Legislator Case Law & Legislation
592/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial lease rent adjustment, ruling no error in facts or law.

Case Number 592/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a commercial lease rent adjustment. The appellant argued the lower court erred by ruling on the demolition of a structure without a specific request and by considering facts not raised in the original lawsuit. The court rejected these claims, stating that the lower court's reference to the structure's non-demolition was not a new issue but a clarification of the lease terms, and that the evidence considered did not constitute 'things' under the law of appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The court's consideration of facts or evidence not explicitly raised in the original complaint does not constitute an appealable error if those matters were already implicitly covered by the dispute's scope or if the court merely clarified existing issues without altering the substantive outcome.

Keywords

AI generated
commercial lease rent adjustment appealable error standard consideration of unraised facts clarification of lease terms demolition of structure Code of Civil Procedure substantive outcome unchanged

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Articles 7 §§ 1-3 of Presidential Decree 34/1995
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 9/1997
Supreme Court 1530/2008
Supreme Court 559/2008
Supreme Court 1455/2009
Supreme Court 94/2008
Supreme Court 250/2014
Supreme Court 1418/2013
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 1150/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 592 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 592/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Βάππα.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαρίτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-9-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 517/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4618/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονταi στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (Ολ.ΑΠ 9/1997).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 (§§ 1 έως και 3) του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μισθώσεως από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση.

Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή δεν έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή αυτή σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Τέλος με την παρ. 4 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα". Εξ άλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου, δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, σε κάθε οφειλή διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 9/1997).

Ο εκμισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω ΠΔ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος, να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 9/1997).

Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, ήτοι του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστεως, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστεως υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αυξήσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με τη μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη δικαστική αύξηση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση, που επέρχεται ζημία στο μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.

Στη συνέχεια, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή, όσο και η απόφαση, είναι διαπλαστικές. Αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.

Μετά από αυτή, το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσης συμβατικής σχέσεως και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (Ολ.ΑΠ 3/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4618/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 21-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγομένη - ενάγουσα εκμίσθωσε στον ενάγοντα - εναγόμενο ένα οικόπεδο εκτάσεως 622,90 τ.μ.

που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα συνεργείου αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών, επισκευής των μηχανικών μερών αυτών και γενικής εμπορίας αυτών, για χρονικό διάστημα 9 ετών, από 1-7- 2005 έως 30-6-2014, έναντι αρχικού μηνιαίου μισθώματος 1.400 €, προκαταβλητέου το πρώτο τριήμερο κάθε μήνα και αναπροσαρμοζομένου μετά την πρώτη τριετία, ετησίως, κατά το ποσοστό του επίσημου δείκτη πληθωρισμού πλέον δύο μονάδων, υπολογιζομένου επί του αμέσως προηγούμενου καταβαλλομένου μισθώματος.

Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν σε 1.920 €, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου (3,6%). Ο ενάγων έχοντας σχετικό από τον όρο 7 του μισθωτηρίου δικαίωμα, ανήγειρε, δυνάμει της υπ' αρ. ...2005 άδεια οικοδομής της πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής Αττικής, με δαπάνες του, ένα κτίριο, ισόγειο κατάστημα επιφανείας 150 τ.μ.

με πατάρι, επιφανείας 25,56 τ.μ., αποτελούμενο από ένα ενιαίο χώρο και W.C. Το κτίσμα έχει ύψος 5,98 μ. και ο εκ μπετόν αρμέ φέρων οργανισμός του συνέχεται σταθερά με το έδαφος, μη δυνάμενος να αφαιρεθεί μετά το πέρας της μίσθωσης. Εντός του μισθίου έχουν τοποθετηθεί βιομηχανικά δάπεδα, τάφροι επιθεώρησης και επισκευής αυτοκινήτων και έχει εγκατασταθεί ο μηχανολογικός εξοπλισμός της επιχείρησης.

Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης άρχισε να παρατηρείται οικονομική ύφεση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν οι μειώσεις μισθών στους δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, η αύξηση της φορολογίας και της ανεργίας, οι οποίες επηρέασαν όλους τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα τη μείωση της καταναλωτικής κίνησης στα καταστήματα εμπορίας και επισκευής ελαστικών αυτοκινήτων, καθώς και συνεργείων αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο.

Η αγοραστική δύναμη του Έλληνα έχει μειωθεί, με αποτέλεσμα να μειωθεί και ο τζίρος των επιχειρήσεων. Ενδεικτικά για το επίδικο κατάστημα ο ενάγων προσκόμισε τα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών Ε3, για τα έτη 2010, 2011 και 2012 που κατέθεσε στη ..., καθώς και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις εσόδων - εξόδων για το έτος 2012 και το πρώτο εξάμηνο του έτους 2013.

Η εκκαλουμένη απόφαση μείωσε το μίσθωμα από 1.920 € στο χρηματικό ποσό των 1.100 ευρώ, κατ' εφαρμογή του άρθρ. 288 ΑΚ. Η Επιτροπή Διακανονισμού του άρθρ. 15 ν. 4013/2011 στην οποία προσέφυγε ο εφεσίβλητος εκτιμά ότι για το διάστημα 19/6/2013 έως 19/6/2015 πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 1.334,36 € μηνιαίως. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι η εκκαλουμένη παρέβλεψε την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά του εφεσιβλήτου που καθυστερούσε την εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος, προκαλώντας σ' αυτή οικονομική δυσχέρεια και εσφαλμένα πρόταξε την έρευνα κατά το άρθρο 238 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά την κρίση της, ουδεμία δυστροπία απεδείχθη ως προς την καταβολή του μισθώματος (μετά και τη δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου Κ. Λ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι παραιτείται του μισθώματος Σεπτεμβρίου 2012) και συνεπώς αναφέρεται στη διάταξη του άρθρ. 288 ΑΚ και στη δυνατότητα του Δικαστή να παρεμβαίνει όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα που επιβάλλεται στις συναλλαγές, με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

Εξάλλου, η αγωγή περιλαμβάνει με πληρότητα, κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., όλα τα στοιχεία της διάταξης του άρθρ. 288 ΑΚ και ειδικότερα την απόκλιση ανάμεσα στο συμφωνημένο - καταβαλλόμενο μίσθωμα και στο ενδεδειγμένο, σύμφωνα με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τους κανόνες της αγοράς, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου δεύτερου λόγου της έφεσης.

Ακολούθως, ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και η μεταβολή των συνθηκών από τη σύσταση της ένδικης σύμβασης ήταν απρόβλεπτη, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου της έφεσης. Άλλωστε, αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί η μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στις 10-2-2011 όταν δια του δικηγόρου του ο εφεσίβλητος ζήτησε να "παγώσει" το μίσθωμα που κατέβαλε το χρόνο εκείνο.

Πράγματι, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας η τρέχουσα οικονομική κρίση μετέβαλε τις συνθήκες της αγοράς, ώστε η κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που διατίθενται στο επίδικο μίσθιο και η κίνηση των πελατών του, παρά το ότι βρίσκεται σε κεντρικό σημείο, είναι μειωμένες σε σχέση με την κατανάλωση και την κίνηση που προβλέφθηκαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης και αποτέλεσαν δικαιοπρακτικό θεμέλιο αυτής και του καθορισμού του μισθώματος.

Αποτέλεσμα τούτου είναι ο εφεσίβλητος να αδυνατεί να καταβάλει το συμφωνηθέν ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής μίσθωμα ύψους 1.920 €, συμπεριλαμβανομένου και του τέλους χαρτοσήμου, δοθέντος ότι αποδεικνύεται δυσανάλογο σε σχέση με την κίνηση πλέον της ένδικης επιχείρησης. Ο εφεσίβλητος προσκόμισε ενδεικτικά τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία: 1) για μίσθωση οικοπέδου στο ...) 1.515,45 τ.μ.

από 31-1-2012 καταβάλλεται μίσθωμα 400 €, 2) για μίσθωση καταστημάτων συνολικής έκτασης 220 τ.μ. στο ...) καταβάλλεται μίσθωμα για τα έτη 2011, 2012, 2013, 1.000 € πλέον τέλους χαρτοσήμου, 3) για μίσθωση καταστήματος στο ..., σε πολυκατοικία των οδών ..., έκτασης 125 τ.μ. για το έτος 2013 καταβάλλεται μίσθωμα 800 €. Τα ανωτέρω όμως στοιχεία είναι μεν στην ίδια με την επίδικο περιοχή, αλλά δεν είναι απολύτως πρόσφορα κατ' έκταση και χρήση.

Με βάση τα ανωτέρω και ένεκα του ότι η οικονομική μεταβολή έχει προσλάβει χαρακτήρα μόνιμης μεταβολής, που επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, σε τρόπο ώστε η διατήρηση του συμβατικού και ισχύοντος προσδιορισμού του μισθώματος να επιφέρει ζημία στον εφεσίβλητο, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό προσδιορισμό κίνδυνο, επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών η αναπροσαρμογή του μισθώματος, από το χρόνο επίδοσης της αγωγής, απορριπτομένου ως νομικά αβασίμου του περί του αντιθέτου πέμπτου λόγου της έφεσης, αφού η σχετική αγωγή και η επ' αυτής απόφαση που αναπροσαρμόζει το μίσθωμα είναι διαπλαστική, ως εκ τούτου το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς.

Η αναπροσαρμογή αυτή προσδιορίζεται από 1.920 ευρώ στο χρηματικό ποσό των 1.300 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο, υπό τις διαμορφωθείσες ήδη συνθήκες, αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Σημειώνεται ότι στην ένδικη αγωγή της η ενάγουσα δεν κάνει μνεία περί παραχώρησης θέσεων parking στον εναγόμενο, ως στοιχείο επωφελές για τη μισθωτική αξία του μισθίου, όπως αναφέρεται στον 5ο λόγο της έφεσης.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μεταξύ της συμφωνηθείσας ετήσιας αναπροσαρμογής και της προβλεπόμενης στο νόμο (άρθρ. 7 παρ. 3 του Π.Δ. 34/1995) υπάρχει διαφορά ώστε να επιβάλλεται η αναπροσαρμογή του αιτούμενου μισθώματος σύμφωνα με την τελευταία, για την υπόλοιπη διάρκεια της μίσθωσης.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αντέφεση, μη καταδικαζομένου του αντεκκαλούντος στη δικαστική δαπάνη της αντεφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, αφού δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα γι' αυτή έξοδα. Ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και αφού συνεκδικασθούν οι αγωγές να απορριφθεί η υπ' αρ.

κατ. .../13-9-2012 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπ' αρ. κατ. .../6-7-2012 αγωγή και να αναπροσαρμοσθεί το μίσθωμα της από 21-3-2005 σύμβασης μίσθωσης του επιδίκου μισθίου στο ποσό των 1.300 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου (3,6%), από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, αναπροσαρμοζομένου του μισθώματος ετησίως σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δ.Τ.Κ.

του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με το άρθρ. 7 παρ. 3 του Π.Δ. 34/1995". Και με τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 517/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως οικοπέδου στο ποσό των 1.300 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6% και εφεξής, αναπροσαρμοζομένου του μισθώματος ετησίως σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δ.Τ.Κ.

του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ. 34/1995).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι η νόμιμη ετήσια αναπροσαρμογή του 75% του Δ.Τ.Κ., όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995, δεν είναι αποκομμένη και ανεξάρτητη, αλλά αντίθετα ερείδεται αποκλειστικά και μόνο επί του ελαχίστου νόμιμου ετήσιου μισθώματος του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή του 4% αυτής, αν πρόκειται για ακάλυπτο χώρο σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

Ότι βάσει της συνολικής αξίας του μισθίου (446.479 ευρώ) το μηνιαίο μίσθωμα κατά τη συμπλήρωση διετίας από την έναρξη της μισθώσεως, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 1.488,26 ευρώ και κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεν θα έπρεπε να υπολείπεται του ποσού των 1.655,30 ευρώ, εφόσον δε στο μίσθιο συμπεριλαμβάνεται και κτίσμα, κατά τον ίδιο χρόνο, δεν θα έπρεπε να υπολείπεται του ποσού των 3.755,26 ευρώ.

Ότι το δικάσαν Μονομελές Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα στο προαναφερθέν ποσό, δεν έλαβε υπόψη του τις σχετικές ως άνω διατάξεις και μείωσε το μίσθωμα σε ποσό πολύ χαμηλότερο από το ελάχιστο που προβλέπεται από αυτές και ειδικότερα την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε βέβαια τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθότι ορθά έκρινε, ότι η οικονομική μεταβολή που επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της μισθώσεως μέχρι την άσκηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επέφερε ζημία σ' αυτόν και επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών η αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

Τούτο δε διότι, όπως και στην προεκτεθείσα νομική σκέψη αναφέρεται, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση των δύο ποσών, ήτοι του καταβαλλομένου και του "ελεύθερου" μισθώματος και δεν αποφασίζει βάσει της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 3 και 2 του ΠΔ 34/1995, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, με το σχετικό πρώτο λόγο αναίρεσης.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι το Μονομελές Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τα συγκριτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε ενδεικτικά ο αναιρεσίβλητος στο δικαστήριο ήτοι: "1) για μίσθωση οικοπέδου στο ...) 1.575,45 τ.μ.

από 31-1-2012 καταβάλλεται μίσθωμα 400 € και 2) για μίσθωση καταστημάτων συνολικής έκτασης 220 τ.μ. στο ...) καταβάλλεται μίσθωμα για τα έτη 2011, 2012, 2013, 1.000 € πλέον τέλους χαρτοσήμου (...)", δεν ήταν απολύτως πρόσφορα, εν τούτοις λήφθηκαν υπόψη κατά τρόπο καταλυτικό για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του, εφόσον μόνο αυτά μνημονεύονται ενδεικτικά σε σχέση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, επιπρόσθετα δε ότι το περιεχόμενο των ως άνω μισθωτηρίων ήταν εντελώς διαφορετικό ως προς την περιγραφή των μισθίων και τις ειδικές συμφωνίες από αυτά που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων μηχανογραφικά δελτία Ε3 για τα έτη 2010, 2011 και 2012 της ..., καταστάσεις εσόδων - εξόδων για το έτος 2012 και πρώτο εξάμηνο του 2013 και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα εν λόγω έγγραφα - συγκριτικά στοιχεία που επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Με το δεύτερο τμήμα του ίδιου ως άνω (δεύτερου) λόγου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι αναφέροντας το Μονομελές Εφετείο, ότι τα παραπάνω στοιχεία "δεν είναι απολύτως πρόσφορα κατ' έκταση και χρήση" και ταυτόχρονα δεχόμενο ότι, "με βάση τα ανωτέρω" (συμπεριλαμβανομένων και των συγκριτικών στοιχείων που υποτίθεται -όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο- ότι δεν ήταν πρόσφορα) "επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης (...) η αναπροσαρμογή του μισθώματος", διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Και κατά το ανωτέρω τμήμα του ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που προεκτέθηκαν, δεν προκύπτουν αντιφατικές αιτιολογίες, δεδομένου ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στα ως άνω συγκριτικά στοιχεία που δεν θεώρησε απολύτως πρόσφορα, αλλά σε όλα τα προαναφερθέντα.

Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή ότι κάποια συγκριτικά στοιχεία δεν είναι "απολύτως πρόσφορα" δεν σημαίνει ότι αυτά δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη παντάπασι και να συνεκτιμηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να δημιουργείται εξ αυτού του λόγου αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).

Στην ίδια διάταξη υπάγεται και η παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αυτών.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της συμβάσεως ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της συμβάσεως (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται επίσης και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1225/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ υπό την έννοια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο (και όχι 178 ΑΚ όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο), διότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι το κτίσμα που ανήγειρε ο ενάγων με δαπάνες του στο μίσθιο και ο εκ μπετόν αρμέ φέρων οργανισμός του, συνέχεται σταθερά με το έδαφος, μη δυνάμενος να αφαιρεθεί μετά το πέρας της μισθώσεως, ενώ, όπως προκύπτει από το από 21-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το κτίσμα δεν είναι στερεώς συνδεδεμένο με το έδαφος, αλλά αποτελεί προκατασκευασμένη κατασκευή δυνάμενη να αφαιρεθεί μετά το πέρας της μισθώσεως, ότι η εκμισθώτρια δικαιούται να αξιώσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο δε μισθωτής να αποδώσει το μίσθιο στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβε.

Ότι με την παραδοχή του αυτή το Εφετείο, φαίνεται, ότι ουσιαστικά συνεκτίμησε για τον τελικό καθορισμό του ύψους του μισθώματος το δήθεν όφελος, που υποτίθεται ότι θα αποκομίσει αυτή (αναιρεσείουσα) από την ύπαρξη κτίσματος εντός του οικοπέδου της. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους εξής λόγους:

Όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το δικαστήριο δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, ούτε προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως, ώστε να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του. Άλλωστε η φράση "μη δυνάμενος να αφαιρεθεί μετά το πέρας της μίσθωσης", δεν έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να καθαιρεθεί, ώστε, κατά τη λήξη της μίσθωσης, να αποδοθεί από τον αναιρεσίβλητο το μίσθιο στην αναιρεσείουσα στην κατάσταση που το παρέλαβε.

Τούτο άλλωστε διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 603/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της προκύπτει, το ως άνω δικαστήριο υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) τη χρήση του μισθίου ακινήτου και να καθαιρέσει αυτός και να απομακρύνει εγκαίρως με δική του επιμέλεια και δαπάνες...

κάθε κτίσμα που έχει ανεγείρει επί του μισθίου. Επίσης από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι για τον καθορισμό του ύψους του μισθώματος, το δικάσαν Εφετείο συνεκτίμησε το όφελος της ενάγουσας από την ύπαρξη κτίσματος εντός του οικοπέδου της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος επιδίκασε σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε μορφή της π.χ.

αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκων μέσων, ανακοπών και τριτανακοπής. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένου και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Με το δεύτερο τμήμα του ίδιου (τρίτου) λόγου η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι το κτίσμα δεν μπορεί να κατεδαφισθεί, αλλ' αντίθετα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ανέφερε ότι είναι υποχρεωμένος να αφαιρέσει την κατασκευή με τη λήξη της μισθώσεως και έτσι το δικαστήριο απεφάνθη για ζήτημα χωρίς αίτημα του αναιρεσιβλήτου (πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ), το οποίο όμως δεν είχε σχέση με την ένδικη διαφορά και στην πραγματικότητα θα μπορούσε να αποτελέσει μόνο αντικείμενο δίκης για απόδοση μισθίου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το παραπάνω τμήμα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, με την αναφορά στην απόφαση ότι το κτίσμα δεν μπορεί να αφαιρεθεί, το δικαστήριο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, πολλώ μάλλον διότι, όπως και η αναιρεσείουσα αναφέρει, δεν είχε σχέση με την ένδικη διαφορά που αφορά αναπροσαρμογή μισθώματος.

Τέλος, με το τρίτο τμήμα του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση, ότι για το ίδιο ως άνω ζήτημα του κτίσματος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το τελευταίο ως άνω (τρίτο) τμήμα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κτίσμα, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα και στη νομική σκέψη της παρούσης έννοια, ώστε να ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2016 με αρ. καταθ. …2016 αίτηση της αναιρεσείουσας Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4618/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ