεσης της εναγόμενης να γίνει εν μέρει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο 4ος λόγος της έφεσης της ενάγουσας...".
Το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δηλαδή με το να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης της αναιρεσείουσας στο πιο πάνω ποσό των 6.000 ευρώ, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τεθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως το βαθμό συνυπαιτιότητάς της και το είδος και την έκταση του τραυματισμού της, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο πέμπτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 11-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5176/572/1-7-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5380/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ