Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding absent party and false signature claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a couple against a first-instance court's seizure and auction order. The appellants argued the appeal was inadmissible due to an absent co-defendant and claimed false signatures on service documents. The court rejected these arguments, ruling that the appeal's content focused on evidence evaluation rather than procedural defects and that the signatures were genuine.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on the court's evaluation of evidence rather than procedural defects, and service is valid if signatures on documents are genuine.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 592/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Θ. του Ι. και 2) Β. Γ., συζύγου Θ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλάογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ο. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. Α. του Α. και 3) Χ. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Ναλμπάντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2010 ανακοπή και τους από 2-9-2010 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 8-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1και 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§ 4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της κατά τη δικάσιμο που αναφέρθηκε κατά την αρχή της παρούσας (16-01-2017) δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ.
Ο., ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 τελ. εδ. Κ.Πολ.Δ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι αρχική δικάσιμος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρμοδίως η 22 Φεβρουαρίου 2016 οπότε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου, απολειπομένου και τότε του πρώτου αναιρεσίβλητου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (16-01-2017).
Εξάλλου, από την υπ’ αριθ. .../16-09-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Χ. Γ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 10-02-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-02-2016 και κλήση προς συζήτηση γι’ αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον άνω αναιρεσίβλητο (πρώτο), ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατά την τελευταία κατ’ αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ,να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθεία υπ’ αριθ. 09/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την από 29-05-2012 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων (ανακοπτόντων) επικυρώνοντας την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 50/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία είχαν απορριφθεί κατ’ ουσίαν η από 18-5-2010 ανακοπή και οι από 02-09-2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τις οποίες ζητούσαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να ακυρωθεί η αναφερόμενη στην ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως.
Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρθρ.934 παρ.ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ.3 του ΚΠολΔ.
Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα δε αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. α’ , 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 139 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε φυσικό πρόσωπο στην κατοικία του, πρέπει να παραδίδεται τούτο σε εκείνον που απευθύνεται τό έγγραφο και αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε ένα από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του, συντάσσεται δε έκθεση απ’ αυτόν που ενεργεί την επίδοση, η οποία περιέχει τα κατά την παρ. 1 του άρθρου 139 στοιχεία, και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση, καθώς και από εκείνον που παραλαμβάνει το έγγραφο.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔικ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Η τελευταία αυτή περίπτωση συντρέχει αν ο παραλήπτης του εγγράφου που επιδίδεται σ’ αυτό, προσβάλλει την υπογραφή που έχει θέσει για την παραλαβή του στην συντασσόμενη προς τούτο έκθεση επιδόσεως ως πλαστή, καθόσον πρόκειται για περιστατικό που βεβαιώνεται με την συνταχθείσα έκθεση επιδόσεως και την αλήθεια του οποίου διαπιστώνει ο δικαστικός επιμελητής, ως υποπίπτουσα από την φύση της στην άμεση αντίληψή του.
Μόνο δε αν αποδειχθεί μια τέτοια πλαστότητα, αυτό εξομοιώνεται με παντελή έλλειψη επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός του οριζόμενου ως άνω χρόνου, και ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, λόγω της ανυπαρξίας της διατυπώσεως αυτής είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η δε ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, η ένσταση δε πλαστότητας προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όπως και με τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας από κάθε διάδικο κατά του οποίου προσάγεται έγγραφο το οποίο είναι έγκυρο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτού ως αποδεικτικό μέσο.
Ετέρωθεν, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει των ερευνώμενων λόγων αναιρέσεως, ότι οι αναιρεσείοντες (ανακόπτοντες) με τον πρώτο λόγο της από 18-05-2010 ανακοπής τους ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ, .../21-4-2010 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Σ., βάσει της οποίας εκπλειστηριάσθηκε στις 21-4-2010 ακίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία τους κατά 50% εις έκαστον, καθόσον ουδέποτε τους επιδόθηκε αντίγραφο της υπ’ αριθ. .../20-1-2010 δέκατης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ι. Δ., βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο άνω πλειστηριασμός, του οποίου έλαβαν γνώση δύο ημέρες μετά τη διενέργειά του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι καθ’ ών η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητοι), προς απάντηση του άνω λόγου ανακοπής επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τις υπ’ αριθ. .../2010 εκθέσεις επιδόσεως του άνω δικαστικού επιμελητή στις οποίες ο τελευταίος βεβαιώνει ότι αντίγραφο της επίμαχης περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας επέδωσε στον πρώτο των καθ’ ών η εκτέλεση (πρώτο ανακόπτοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) Π.
Θ. ο οποίος παρέλαβε ο ίδιος και υπέγραψε ενώπιόν του στην υπ’ αριθ. .../25-10-2010 έκθεση επιδόσεως, επιπλέον δε παρέλαβε ο ίδιος αντίγραφο της άνω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ως σύνοικος-σύζυγος της δεύτερης των ανακοπτόντων (ήδη δεύτερης αναρεσείουσας) Β. Γ., υπογράφοντας προς τούτο στην υπ’ αριθ. .../2010 έκθεση επιδόσεως.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανακοπτόντων κατά τη συζήτηση της ανακοπής εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα, προέβαλλε ένσταση πλαστότητας των υπογραφών του πρώτου ανακόπτοντος που υπάρχουν στις ανωτέρω εκθέσεις επιδόσεως και κατονόμασε ως πλαστογράφο τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή Ι. Δ., επικαλούμενος επί πλέον την κατατεθείσα αρμοδίως από 2-09-2010 έγκληση των ανακοπτόντων για πλαστογραφία του άνω δικαστικού επιμελητή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 50/2012 απόφασή του, απέρριψε τον άνω λόγω της ανακοπής και εν τέλει αυτή και τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους, το δε Εφετείο, δικάζοντας επί της εφέσεως των ανακοπτόντων, με την οποία επανέφεραν τον άνω λόγο της ανακοπής τους, και την υποβληθείσα, κατά τα άνω, ένστασης πλαστογραφίας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Δυνάμει της υπ’ αριθ. 148/2189/Δ.Π./150/2000 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ύστερα από αίτηση του πρώτου των καθ’ ών η ανακοπή, οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν λόγω οφειλής τους, από τις αναφερόμενες στο περιεχόμενο του παραπάνω εκτελεστού τίτλου συναλλαγματικές, το ποσό των 23.477,62 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων" Ακολούθως το Εφετείο αφού αναφέρει τις επιδοθείσες, διαδοχικά στους αναιρεσείοντες επιταγές προς πληρωμή παρα πόδας του αντιγράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, με τις οποίες αυτοί υποχρεώθηκαν σε καταβολή τόκων και εξόδων, συνολικού ποσού με το κεφάλαιο 39.749,79 ευρώ, συνεχίζει:
Με την από 20-02-2006 εντολή προς εκτέλεση του επισπεύδοντος δανειστή και τη σύνταξη της με αριθμό ...17-05-2007 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ι. Δ., επιβλήθηκε κατάσχεση επί ενός αγροτικού ακινήτου εμβαδού 1.500 τ.μ., συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστου των ανακοπτόντων κείμενου στη θέση "..." του οικισμού ...
της πρώην Κοινότητας ... και πλέον Δήμου ..., επί του οποίου έχει ανεγερθεί ισόγεια κατοικία εμβαδού 90 τ.μ. περίπου. Μετά από εννέα (9) επαναληπτικές περιλήψεις κατασχετηρίων εκθέσεων ακίνητης περιουσίας με την υπ’ αριθ..../20-01-2010 δέκατη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης στις 21-04-2010 το προαναφερόμενο ακίνητο εκτέθηκε σε πλειστηριασμό και πλειστηριάσθηκε, συνταχθείσας σχετικά της υπ’ αριθ. .../21-04-2010 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, Συμβολαιογράφου ...
Σ. Σ. με πλειοδότες τις δεύτερη και τρίτη των καθ’ ών η ανακοπή, έναντι ποσού 61.000,00 ευρώ, οι οποίες προέβησαν στην μεταγραφή της με αριθμό .../03-05-2010 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Η προμνησθείσα υπ’ αριθ. .../20-01-2010 δέκατη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκε στους ανακόπτοντες με τις υπ’ αριθ. .../25-01-2010 και ...25-01-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ι.
Δ., στις οποίες ο τελευταίος βεβαιώνει, ότι αντίγραφο της δέκατης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης επέδωσε στον πρώτο ανακόπτοντα Π. Θ., ο οποίος παρέλαβε ο ίδιος αντίγραφο της ως άνω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, υπογράψας προς τούτο την υπ’ αριθ. .../25-01-2010 έκθεση επιδόσεως, επί πλέον δε παρέλαβε και αντίγραφο της ίδιας περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ως σύνοικος-σύζυγος της δεύτερης ανακόπτουσας Β.
Γ., υπογράψας προς τούτο την άνω υπ’ αριθ....25-01-2010 έκθεση επιδόσεως. Η γνησιότητα των υπογραφών του πρώτου ανακόπτοντος επί του σώματος των προμνησθεισών εκθέσεων επίδοσης στη θέση του παραλαβόντος (ατομικά ή και για τη σύζυγό του) επιβεβαιώνεται από την από 15-12-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε.
Μ., η οποία διενεργήθηκε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, μετά την έγκληση του πρώτου ανακόπτοντος κατά του προμνησθέντος δικαστικού επιμελητή Ι. Δ., ότι δηλαδή ο τελευταίος πλαστογράφησε τις υπογραφές αυτού επί των άνω εκθέσεων επίδοσης. Η προμνησθείσα δικαστική γραφολόγος Ε. Μ., με επιστημονικό τρόπο, πλήρη επάρκεια και αιτιολογία, βεβαιώνει ότι οι υπογραφές στις προαναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης στη θέση του παραλαβόντος τέθηκαν από τον πρώτο ανακόπτοντα, το δε Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ..., με το υπ’ αριθ. 100/2012, αμετάκλητο ήδη, βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του δικαστικού επιμελητή Ι.
Δ. για την αποδοθείσα σ’ αυτόν πράξη της πλαστογραφίας των υπογραφών του πρώτου ανακόπτοντος επί των σωμάτων των ως άνω εκθέσεων επίδοσης. Οι ανωτέρω, ήδη μνημονευθείσες, από 26-9-2011 και 3-12-2011 ιδιωτικές γραφολογικές γνωματεύσεις και από 3-12-2011 παρατηρήσεις του γραφολόγου δικηγόρου Α. Ί., καθώς και η από 22-8-2012 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του γραφολόγου δικηγόρου Δ.
Σ., οι οποίες συντάχθηκαν μεταγενέστερα κατόπιν εντολής του πρώτου ανακόπτοντος και στις οποίες οι προμνησθέντες γραφολόγοι υποστηρίζουν ότι οι υπογραφές στις ως άνω εκθέσεις επίδοσης δεν είναι του πρώτου ανακόπτοντος, αποτελούν όψιμες προσπάθειες του τελευταίου να αντικρούσει το πόρισμα της ανωτέρω δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ε.
Μ. και, κυρίως και προεχόντως, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το προμνησθέν ως άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ..., το οποίο, όπως ήδη προεκτέθηκε, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του Ι.Δ. για την πράξη της πλαστογραφίας και το οποίο βούλευμα, ναι μεν δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, συνιστά όμως κρίσιμο στοιχείο της παρούσας υπόθεσης και το παρόν δικαστήριο, συσχετίζοντας όλα τα παραπάνω, κρίνει ότι περισσότερο πειστική είναι η δικαστική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Ε.
Μ., το πόρισμά της οποίας και υιοθετεί, ότι δηλαδή οι υπογραφές στις προμνησθείσες εκθέσεις επίδοσης ήταν γνήσιες υπογραφές του πρώτου ανακόπτοντος και επομένως ότι δεν τελέσθηκε πλαστογραφία από το δικαστικό επιμελητή Ι.Δ.. Επομένως, ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι υπογραφές του πρώτου ανακόπτοντος στις ως άνω εκθέσεις επίδοσης ήταν γνήσιες και οι ανακόπτοντες έλαβαν γνώση της ημερομηνίας του πλειστηριασμού και κατ’ ακολουθίαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τους ανακόπτοντες πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως, που όλοι ανάγονται σε ένα λόγο κακής εκτίμησης των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι....".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 999 παρ. 4 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με πλήρης, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε το Εφετείο, ότι τηρήθηκαν οι όλες οι προϋποθέσεις για την εγκυρότητα του διενεργηθέντος κατά τα άνω πλειστηριασμού και ειδικότερα, ότι έγινε νόμιμη και έγκυρη επίδοση εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως του προαναφερόμενου ακινήτου στους οφειλέτες ανακόπτοντες της υπ’ αριθ. .../20-01-2010 δεκάτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...
Ι. Δ., δυνάμει των υπ’ αριθ. .../25-01-2010 και ...25-01-2010 εκθέσεων επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, στις οποίες ο τελευταίος βεβαιώνει, ότι αντίγραφο της δέκατης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός, επιδόθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα Π.
Θ., ο οποίος παρέλαβε ο ίδιος αντίγραφο της ως άνω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, υπογράψας προς τούτο την υπ’ αριθ. .../25-01-2010 έκθεση επιδόσεως, επί πλέον δε παρέλαβε και αντίγραφο της ίδιας περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ως σύνοικος-σύζυγος της δεύτερης ανακόπτουσας Β. Γ., υπογράψας προς τούτο την άνω υπ’ αριθ....25-01-2010 έκθεση επιδόσεως, ώστε οι τελευταίοι να λάβουν γνώση του χρόνου διεξαγωγής του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου τους.
Κατέληξε δε στο πόρισμά του αυτό, αφού προηγουμένως, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την παραδεκτά προβληθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων, κατά την οποία η υπογραφή του πρώτου αναιρεσείοντος Π. Θ. και στις δύο ως άνω εκθέσεις επιδόσεως ήταν πλαστή με πλαστογράφο αυτής τον άνω δικαστικό επιμελητή, κρίνοντας αντιθέτως ότι, οι υπογραφές αυτές ήταν γνήσιες του ανακόπτοντος Π.
Θ., μετά από τη συνεκτίμηση όλων των μετ’ επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και η προρρηθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα της εις βάρος του άνω δικαστικού επιμελητή ασκηθείσας ποινικής δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας, με συνακόλουθη συνέπεια την εγκυρότητα των παραπάνω εκθέσεων επιδόσεως και την κατόπιν αυτού έγκυρη επίδοση της προρρηθείσης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ώστε να έχει τηρηθεί η επί ποινή ακυρότητος, κατ’ άρθρον 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, απαιτούμενη διατύπωση για την εγκυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά τις σ’ αυτόν κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, α) ότι έγινε νόμιμη και έγκυρη επίδοση εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως του προαναφερόμενου ακινήτου στους οφειλέτες ανακόπτοντες της υπ’ αριθ. .../20-01-2010 δεκάτης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ι.
Δ., δυνάμει των υπ’ αριθ. .../25-01-2010, ...25-01-2010 εκθέσεων επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, στις οποίες ο τελευταίος βεβαιώνει, ότι αντίγραφο της δέκατης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός, επιδόθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα Π.
Θ., ο οποίος παρέλαβε ο ίδιος αντίγραφο της ως άνω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, υπογράψας προς τούτο την υπ’ αριθ. .../25-01-2010 έκθεση επιδόσεως, επί πλέον δε παρέλαβε και αντίγραφο της ίδιας περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ως σύνοικος-σύζυγος της δεύτερης ανακόπτουσας Β. Γ., υπογράψας προς τούτο την άνω υπ’ αριθ....25-01-2010 έκθεση επιδόσεως, ώστε οι τελευταίοι να λάβουν γνώση του χρόνου διεξαγωγής του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου τους και να έχουν την δυνατότητα να παρευρίσκονται κατά την εκπλειστηρίαση αυτού και β) ότι η υπογραφή του πρώτου ανακόπτοντος Π.
Θ. και στις δύο ως άνω εκθέσεις επιδόσεως ήταν γνήσιες και όχι πλαστές, όπως ισχυρίσθηκαν, με πλαστογράφο αυτής τον άνω δικαστικό επιμελητή, ώστε να μην έχει τηρηθεί η επί ποινή ακυρότητος, η κατ’ άρθρον 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, απαιτούμενη διατύπωση για την εγκυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τα προρρηθέντα κρίσιμα ζητήματα, μετά από πλήρη απόδειξη αυτών, βάσει όλων των μνημονευομένων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλων ανεξαιρέτως των μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων, της από 15-12-2010 έκθεσης δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε.
Μ., της από 26-9-2011 έγγραφης γραφολογικής γνωμάτευσης, της από 3-12-2011 έγγραφης γραφολογικής γνωμάτευσης και των από 3-12-2011 παρατηρήσεων επί της από 15-12-2010 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, του δικαστικού γραφολόγου, δικηγόρου Α. Ί., της από 22-8-2012 έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου, δικηγόρου Δ.
Σ. και του υπ’ αριθ. 100/2012 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών .... Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες σ’ αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, από τον αριθ. 8 εδ.
α’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, ερευνώντας την υποβληθείσα απ’ αυτούς ένσταση περί πλαστότητας της υπογραφής του πρώτου των αναιρεσειόντων στις προρρηθείσες εκθέσεις επιδόσεως του άνω δικαστικού επιμελητή δέχθηκε την γνησιότητα των υπογραφών αυτού με την παραδοχή στοιχείων περρισσότερων από εκείνα που προέκυπταν από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει ότι χρησιμοποίησε, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα-στοιχεία που δεν προτάθηκαν απ’ αυτούς και δεν αποτελούσαν περιεχόμενο της από 15-12-2000 δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Ε.
Μ., την οποία υιοθέτησε, το συμπέρασμα της οποίας είναι ότι υπάρχει "ένδειξη περι του ότι οι υπογραφές στις ...’ και 7162Γ’ εκθέσεις επίδοσης έχουν χαραχθεί από τον Π. Θ." (πρώτο αναιρεσείοντα), λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, αλλά και μη προκύπτοντα από το περιεχόμενο της άνω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επίκληση απ’ αυτούς αποδεικτικών μέσων και αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου αυτών, καθώς και συμπεράσματα του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (τρίτο), κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα, αφενός μεν των υπ’ αριθ. ...’ /25-01-2010 και 7262Γ’ /25-01-2010 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Ι.
Δ., καθόσον η υπογραφή του παραλήπτη σ’ αυτές "της .../20-01-2010 Ι’ - δέκατης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας - επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού", ήταν πλαστή και επομένως η γενομένη επίδοση ανίσχυρη, αφετέρου δε, της υπ’ αριθ. .../21-10-2010 "έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης" του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου - συμβολαιογράφου ...
Σ. Σ., καθόσον, ενόψει του ανισχύρου της ως άνω επιδόσεως της πιο πάνω επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας, των αναιρεσειόντων, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου, δεν επιδόθηκε καθόλου στους καθ’ ών η εκτέλεση-αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι υπογραφές του πρώτου αναιρεσείοντος επί των ως άνω εκθέσεων επιδόσεως, βάσει των οποίων παρέλαβε την προρρηθείσα επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας για τον ίδιο και την απουσιάζουσα δεύτερη αναιρεσείουσα σύνοικο σύζυγό του, ήταν γνήσιες υπογραφές του ίδιου και επομένως εγκύρως επιδόθηκε προς αυτούς η άνω περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και προχώρησε ο βάσει αυτής διενεργηθείς πλειστηριασμός του ακινήτου τους, ο οποίος δεν πάσχει ακυρότητας.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση των Π. Θ. του Ι. και Β. Γ. συζύγου Π. Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ