Legislator Case Law & Legislation
592/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling based on adverse possession and historical title rules.

Case Number 592/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that confirmed the plaintiff's ownership of land in Evvia. The State argued that the land was public property acquired through military occupation, but the court found it was agricultural land acquired via adverse possession. The court rejected the appeal because the lower court correctly applied the law regarding title acquisition and the specific historical context of the area.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1, 577 § 3, 559, 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on established facts and correct legal interpretation regarding the acquisition of private property rights.

Keywords

AI generated
adverse possession land ownership civil appeal public property historical title Evvia region code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 73/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 592 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 592/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Β. και Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτρη Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 407/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 Με την από 22-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 212/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, κατά της 407/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 14-6- 2017 αγωγή (άρθρου 6 παρ.2 ν.2664/1998) του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, Κ.Πολ.Δ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή(άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).

2.Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6- 1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.

Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 73/2018). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας (ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877).

Περαιτέρω, όσον αφορά τα ακίνητα που ευρίσκοντο είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους.

Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια, αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (βλ.

ΑΠ 1190/2015).. Τέλος, από τις διατάξεις του προϊσχύοντος β.ρ. δικαίου ν.8 § 1 Κωδ. (7.39), ν.9 § 7 (Βασ. 50.14), τη διάταξη του άρθρου 62 ΕισΝΑΚ, τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4.1926 "περί διοικητικής αποβολής κλπ." και τα δ/γματα που εξεδόθησαν προς εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912, προκύπτει ότι επί των δημοσίων κτημάτων οι ιδιώτες μπορούν ν' αποκτήσουν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ασκήσουν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τη νομή επί 30ετία, συμπληρούμενη το αργότερο μέχρι τις 12.9.1915.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας 347 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...

του Δήμου … και έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ …/0/0. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βορειοδυτικά με πλευρά μήκους μέτρων 37,52 με ιδιοκτησία Ν. Σ., νότια με πλευρά μήκους μέτρων 20,54 με ιδιοκτησία Μ. Γ., ανατολικά με πλευρά μήκους μέτρων 40,90 με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων και βορειοανατολικά μήκους μέτρων 1,05 με τον παραπάνω αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων, ενώ με το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος συνορεύει περιμετρικά με δρόμο και με τις ιδιοκτησίες με Κ.Α.Ε.Κ.

… και … . Στο ακίνητο αυτό έχει ανεγερθεί παλαιά ισόγεια οικία επιφάνειας 75 τ.μ., καθώς και μία (1) αποθήκη επιφάνειας 41.80 τ.μ., ενώ υφίσταται πηγάδι με αντλιοστάσιο. Στο συγκεκριμένο ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας με τους περιγραφόμενους στην κύρια παρέμβασή του τρόπους.

Ειδικότερα, σχετικά με τα ευρισκόμενα στη νήσο Εύβοια κτήματα, αυτά δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος, με δικαίωμα πολέμου, αφού η νήσος Εύβοια δεν κατακτήθηκε με όπλα αλλά παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, με βάση το από 03-02-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου (αριθ. 2 εδ. Γ αυτού) και την από 27.6/9-7-1852 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και έπρεπε να παραδοθεί μέχρι την 30η Δεκεμβρίου του έτους 1832, αφού προηγηθεί της ενσωμάτωσης της η καταβολή αποζημιώσεων, παραδόθηκε τελικά την 25η Μαρτίου του έτους 1833 από τον εκπρόσωπο της Οθωμανικής Επιτροπής Χ.

Ι. Μ. στο διορισμένο προς τούτο από το Ελληνικό Κράτος βασιλικό επίτροπο Ι. Ρ. Ν. (Α.Π. 309/2012, Εφ.Αθ. 86/2009, Εφ. Αθ. 213/2008, Εφ. Αθ. 7455/2003 αδημοσίευτες στο Νομικό Τύπο, Γ.Π. Νάκου: Νομικό Καθεστώς των τέως δημοσίων Οθωμανικών Γαιών, σελ. 89, Ελ. Ηλία Παπαθανασόπουλου: Ανέκδοτα έγγραφα περί Τουρκικών Κτημάτων και της προσαρτήσεως της Εύβοιας (Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών, σελ. 311 επομ.).

Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι κατά τους ανωτέρω χρόνους, στους οποίους αναφέρεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο το ακίνητο αυτό εγκαταλείφθηκε από τους τούρκους ιδιοκτήτες του κατά την αποχώρησή τους από τη νήσο Εύβοια και ότι κατ' αυτό τον τρόπο κατέστη αδέσποτο και ανήκει στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν.

της 21.6/10.7-1837 ούτε και αποτελούσε ανέκαθεν λειβάδιο ή βοσκότοπο, ώστε να ανήκει σε αυτό, σύμφωνα ε το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833. Άλλωστε, και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο εντελώς αόριστα αποδίδει σε αυτό το χαρακτηρισμό ως εγκαταλελειμμένο, διαφορετικά αδέσποτο, διαφορετικά λειβάδιο, διαφορετικά βοσκότοπος χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητά του λόγω του χαρακτηρισμού του ως εγκαταλελειμμένο, διαφορετικά αδέσποτο, διαφορετικό λειβάδιο, διαφορετικά βοσκότοπος.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, δεδομένου ότι ακόμη και η υπ' αριθμόν πρωτ. …/….11.2015 ένορκη βεβαίωση της Προϊσταμένης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδος αναφέρει ότι η εν λόγω ιδιοκτησία δεν είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα, με συνέπεια να τυγχάνει ως απορριπτέος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι αποκλείεται η θεμελίωση ίδιου δικαιώματος κυριότητος από ιδιώτη, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος- εφεσίβλητου, καθώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (739,9 παρ.1 Βας. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Παν. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες κατά το άρθρο 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα τυγχάνουν εφαρμογής για τον προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού κώδικα χρόνο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 21 του Νόμου της 21.6/3-7-1837 "Περί Διακρίσεως Δημοσίων Κτημάτων", τις διατάξεις αφενός μεν του Ν.

Δ/τος ΔΖΗ/ 1912 και των Δια/των "Περί Δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση το Νόμο αυτό και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.05.1926 "Περί Διοικητικής Αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύθηκε η χρησικτησία τρίτων προσώπων σε αυτά (Α.Π. 309/2012 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ").

Για το λόγο αυτό στη συγκεκριμένη γεωγραφική- εδαφική περιοχή λάμβαναν χώρα πράξεις σύστασης, μετάθεσης κ.λ.π. εμπραγμάτων δικαιωμάτων κυριότητας σε αυτά τα κτήματα μεταξύ των ιδιωτών. Πλέον συγκεκριμένα, οι Ε. Γ. του Α. (παππούς από την πατρική γραμμή του ενάγοντος- εφεσίβλητου, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό της συζύγου του Ζ.

θυγ. Κ. Τ., ως αντιπρόσωπος αυτής, (γιαγιά του ενάγοντος- εφεσίβλητου) προέβη στην αγορά ενός (1) αγρού έκτασης περίπου ενός (1) περίπου στρέμματος, που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου …, συνορευόμενου τούτου γύρωθεν με δρόμο, με ιδιοκτησία Α. Σ. από δύο μέρη και με ιδιοκτησία Ι. Λ., υπέρ του οποίου είχε συσταθεί δουλεία άρδευσης από φρέαρ (=πηγάδι) όμορου ακινήτου ανήκοντος στον Ι.

Σ. Λ.. Πλέον συγκεκριμένα, με βάση το υπ' υπ' αριθμόν …/…-01-1952 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γεωργίου Φωτόπουλου ο παππούς και η γιαγιά του ενάγοντος - εφεσίβλητου αγόρασαν τον εν λόγω αγρό, καθιστάμενοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι οι παππούδες τους ενάγοντος- εφεσίβλητου Π.

Γ. του Β. επιχειρούσαν σε αυτό πράξεις τόσο υλικές όσο και νομικές, που προσιδιάζουν σε κύριο- ιδιοκτήτη ακινήτου, όπως ανέγερση με δικές τους δαπάνες ισογείου κτίσματος, επιφάνειας 75 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιούσαν για την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών τους, για χρονικό διάστημα τριάντα οκτώ (38) περίπου ετών, ανέγερση αποθήκης, επιφάνειας 41,80 τ.μ. (βλ.

σχετ. την από 22-Σεπτμεβρίου 2016 ένορκη κατάθεση της εξαδέλφης του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, η οποία τυγχάνει αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. …/…-02-2012 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. του Β. και …/…-02-2012 ένορκη βεβαίωση του Κ. Τ. του Ν. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βασιλικού Εύβοιας Χαραλαμπίας συζ.

Παναγιώτη ΠΑΠΑΦΡΑΓΚΑ- ΣΑΛΟ ΓΙΑΝΝΟΥ, οι οποίοι κάνουν λόγο για παλαιά οικία σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1970), κατασκευή αντλιοστασίου σε πηγάδι, αποθήκευση καρπών και εργαλείων στην αποθήκη, και μεταβίβαση με σύσταση άτυπης δωρεάς υπέρ του ενάγοντος εγγονού τους Π. Γ. του Β. περί το έτος 1990, ο οποίος ομοίως επιδόθηκε σε πράξεις τόσο υλικές όσο και νομικές, που προσιδιάζουν σε ιδιοκτήτη- κύριο του επίδικου ακινήτου.

Ειδικότερα, ο ενάγων ασκούσε συνεχή εποπτεία σε αυτό, το επισκεπτόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, προέβαινε σε καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, τα οποία ποτίζει με νερό, που αρδεύει από το πηγάδι, αποθηκεύει εργαλεία και καρπούς τόσο στην παλαιά οικία όσο και στην αποθήκη, ενώ από το έτος 2013 έχει παραχωρήσει τη χρήση αυτού στην αδελφή του πατέρα του και θεία του Μ.

Γ., προκειμένου η τελευταία να καλλιεργεί αυτό και να φυλάσσει τα ανήκοντα σε αυτήν ζώα. Τις πράξεις αυτές ασκεί συστηματικά με διάνοια κυρίου, εξακολουθητικά για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών τουλάχιστον, έτσι ώστε να θεωρείται αυτός κύριος, νομέας και κάτοχος από τρίτους.

Συνεπώς, αυτός έχει θεμελιώσει ίδιον δικαίωμα κυριότητας στο συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, το οποίο σε μεταγενέστερο χρόνο έχει δηλώσει ως ανήκον σε αυτόν στη δήλωση υπό στοιχεία Ε-9 εντύπου προς τη Φορολογική Αρχή, καταβάλλοντας μάλιστα τον αναλογούντα Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (Ε.Ν.Φ.Ι.Α.), (βλ. σχετ. τα από 17.10.2018 πιστοποιητικά ΕΝ.ΦΙ.Α των ετών 2014-2015-2016-2017, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 1045 του Αστικού Κώδικα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στις ίδιες παραδοχές, εκτίμησε τις αποδείξεις, που προσήχθησαν ενώπιον του, κατά τον προσήκοντα τρόπο, και ερμήνευσε το Νόμο, ορθά, παρά τις περί αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος Ελληνικού δημοσίου, διαλαμβάνοντας τις αναγκαίες, ειδικές και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες στην εκκαλούμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί, ως αβάσιμη".

3.Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και απέρριψε τους ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 Κωδ. 7,30, ν.11.

Κωδ. 7, 32 παρ. 12 και εκείνες του άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, του άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", διότι, "κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς την αναγκαία διαδικασία των προβλεφθέντων τότε με τα ανωτέρω β.δ.

Μικτών Επιτροπών, με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιωτών που παρέμειναν στην Εύβοια, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η Εύβοια δεν περιήλθε ποτέ στο Ελληνικό Δημόσιο, υπονοώντας προφανώς ότι όλες οι ιδιοκτησίες της Εύβοιας, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες εκτάσεις, ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, οι οποίοι στη συνέχεια τις επώλησαν, ενώ, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις όφειλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κάνει δεκτό, αφενός ότι νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κανείς μόνο μετά από αναγνώριση από την Μικτή Επιτροπή με απόφαση αυτής μεταγεγραμμένη, ο οποίος (νόμιμος τίτλος) και μόνον, εν όψει του υφισταμένου νομικού πλαισίου θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και ότι, αντιθέτως, άλλοι τίτλοι κτήσεως δεν συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νόμιμους τίτλους, εν όψει και της μη αναγνωρίσεώς τους από τα νόμιμα όργανα και κατά τη διαδικασία τη διαγραφόμενη στις ως άνω διατάξεις και, αφετέρου ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν διέθεταν τέτοιο νόμιμο τίτλο".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους που επικαλέστηκε και ότι το ακίνητο αυτό ήταν δημόσιο κτήμα και δεκτικό χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915, ενώ κατά τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά το ένδικο ακίνητο δεν ήταν δημόσιο κτήμα, αλλά αγροτεμάχιο, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης από το αναιρεσείον δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και απόκτησης κυριότητας σε αυτό από τον αναιρεσίβλητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και, συνεπώς ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ