Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a property boundary dispute. The appellants argued that the lower court ignored specific documents and failed to properly evaluate evidence concerning land area discrepancies. The court rejected this claim, stating that the lower court correctly assessed all evidence, including contradictory public records, without needing to re-evaluate the facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298, 299, 330, 932 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not for re-evaluating factual evidence or re-examining the substance of the case when the lower court has properly assessed the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 592/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Μ. του Ο., 3) Π. Β. του Σ., συζύγου Ν. Μ., 4) Π. Μ.Ι. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αναστασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Α. Τ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φέστα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1198/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4460/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4460/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως είναι η ψευδής καταμήνυση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 229 ΠΚ, καθώς και όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 899/2011, ΑΠ 72/2004, ΑΠ 93/2004, ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Έτσι ο θιγόμενος είτε είναι φυσικό είτε νομικό πρόσωπο μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, ή από την προσβολή της προσωπικότητάς του, κατ' άρθρο 59 ΑΚ. Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.
Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως προβλέπεται για την περίπτωση της απλής ή συκοφαντικής δυσφήμησης. Συγκεκριμένα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτούνται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και γ) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνωρίζει ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχομένη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο.
Επίσης, για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής, δεν είναι, κατ' ανάγκη, απαραίτητο, και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής του ως άνω εγκλήματος, δοθέντος ότι παράνομη, κατά το αστικό δίκαιο, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης(ΑΠ 706/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ιδίου Κώδικα πράξεων, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (ΑΠ 718/2017, 1027/2015, 1577/2013, 179/2011, 356/2010),αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά, για την ενότητα της έννομης τάξης, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 179/2011, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1030/2009).Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων και εκδηλώσεων, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Υπό περιστάσεις δε, υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε σχέση με εκδηλώσεις, που τείνουν σε αποτροπή πιθανού κινδύνου για τη ζωή και την περιουσία ανθρώπων από πρόσωπο που έχει εξειδικευμένες γνώσεις επί του θέματος. Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367, και παραμένει η ευθύνη, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Από τα ως άνω προκύπτει, ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη - προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) αυτού, με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της τιμής και της υπόληψης του φυσικού προσώπου ή της εμπορικής πίστης, της επαγγελματικής υπόληψης και του εμπορικού μέλλοντος του νομικού προσώπου (ΑΠ 882/2013), ενώ η συνδρομή εκδηλώσεων και περιστάσεων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ παρέχει βάση αντένστασης προβαλλόμενη από τον παθόντα κατά της παραπάνω ένστασης του δράστη (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2032/2014).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναίρεσης, καθώς και εκείνο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται ο αναιρετικός έλεγχος των αποφάσεων του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος(ΑΠ 899/2011, όπ.παραπ.).
Αντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4460/ 2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πρώτη ενάγουσα(και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) είναι τεχνική εταιρεία που συστήθηκε με το από 15-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, έχουσα ως καταστατικό της σκοπό την αγορά ακινήτων, την ανέγερση οικοδομών, είτε επί ιδίων οικοπέδων, είτε δια αντιπαροχής, την εν γένει εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και παντός είδους συναφών τεχνικών έργων και επικερδή μεταπώληση και εν γένει εμπορία τους.
Δυνάμει του από 20-07-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ορίσθηκε ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρείας ο δεύτερος ενάγων (και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων), ο οποίος φέρει την ιδιότητα του αρχιτέκτονα, ενώ ετερόρρυθμα μέλη αυτής ορίσθηκαν η τρίτη και η τέταρτη των εναγόντων (και ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες), οι οποίες φέρουν την ιδιότητα του αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού, αντιστοίχως.
Η πρώτη ενάγουσα ασκούσε επιχειρηματική της δραστηριότητα στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή Εξαρχείων-Νεάπολης-Λυκαβηττού. Η ως άνω εταιρεία λύθηκε με το από 21.12.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως ετερόρρυθμης εταιρείας... και τέθηκε σε εκκαθάριση, διενεργούμενη από τον δεύτερο ενάγοντα-εκκαλούντα που έχει οριστεί εκκαθαριστής...
και εκπροσωπεί δικαστικά την ως άνω τεθείσα σε εκκαθάριση εταιρεία... Με το υπ' αριθμ. .../04-08-2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Χατζή, η πρώτη ενάγουσα, απέκτησε την κυριότητα επί ενός οικοπέδου έκτασης, 165,43 τ.μ που βρίσκεται στην περιοχή της Νεάπολης Εξαρχείων του Δήμου Αθηναίων, στη συμβολή των οδών ...
αριθ. 10 και ..., προκειμένου να ανεγείρει επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή και ακολούθως, να μεταπωλήσει, με σκοπό το κέρδος, τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα κατασκεύαζε. Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στην πωλήτρια, Α. Α., δυνάμει της με αριθμό .../2009 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μάγκλαρη, έκτασης, κατά τον ως άνω τίτλο, 140,40 τ.μ.
Η πωλήτρια του ως άνω ακινήτου την ίδια ημέρα κατά την οποία προέβη στην πώληση του ακινήτου προς την πρώτη ενάγουσα, προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθμ. .../04-08-2009 διορθωτικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Χατζή, ως προς την έκταση του μεταβιβαζομένου ακινήτου από την αναγραφόμενη σ' αυτήν έκταση των 140,40 τ.μ σε 165,43 τ.μ , όπως αυτό εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Π.
Β.. Η πρώτη ενάγουσα είχε υποβάλει, προς την αρμόδια πολεοδομία Αθηνών από το μήνα Ιούλιο του έτους 2009, την υπ' αριθμ. .../16-07-2009 αίτηση της για την έκδοση οικοδομικής άδειας, ήδη προ της συντάξεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Στο νοτιοανατολικό όριο του παραπάνω οικοπέδου, τούτο συνόρευε με ακίνητο συνιδιοκτησίας του αρχικώς εναγόμενου, Α.
Τ., εντός του οποίου βρισκόταν παλαιά οικία, κτισμένη στο κοινό όριο. Ο αρχικώς εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα επί του οικοπέδου από κληρονομιά, την οποία αποδέχθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βασιλικής Λιακοπούλου-Παπαγιάννη και ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στα τέκνα του, Ν.
και Β. Τ. (δεύτερο και τρίτη των ήδη αναιρεσιβλήτων), κατά ποσοστό 50% και 25% εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας το δικαίωμα της επικαρπίας(καθώς και το 25% της εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας). Στα τέλη του έτους 2009, ο δεύτερος ενάγων ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον αρχικό εναγόμενο, Α.
Τ., προκειμένου να συνενωθούν τα παραπάνω όμορα οικόπεδα και να λάβει χώρα επ' αυτών η κατασκευή ενιαίας πολυκατοικίας οι οποίες εν τέλει απέβησαν άκαρπες. Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων ο δεύτερος ενάγων υπέβαλε το μήνα Ιανουάριο του έτους 2010 έγγραφη πρόταση συνένωσης των δύο οικοπέδων, με αντάλλαγμα την λήψη ενός διαμερίσματος, έκτασης 105 τ.μ., στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, επί της οδού ...
και μίας θέσης στάθμευσης ή δύο διαμερισμάτων, ίδιων τ.μ., στον πρώτο και δεύτερο όροφο, επί της οδού ... και μία θέση στάθμευσης. Η παραπάνω έγγραφη πρόταση, περιελάμβανε αναλυτικά στοιχεία της επιτρεπόμενης δόμησης του οικοπέδου του εναγομένου, δηλαδή την επιτρεπόμενη δόμηση ανά όροφο, λαμβανομένου υπόψη ως βάση υπολογισμού το εμβαδόν του οικοπέδου του εναγομένου που σύμφωνα με τις μετρήσεις των εναγόντων ήταν 96,82 τ.μ.
Ο αρχικός εναγόμενος, επικαλούμενος ότι το οικόπεδο του είχε έκταση 120 τ.μ., είχε υψηλότερες απαιτήσεις, ως προς το αντάλλαγμα που θα ελάμβανε για τη συνένωση και την από κοινού ανοικοδόμηση των οικοπέδων και γι' αυτό, δεν επιτεύχθηκε η συμφωνία. Ο αρχικός εναγόμενος Α. Τ., υπέβαλε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων την από 12-03-2010 αίτηση του...
με την οποία ζήτησε την αναστολή της έκδοσης της δομικής άδειας, που είχε αιτηθεί η πρώτη ενάγουσα, ισχυριζόμενος ότι το υποβληθέν τοπογραφικό (που είχε συνταχθεί από την τρίτη ενάγουσα), δεν ήταν ακριβές, ως προς την επιφάνεια του ομόρου, με το δικό του, ακινήτου της πρώτης ενάγουσας του οποίου η αληθής έκταση είναι 140,40 τ.μ και όχι 165,43 τ.μ ...Ο υπ' αριθμό .../16.7.2009 φάκελος οικοδομικής αδείας την έκδοση της οποίας ζητούσε η πρώτη ενάγουσα ύστερα από αυτεπάγγελτη επισήμανση του υπαλλήλου, Ν.
Π., με ημερομηνία 08-03-2010 περί διαφοράς εμβαδού 25 τ.μ στο συμβόλαιο αγοράς προ παρέκκλισης και την με αριθμό .../15-03-2010 έγγραφη αίτηση του Α. Τ., διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμό .../23.03.2010 έγγραφο... στο Τμήμα Τακτοποιήσεων-Απαλλοτριώσεων της πολεοδομίας. Ειδικότερα στο ως άνω υπηρεσιακό σημείωμα αναφέρεται ότι διαβιβάζεται ο εν λόγω φάκελος στο αρμόδιο τμήμα ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις οικοδομησιμότητας, με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, ώστε να του χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια.
Ζητήθηκε δε να γνωστοποιηθεί υπηρεσιακά, κατόπιν ελέγχου, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις αρτιότητας, ώστε να χορηγηθεί άδεια με τη σημείωση να ελεγχθεί ο φάκελος, ως προς τους τίτλους ιδιοκτησίας, όσον αφορά τη διαφορά του εμβαδού ανάμεσα στους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας και την απεικόνιση του ακινήτου στο συνημμένο στην άδεια τοπογραφικό διάγραμμα και ως προς την όμορη ιδιοκτησία του αρχικού εναγομένου...
Ο δεύτερος ενάγων απηύθυνε νέα πρόταση προς τον Α. Τ. και, συγκεκριμένα, με το από 18-05-2010 έγγραφο του, πρότεινε σ' αυτόν την εκ μέρους του αγορά του ακινήτου του Α. Τ., αντί τιμήματος 220.00 ευρώ, με λήξη προθεσμίας αποδοχής της πρότασης, το τέλος Μαΐου 2010. Ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή. Στη συνέχεια ο αρχικός εναγόμενος, υπέβαλε στην πολεοδομία την υπ' αριθμ.
πρωτ. 14686/27-05-2010 νέα αίτηση του. Σε αυτήν εξέθετε ότι η έκταση του οικοπέδου της πρώτης ενάγουσας, σύμφωνα με παλαιότερους και χρονικά αναγόμενους, από το έτος 1881 έως την 25-06-2009, συμβολαιογραφικούς τίτλους, που ο ίδιος προσκόμισε, ήταν 140,40 τ. μ. και όχι 165,43 τ.μ , όπως εμφανίζονταν για πρώτη φορά στην... διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας και το με αριθμό ......
συμβόλαιο αγοραπωλησίας αυτού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Χατζή. Στην ίδια ως άνω αίτηση του, ο Α. Τ. ισχυρίσθηκε ότι με τη σύνταξη αυτών των συμβολαιογραφικών πράξεων, με τις οποίες αυξάνονταν το πρώτον το εμβαδόν του οικοπέδου κατά 25,03 τ.μ , η προαναφερόμενη Α. Α. είχε σκοπό να προσπορίσει στον Ν.
Μ. μεγάλο οικονομικό όφελος, διότι η αυθαίρετη και αναληθής, κατ' ουσία, εμφανιζόμενη αύξηση κατά 25 τ.μ προσπόρισε όπως επί λέξει αναφέρεται ¨σε όγκο και επομένως σε χρήμα περισσότερα από 300.000 ευρώ(Σ.Δ 3 επί 25 Μ2=75 Μ2 συν ημιυπαίθριοι επί 20% επί το λιγότερα 300.000 ευρώ το τ.μ )και αφετέρου θα επιφέρει υπέρμετρη βλάβη της ιδιοκτησίας του και του ίδιου προσωπικά.
Ζήτησε δε, επικαλούμενος ψευδή τοπογραφική απεικόνιση των όμορων οικοπέδων, την αναστολή έκδοσης της οικοδομικής αδείας και τον επανακαθορισμό των ορίων με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας, που ο αιτών προσκόμισε. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../04-06-2010 έγγραφο του τμήματος απαλλοτριώσεων της πολεοδομίας Αθηνών, ζητήθηκε απ' αυτόν να προσκομίσει αποδεικτικά των ισχυρισμών του στοιχεία και ειδικότερα τους τίτλους ιδιοκτησίας του εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών καθώς και κάθε άλλο αποδεικτικό των ισχυρισμών του και να δηλώσει αν διεκδικεί τμήμα του ακινήτου των εναγόντων.
Ο Α. Τ., επανερχόμενος στο ίδιο αίτημα, με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../11-06-2010 αίτησή του, προσκόμισε και το με αριθμό .../1.6.1879 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παν. Πέρδικα, ήτοι τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας του οικοπέδου της πρώτης ενάγουσας, ισχυρίστηκε δε, ότι η πρώτη ενάγουσα εταιρεία και τα πρόσωπα που τη συναπαρτίζουν, παρουσιάζουν απολύτως ανακριβή και αναληθή απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης.
Ζήτησε δε, επικαλούμενος ψευδή τοπογραφική απεικόνιση του οικοπέδου των αιτούντων, την αναστολή έκδοσης της οικοδομικής αδείας και τον επανακαθορισμό των ορίων με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας, που ο αιτών προσκόμισε. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 123655/17-06-2010 έγγραφο του τμήματος απαλλοτριώσεων της πολεοδομίας, ζητήθηκε η προσκόμιση, εντός δέκα ημερών, τοπογραφικού διαγράμματος αποτύπωσης των όμορων ιδιοκτησιών, των υπαρχόντων κτισμάτων και των μαντρότοιχων, όμως ο Α.
Τ. δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό το αίτημα. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../01-07-2010 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων Διεύθυνση σχεδίου πόλεως, τμήμα πολεοδομικών εφαρμογών που συντάχθηκε σε απάντηση της με αριθμό 130688/26-06-2010 αίτησης του δεύτερου ενάγοντος, η διεύθυνση σχεδίου πόλεως του Δήμου Αθηναίων, αποφάνθηκε ότι από τη σύγκριση του διαγράμματος της κτηματογράφησης έτους 1936 της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Συγκοινωνίας με το από 20.6.2010 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Β.
στο οποίο δεν αποτυπώνονται οι υπάρχουσες κατασκευές(μαντρότοιχος κλπ.) διαπιστώνεται διαφορά στις διαστάσεις του οικοπέδου της πρώτης ενάγουσας, γεγονός που ενδεχομένως δείχνει ότι στο εμφανιζόμενο σήμερα εμβαδόν(αυξημένο σε σχέση με τους παλαιότερους τίτλους), περιλαμβάνεται και τμήμα της οδού ..., το οποίο καταργείται λόγω ρυμοτομίας και θα πρέπει να προσκυρωθεί.
Για τον λόγο τούτο, η παραπάνω υπηρεσία αρνήθηκε να χορηγήσει βεβαίωση σχετικά με τη μη αξίωση δικαιωμάτων κυριότητας, εκ μέρους του Δήμου, για την ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας. Στη συνέχεια έλαβε χώρα παρεμπίπτων διοικητικός έλεγχος από την πολεοδομία, ως προς το ιδιοκτησιακό ζήτημα(των όμορων ιδιωτικών ακινήτων)...
Σύμφωνα με τα εκδοθέντα συμπεράσματα του ελέγχου αυτού το οικόπεδο επί της οδού ... δημιουργήθηκε το έτος 1879 βάσει συμβολαίου με αρ. .../1979 και το έτος 1881 βάσει του συμβολαίου με αριθμό 11704/1881 του συμβολαιογράφου, Παν. Πέρδικα εμφανίζεται κτίσμα και υλοποιείται το όριο με την υπόλοιπη έκταση. Το οικόπεδο επί της οδού ... 9 δημιουργήθηκε το έτος 1917...
εν επαφή και εν συνεχεία με το προηγούμενο οικόπεδο επί της ... 10. Από το έτος 1921 στα συμβόλαια ιδιοκτησίας Τ. με αριθ. .../1923, .../1923, .../1924, περιγράφεται κτισμένη κατοικία η οποία ήταν σε επαφή με το κοινό όριο. Το οικόπεδο περιγράφεται με πρόσωπο 8,25μ επί της οδού ... και έκταση 157,08 τετρ. τεκτ. Πήχεις (δηλ. 88,35 τ.μ.) Το έτος 1934 το οικόπεδο εμφανίζεται από 88,35 τ.μ.
σε 120 τ.μ. ενώ στο τοπογραφικό διάγραμμα δεν παρουσιάζονται τα κτίσματα που περιγράφονται στο ίδιο το συμβόλαιο και οι μεσοτοιχίες παρουσιάζονται σαν κοινό όριο και ότι ανήκουν εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία αυτή. Το αποτέλεσμα είναι ότι σαν όρια του οικοπέδου εμφανίζονται οι ως άνω μεσοτοιχίες, ενώ παρουσιάζονται οι διαστάσεις του οικοπέδου μεγαλύτερες από τις πραγματικές.
Η οικοδομή που βρίσκεται στο οικόπεδο επί της οδού ... 9 βάσει του συμβολαίου με αριθμό .../1965 του συμβολαιογράφου Ιωάννη Σκλήρη προϋπάρχει και στην αποτύπωση από τη μηχανικό κ. Β., όπου φαίνεται η διάσταση του οικοπέδου 8,56 μ. , συμπεριλαμβανομένου ολοκλήρου του μεταξύ τους μεσότοιχου. Τα όρια των δύο ακινήτων είναι υλοποιημένα με μεσότοιχους και λιθοδομές.
Αμφισβητήσεις ορίων σχετικά με τα δύο ακίνητα για το κοινό τους όριο δεν έχουν εγερθεί μέχρι σήμερα, εκτός από τις καταγγελίες του κου Τ. και για τις οποίες δεν προσκομίστηκαν τα στοιχεία που ζητήθηκαν. Κατόπιν των ανωτέρω κρίθηκε ότι η Πολεοδομική Υπηρεσία δύναται να χορηγήσει τη ζητηθείσα με αρ. πρωτ. .../2009 οικοδομική άδεια.
Το εν λόγω πόρισμα βασίσθηκε στην διαπίστωση, κατόπιν ελέγχου, ότι τα όρια μεταξύ των ομόρων, ακινήτου(πρώτης ενάγουσας και Α. Τ.), ήταν παλαιόθεν υλοποιημένα με μεσότοιχους και λιθοδομές, ενώ, αναφορικά με τούτα δεν είχαν εγερθεί αμφισβητήσεις.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το με αριθμό πρωτ. .../26.11.2010... υπηρεσιακό σημείωμα του τοπογραφικού τμήματος της Πολεοδομίας απευθυνόμενο προς το τμήμα απαλλοτριώσεων σύμφωνα με το οποίο ανακλήθηκε το με αριθμό πρωτ. .../2010 έγγραφο και ζητήθηκε η επιστροφή του οικείου φακέλου και ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. .../29-11-2010 οικοδομικής άδειας, για ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο όνομα της πρώτης ενάγουσας.
Σύμφωνα μάλιστα με το από το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 τοπογραφικό διάγραμμα συνταχθέν από τους τοπογράφους μηχανικούς Δ. Γ. και Ε. Λ., η πραγματική έκταση του οικοπέδου του αρχικού εναγομένου ήταν 96,00 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται και στο από Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονα Μηχανικού Π. Β. που έχει συνταχθεί με επιμέλεια των εναγόντων.
Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο αρχικός εναγόμενος Α. Τ. υπέβαλε τις παραπάνω αιτήσεις του προς την πολεοδομία Αθηνών, αγνοώντας ανυπαιτίως την αναλήθεια τους, περί ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης της έκτασης των 165,43 τ.μ του ακινήτου της πρώτης ενάγουσας, έχοντας εδραιωμένη την πεποίθηση ότι η έκταση του ακινήτου της πρώτης ενάγουσας εμφανίζεται αδικαιολόγητα αυξημένη (κατά 25 τ.μ.).
Την ως άνω πεποίθηση του ο Α. Τ. έδραζε σε δημόσια έγγραφα και δη σε συμβολαιογραφικούς τίτλους, που εμφάνιζαν, την μεν, ιδιοκτησία του, ως έχουσα εμβαδόν 129 τ.μ., τη δε, όμορη ιδιοκτησία(πρώην Α.), ως έχουσα εμβαδόν 140,40 τ.μ. Ειδικότερα... Αποδείχθηκε δε ότι η αληθής έκταση του οικοπέδου του αρχικού εναγομένου ήταν διάφορη των ανωτέρω τίτλων ήτοι 96,00 τ.μ , σύμφωνα με το συνταχθέν το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 τοπογραφικό διάγραμμα από τους τοπογράφους μηχανικούς Δ.
Γ. και Ε. Λ.. Δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικός εναγόμενος γνώριζε ή ότι υπαιτίως αγνοούσε ως και εκ της ιδιότητάς του ως δικηγόρου την αληθή έκταση του ακινήτου της πρώτης ενάγουσας και συνακόλουθα ότι το αναφερόμενο στις ως άνω αιτήσεις από Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα ήταν ακριβές ως προς την έκταση του ακινήτου, εκ του γεγονότος ότι τα όρια των δυο ακινήτων ήταν υλοποιημένα παλαιόθεν με μεσότοιχους και λιθοδομές, καθόσον σε όλους τους προαναφερόμενους συμβολαιογραφικούς τίτλους που συντάχθηκαν, ενόσω υπήρχαν υλοποιημένα όρια, το οικόπεδο της πρώτης ενάγουσας περιγράφεται ως έχον εμβαδόν 140,40 τ.μ.
και δεν είχε μεσολαβήσει νεότερη καταμέτρηση και τοπογραφική απεικόνιση που να αναιρεί τους ως άνω τίτλους, πλην του ως άνω τοπογραφικού που συντάχθηκε με επιμέλεια των αντιδίκων του... Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικός εναγόμενος γνώριζε ή ότι υπαιτίως αγνοούσε ως και εκ της ιδιότητας του ως δικηγόρου ότι η αληθής έκταση του ακινήτου του δεν ήταν 120,0 τ.μ , λόγω του ότι στους προγενέστερους του έτους 1934 τίτλους ιδιοκτησίας το ακίνητο του περιγράφεται ως έχον έκταση περίπου 88,35 τ.μ. , καθόσον οι ως άνω τίτλοι δεν στηρίζονταν στην απεικόνιση του ακινήτου του σε τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ οι μεταγενέστεροι τίτλοι στηρίχθηκαν στο συνταχθέν το έτος 1934 τοπογραφικό διάγραμμα.
Εξάλλου, ο αρχικός εναγόμενος δεν είχε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις για να διαπιστώσει ότι το συνταχθέν το έτος 1934 τοπογραφικό διάγραμμα δεν ήταν ακριβές λόγω του ότι δεν παρουσιάζονται τα κτίσματα που περιγράφονται στο ίδιο συμβόλαιο και οι μεσοτοιχίες παρουσιάζονται σαν κοινό όριο και ότι ανήκουν εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία του εναγομένου, με αποτέλεσμα σαν όρια του οικοπέδου να εμφανίζονται οι ως άνω μεσοτοιχίες και συνεπώς να παρουσιάζονται οι διαστάσεις του οικοπέδου μεγαλύτερες από τις πραγματικές, ήτοι 120,00 τ.μ και όχι 96,00 τ.μ , όπως διαπιστώθηκε από τη μελέτη του ως άνω τοπογραφικού στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου από τους αρμόδιους μηχανικούς της αρμόδιας πολεοδομίας.
Σε κάθε περίπτωση η σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για το οικόπεδο του αρχικού εναγομένου, αποδείκνυε το αληθές εμβαδόν του δικού του οικοπέδου και όχι της πρώτης ενάγουσας... Με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί που ο τελευταίος διέλαβε στις προαναφερόμενες αιτήσεις του προς την πολεοδομία, περί του ότι συντρέχει περίπτωση ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης του οικοπέδου της πρώτης ενάγουσας, έγιναν εκ μέρους του με πίστη και πεποίθηση περί της αλήθειας τους και όχι με γνώση περί του (ότι) ήταν ψευδείς, δεν ενέχουν δόλια προαίρεση και επομένως, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε οποιασδήποτε άλλης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.
Να σημειωθεί ότι με την από 24-05-2013 έγκληση της πρώτης ενάγουσας, ζητήθηκε η ποινική δίωξη του Α. Τ., μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Η έγκληση, ωστόσο, αυτή τέθηκε στο αρχείο, με την υπ' αριθμ.
ΕΓ55-13/578/33Δ/14 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η προσφυγή κατά της απορριπτικής διατάξεως απορρίφθηκε, επίσης, με την υπ' αριθμ. 350/2014 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η προσφυγή του αρχικού εναγομένου στην αρμόδια πολεοδομική αρχή, με σκοπό την έρευνα των αναφορών του, αποσκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του δικαιώματος του, χωρίς να έχει σκοπό δυσφημήσεως των εναγόντων.
Από τον τρόπο όμως της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός του αρχικού εναγομένου, κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας των εναγόντων, αλλά αυτός ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των έννομων και οικονομικών συμφερόντων του, απευθυνόμενος στην αρμόδια αρχή και αιτούμενος προστασία, η δε ενέργεια του αυτή, παρίσταται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίστασης εύλογη και αναγκαία για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του...
Οι αναφερόμενες ως άνω αιτήσεις, με τον τρόπο και το ύφος που συντάχθηκαν, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας των δικαιωμάτων του, καθόσον ήταν αναγκαίο να αναφερθούν τα παραπάνω περιστατικά, για την στήριξη των ισχυρισμών του, δεδομένου ότι τίποτε άλλο πέραν της ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης και του προσποριζόμενου με τον τρόπο αυτό οφέλους αναφέρθηκε σε βάρος της προσωπικότητας των εναγόντων και ότι ο σκοπός υποβολής αυτών ήταν να γίνει σχετική υπηρεσιακή διερεύνηση και να αξιολογηθούν τα περιστατικά.
Όσον αφορά στην αναφορά του στοιχείου της βλάβης της ιδιοκτησίας του αρχικού εναγομένου και αυτού προσωπικά στη δεύτερη κατά σειρά υποβολής αίτησης αυτή κρίνεται γενικόλογη και αόριστη και δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη βλάβη.
Συνεπώς, η διάδοση των παραπάνω ισχυρισμών (περί ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης του ακινήτου) εκ μέρους του Α. Τ., που έγιναν με πλήρη πεποίθηση περί της αλήθειας τους, δεν αποτελούν άδικη πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ. γ' ΠΚ, αιρομένου του παράνομου της συμπεριφοράς του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση, που κατ' άρθρο 367 παρ.1 εδ. γ ΠΚ πρόβαλαν παραδεκτά οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφέρουν στην παρούσα δίκη. Από τον τρόπο εκδήλωσης, και από τις περιστάσεις κάτω(από) τις οποίες τελέστηκε η πράξη, δεν αποδείχθηκε ειδικός σκοπός εξύβρισης στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής τους, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας τους ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω αναφορές ήταν το αναγκαίο μέσο για εκπλήρωση νόμιμου καθήκοντος του αρχικού εναγομένου και ότι ο τελευταίος, γνώριζε την αναγκαιότητα του τρόπου αυτού και δεν τη χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή των εναγόντων...
Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τα κονδύλια της αποκατάστασης της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης ως προς την πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα... Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε επί της ουσίας το ίδιο, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εκκαλούντων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι της υπό κρίση έφεσης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας περί αποκατάστασης της υλικής ζημίας της, καθώς και χρηματικής της ικανοποίησης, συνεπεία της προσβολής της εμπορικής της φήμης, που ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου, και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, απέρριψε μεν αυτήν(έφεση)κατ' ουσίαν ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της πρώτης ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2198/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την εν λόγω διάδικο, και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, κατά το αντίστοιχο προσβληθέν μέρος της, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ως προς την εν λόγω πρώτη των αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914,932,57,59 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 229 παρ.1, 361,362,363,367 παρ.1 και 2 ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την έλλειψη υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού δικαιοπαρόχου τους, με την οποία φέρεται ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα, δεχόμενο ότι η διάδοση των ισχυρισμών περί ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης του ακινήτου των αναιρεσειόντων εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Α.
Τ., που περιλαμβάνονταν στην προσφυγή του τελευταίου προς την αρμόδια πολεοδομική αρχή, με την οποία ζητούσε την αναστολή έκδοσης της οικοδομικής αδείας και τον επανακαθορισμό των ορίων των ομόρων ακινήτων, με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας που εκείνος (προσφεύγων)είχε προσκομίσει, έγιναν με πλήρη πεποίθηση περί της αληθείας τους, καθώς και διότι αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι επίδικες αναφορές ήταν το μόνο αναγκαίο μέσο για την εκπλήρωση νομίμου καθήκοντος του αρχικού εναγομένου και ότι ο τελευταίος γνώριζε την αναγκαιότητα του τρόπου αυτού και δεν τη χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή των αναιρεσειόντων, ενώ από τον τρόπο εκδήλωσης, και από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη, δεν αποδείχθηκε, επίσης, ειδικός σκοπός εξύβρισης στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, δηλαδή πρόθεση που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής των τελευταίων, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας τους ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η συμπεριφορά αυτή του προσφεύγοντος δεν στοιχειοθετεί άδικη πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ, αιρομένου του παράνομου χαρακτήρα αυτής, δεχόμενο, τελικά, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη τη σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προβάλει παραδεκτώς με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επανέφεραν στο Εφετείο, δικαιολογεί την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, ενώ τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου της διάταξης του άρθρου 367 παρ.2 περ.β' του ΠΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914,932,57, 59 του ΑΚ και εκείνων των άρθρων 229 παρ.1, 361,362,363, 367 παρ.1 και 2 ΠΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, τα όσα αντίθετα, επίσης, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά την περιλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δόλιας προαίρεσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων να υποβάλει στις αρμόδιες αρχές αναφορές με ψευδείς ισχυρισμούς, με σκοπό την απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση των αναιρεσειόντων, άλλως με ειδικό σκοπό προσβολής της τιμής και της αξιοπρέπειας των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων και προσβολής της επαγγελματικής φήμης της πρώτης αναιρεσείουσας, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, ως και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν την αναλήθεια των ισχυρισμών του αρχικού δικαιοπαρόχου τους, που είχαν περιληφθεί στις επίμαχες αναφορές του σε βάρος εκείνων, ως και στο ότι ο τελευταίος δεν ενήργησε με σκοπό να προσβάλει την τιμή και την υπόληψή τους, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της και με αυτόν πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες ως εκκαλούντες, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσής τους, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς τους, προς αντίκρουση της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους ένστασης του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ, την οποία και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και ειδικότερα επί λέξει τους εξής ισχυρισμούς τους ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όταν προέβαινε στις αιτήσεις-καταγγελίες του στην Πολεοδομία, ήτοι ότι "i)Η αντιπαροχή που λαμβάνει ο κάθε οικοπεδούχος υπολογίζεται και συμφωνείται με βάση το εμβαδόν του δικού του οικοπέδου, ήτοι αυτό που προσφέρει και όχι με βάση την αναλογία του στο κοινό οικόπεδο, ήτοι αυτό που θα δημιουργηθεί.
Απόδειξη μάλιστα προς τούτο στη συγκεκριμένη υπόθεση αποτελούσαν: α)Η έγγραφη προσφορά μας προς τον Α. Τ. του Ιανουαρίου του 2010, όπου αναφέρεται, στο δικό του οικόπεδο και γίνεται αποκλειστικά με βάση το εμβαδόν του και τους ισχύοντες στην περιοχή συντελεστές και όρους δόμησης. β) Η από 30-3-2010 έγγραφη απάντηση επί της αντιπαροχής, απευθυνόμενη προς την πρώτη εξ ημών, όπου ο Α.
Τ. αντιπροτείνει αντιπαροχή με βάση αποκλειστικά στην επιφάνεια του οικοπέδου τους(των 120 τμ. όπως ισχυριζόταν αναληθώς ότι ήταν)και τους όρους δόμησης επ' αυτής και ουχί βέβαια με βάση το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του στο ενιαίο οικόπεδο που θα δημιουργούταν. Τον ισχυρισμό μας όμως αυτό, ουδόλως έλαβε υπόψη του, ούτε σχολιάζει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην συνέχεια... και στον υπό στοιχεία ii ισχυρισμό μας, ως τμήμα του τετάρτου λόγου αυτής αναφερθήκαμε στο σφάλμα της Πρωτοβαθμίου αποφάσεως και συγκεκριμένα ότι αυτή παρέλειψε να λάβει υπόψη της την από 18-5-2010 απαντητική επιστολή μας στην από 30-3-2010 αντιπροσφορά του Α. Τ. στην οποία του επισημάναμε επί λέξει..., με τον καταλυτικό αναφερόμενο εκεί ισχυρισμό ¨Επομένως όταν ο Α.
Τ. προέβαινε στις επόμενες καταγγελίες του, δεν υπήρχε θέμα αντιπαροχής και ούτε και αγοράς του οικοπέδου τους μετά την 30-5-2010, όπως εσφαλμένα αναφέρει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο¨...ii) Επιπλέον... στον τέταρτο λόγο της εφέσεώς μας προβάλλαμε τον ισχυρισμό ¨Τέλος πέρα από αόριστη και ανεπαρκής, παντελώς εσφαλμένη τυγχάνει η άποψη-θέση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η αύξηση της επιφάνειας του οικοπέδου της πρώτης εξ ημών κατά 25 τμ σήμανε αντιστοίχως υποβάθμιση του όμορου οικοπέδου, αφού κατ' αρχήν ο αριθμός των ορόφων όσον και το ύψος της οικοδομής δεν μεταβάλλονται με την αύξηση των τετραγωνικών μέτρων του κτίσματος...
επιπλέον δε όσο πιο μεγάλο είναι το οικόπεδο τόσο πιο μεγάλος είναι ο ακάλυπτος χώρος που υποχρεούται να αφήσει... και μάλιστα προς το όριο με το γειτονικό οικόπεδο, οπότε αυτό... θα είχε όφελος παρά βλάβη¨... Επιπλέον ουδεμία αναφορά γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον ισχυρισμό μας, αποτελούντα τμήμα του τέταρτου λόγου της εφέσεώς μας... , που αναφέρεται στην από 23-1-2012 εξώδικη επιστολή του Α.
Τ...., στην οποία μεταξύ άλλων, επανέρχεται μόνος του στο θέμα αξιοποίησης του οικοπέδου τους με αντιπαροχή... Τέλος ουδεμία αναφορά κάνει το Εφετείο Αθηνών στον ισχυρισμό που προβάλαμε με τον πέμπτο της εφέσεώς μας λόγο, που αφορούσε το σφάλμα της Πρωτοβαθμίου αποφάσεως, στο σημείο που για να δικαιολογήσει την έλλειψη δόλου στις ψευδείς καταγγελίες του Α.
Τ., αναφέρει ...¨Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο Α. Τ. υπέβαλε τις παραπάνω αιτήσεις του προς την Πολεοδομία Αθηνών, έχοντας εδραιωμένη την πεποίθηση ότι η έκταση του ακινήτου της ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας εμφανίζεται αδικαιολόγητα αυξημένη(κατά 25 τμ) και ότι η τοιαύτη αύξηση έχει επέλθει, αφενός μεν εξαιτίας της απομείωσης της δικής του ιδιοκτησίας...
αφετέρου δε εξ αιτίας...". Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα των ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων, προς επίρρωση των σχετικών ισχυρισμών τους προς αντίκρουση της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους ένστασης του άρθρου 367 παρ.1 περ.γ' ΠΚ, ενώ και ως προς το σκέλος του, κατά το οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ότι ουδόλως αξιολόγησε την από 18-5-2010 απαντητική επιστολή των αναιρεσειόντων στην από 30-3-2010 αντιπροσφορά το Α.
Τ., καθώς και τη από 23-1-2012 εξώδικη επιστολή του Α. Τ. που απευθυνόταν προς την πρώτη αναιρεσείουσα, ομοίως τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και τούτο διότι τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με τον παραπάνω λόγο, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός, και εκ του λόγου τούτου τυγχάνει απαράδεκτος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της:
α) τις από 10-2-2014 ένορκες εξετάσεις μαρτύρων, που δόθηκαν ενώπιον του 17ου Πταισματοδίκη Αθηνών, των υπαλλήλων της Πολεοδομίας στο Τμήμα Εκδόσεως Αδειών του Δήμου Αθηναίων, αρχιτεκτόνων μηχανικών, Χ. Κ. Α. και Ό. Κ. Π., β)την από 11-4-2011 Εξώδικη Πρόσκληση Διαμαρτυρία και Δήλωση του Α. Τ., απευθυνόμενη προς την πρώτη αναιρεσείουσα, γ)την από Φεβρουαρίου 2013 Τεχνική Έκθεση Φωτοερμηνευτικής Έρευνας και Πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ.
Ψ. και την από Νοεμβρίου 2018 Τεχνική Έκθεση-Φωτοερμηνεία του αγρονόμου και τοπογράφου μηχανικού Α. Ηλιοδρομίτη, δ)την από 23-1-2012 εξώδικη Απάντηση και Δήλωση του Α. Τ. απευθυνόμενη προς την πρώτη αναιρεσείουσα και ε)το από Ιανουαρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Α., ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από αυτά προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού τους ισχυρισμού του περί γνώσης του Α.
Τ. για το αμετάβλητο των ορίων μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων, την πραγματική επιφάνεια του οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς τη γνώση αυτών και την αναλήθεια των καταγγελιών του δικαιοπαρόχου τους του έτους 2010 στην Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων, καθώς και τη διάπραξη από τον τελευταίο σε βάρος τους των περιγραφόμενων στην αγωγή τους αδικημάτων.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού(12η σελίδα) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν μετά νόμιμης επίκλησης οι διάδικοι "προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...
χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι ναι μεν ο αρχικός εναγόμενος Α. Τ. υπέβαλε αναληθείς αιτήσεις προς την Πολεοδομία Αθηνών, ωστόσο, αγνοούσε ανυπαιτίως την αναλήθειά τους, περί ψευδούς τοπογραφικής απεικόνισης της έκτασης των 165,43 τ.μ.
του όμορου ακινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, έχοντας εδραιωμένη την πεποίθηση ότι η έκταση του ακινήτου της εμφανίζεται αδικαιολόγητα αυξημένη, κατά 25 τ.μ., την ως άνω δε πεποίθησή του αυτός έδραζε σε έτερα, πλην των ανωτέρω αναφερόμενων εγγράφων και αποδεικτικών μέσων, και δη σε δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι ειδικότερα αναφερόμενοι (βλ. 20ή σελίδα προσβαλλομένης) συμβολαιογραφικοί τίτλοι, με τα συνοδεύοντα αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα των αναφερομένων μηχανικών, που εμφάνιζαν, την μεν ιδιοκτησία του, ως έχουσα εμβαδόν 120 τ.μ., τη δε όμορη ιδιοκτησία των αντιδίκων του αναιρεσειόντων(πρώην
Α.), ως έχουσα εμβαδόν 140,40 τ.μ., προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα και προανακριτικές ένορκες εξετάσεις μαρτύρων, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στους οικείους λόγους της ένδικης έφεσης ισχυρισμών των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία ή να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και φερομένων ως αγνοηθέντων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ενιαίως, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.12.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4460/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ