Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding substantive law violation and facts in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a local organization against a third-instance court decision. The appellants argued for a violation of substantive law but failed to specify the exact legal provision breached or the specific facts relied upon. The court ruled that such vagueness renders the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(1), 577(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to specify the substantive law provision violated and the factual circumstances relied upon, as the appellate court cannot determine the scope of review without these details.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 592/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", εδρεύοντος στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διαδόχου του εδρεύοντος στην ..., που δεν παραστάθηκε
Των αναιρεσίβλητων: 1) Τ. Κ. Ζ. και 2) Ι. Κ. Ζ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ντούμο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-1989 αγωγή του Κ. Ζ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 431/2013 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 13-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ.... /11-3-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 8-1-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 431/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον αναιρεσείοντα Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "...", για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον κατά νόμο εκπρόσωπό του, ήτοι στο Δήμαρχο (άρθρ.126 παρ.1 εδ.γ’ και 129 παρ.1 ΚΠολΔ.
και 58 παρ. 1 του Ν. 3852/2010). Όμως, ο αναιρεσείων Δήμος δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρο του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α’ και γ’ ΚΠολΔ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 368-387 και 388 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ., κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Η επανάληψη διατάσσεται, όταν η αρχική πραγματογνωμοσύνη έχει ατέλειες ή ασάφειες, που δεν μπορούν να θεραπευθούν με την παροχή διευκρινήσεων, κατά το άρθρο 384 του ίδιου Κώδικα. Η νέα πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ως προς τα ίδια θέματα, για τα οποία έχει διαταχθεί η αρχική αλλά από καινούριους πραγματογνώμονες, όταν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδοτήσεως, η ορθότητα της οποίας αμφισβητείται κατά τρόπο που κλονίζει το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, ενόψει της αμφισβητήσεως, από τον αναιρεσείοντα, της ορθότητας της υπ’ αριθμ.
…/2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα, ως πραγματογνώμονα με την υπ’ αριθμ. 11/1991 πράξη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, Μ. Ν., πολιτικού μηχανικού. Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφού η σχετική κρίση ανήκει στη διακριτική και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του δικαστηρίου.
Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψεως υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε, ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, μη στοιχειοθετούμενων εντεύθεν των αναιρετικών πλημμελειών των διατάξεων των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε ανέλεγκτα δεκτό ότι το αίτημα του εναγομένου - εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) περί διεξαγωγής συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις, τα δε προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ήταν επαρκή για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς, επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 32/96 και 27/1998).
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα .
Συνεπώς, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, στον οποίο δεν αναφέρεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας αποδίδονται σφάλματα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση, αναφέρονται, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 ‘ ‘ Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων’ ‘ , κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2014 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 431/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ