Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling procedural defects and lack of substantive grounds do not justify reversal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the eviction order, ruling that procedural irregularities regarding the third intervenor did not justify a retrial. The court found the appellant's arguments regarding the absence of the third party and the failure to address subsidiary legal bases were inadmissible under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 74, 80, 81, 558, 73, 559, 176, 183, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a third-party intervenor is inadmissible unless they actively participated in the original trial, and failure to address subsidiary legal bases does not constitute grounds for appeal if the main claim was rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 592/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Ν., συζύγου Δ. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σομού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 3) Δικηγορικού Συλλόγου …. κατοικοεδρεύοντος στην …, νομίμως εκπροσωπουμένου. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Γκιούρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι δεύτερη και τρίτος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4-3-2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1831/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθ. ….42Γ/21.9.2018 και …32/20-9-2018 του δικαστικού επιμελητή Έδεσσας Γ. Τ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της από 13.10.2017 αιτήσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 26ης Νοεμβρίου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αιτούσας, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ. Σ. και τον προσθέτως παρεμβάντα Δκηγορικό Σύλλογο …., οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80, 81 παρ. 3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.
Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Δικηγορικού Συλλόγου …., ο οποίος είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την πρωτόδικη δίκη και στο Εφετείο χωρίς να αναλάβει το δικαστικό αγώνα, οι δε λόγοι της αναιρέσεως δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 παρ. 1 και 5 ΕισΝΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου και συμβολαιογράφου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. (Ήδη με τα άρθρα 160 και 161 νέου κώδικα Δικηγόρων -ν. 4194/2913- οι σχετικές αξιώσεις κατά δικηγόρων παραγράφονται μετά τρία (3) έτη από την πράξη, ενέργεια ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.) Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".
Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου και συμβολαιογράφου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων και των συμβολαιογράφων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954, 1 και 2 ν. 4194/2013, 1 παρ. 1 ν. 2830/2000 ), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.
Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε.
Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με τον χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος, ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος. Εξάλλου, η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη προς αποζημίωση του δικηγόρου.
Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής ευθύνης κατά τις περί εντολής διατάξεις (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες" (ΟλΑΠ 18/1999, ΟλΑΠ 20/2000, ΑΠ 1911/2013).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο επικύρωσε, απορρίπτοντας τον αντίθετο λόγο εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ένδικη αγωγή αποζημιώσεως λόγω κακοδικίας (στρεφόμενη κατά δικηγόρου και συμβολαιογράφου για πράξεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους), απορρίφθηκε ως απαράδεκτη γιατί, ενώ είχε χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, είχε ασκηθεί μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 73 παρ. 1 και 5 ΕισΝΚΠολΔ εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας
α) κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος εφάρμοσε τις αντικείμενες στην εν λόγω συνταγματική επιταγή διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1, 3, 5 ΕισΝΚΠολΔ,
β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κατ' εφαρμογή της αντισυνταγματικής διατάξεως του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ. Σύμφωνα όμως με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση (συνδυαστικά από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο παραβίασε -δια τη μη εφαρμογής τους- τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 περί εντολής, 297, 298 και 330 ΑΚ περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και 914, 919 ΑΚ περί αδικοπρακτικής ευθύνης, στις οποίες είχε θεμελιώσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής της. Σύμφωνα όμως με τις ίδιες σκέψεις, και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του και απαράδεκτος κατά το δεύτερο, δεδομένου ότι η αγωγή κακοδικίας αποτελεί το μοναδικό βοήθημα του εντολέα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου, και δεν είναι δυνατή η αυτοτελής θεμελίωση αξίωσης αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής ευθύνης κατά τις περί εντολής διατάξεις (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914). Επομένως, η παράλειψη απάντησης στις ανωτέρω μη νόμιμες επικουρικές βάσεις δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για πράγματα μη ουσιώδη (Ολομ ΑΠ 14/2004).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη λόγω παρόδου τη αποσβεστικής προθεσμίας μέσα στην οποία έπρεπε να ασκηθεί (Ολομ ΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη τόσο για την κύρια, όσο και τις ως άνω επικουρικές βάσεις της.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, κατά τις άνω (κύρια και επικουρικές) βάσεις της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2017 αίτηση της Χ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1831/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16 Ιανουαρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ