Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural error in applying labor dispute rules to civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three companies against a lower court judgment regarding a liability dispute. The appellants argued for procedural errors in evidence evaluation, but the court found the appeal inadmissible because the specific ground cited did not apply to the special labor dispute procedure used in the first instance. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant company was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on Article 559(12) is inadmissible if the lower court applied the special procedure for labor disputes, as that provision does not apply to the specific evidence in question.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 592/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΚΚΑΤ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "ΤΕΚΚΑΤ ΑΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο νομίμως εκπροσωπούμενη, 2)Ο.Ε. με την επωνυμία "ΕΔΑΚ ΕΝΑΕΡΙΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Θ. Γ. - Θ. Δ.-Μ. Λ. - Μ.Φ. ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "ΕΔΑΚ ΟΕ" που εδρεύει στο … νομίμως εκπροσωπούμενη, 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ" η οποία εδρεύει στην ... νομίμως εκπροσωπούμενη, ως καθολικής εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΑΤΕΕ" στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτής δια της απορροφήσεως από αυτήν του κατασκευαστικού της κλάδου δια της υπ' αριθμ. .../18-6-2009 πράξης της Σ/φου Αθηνών Γεωργίας Ι. Τσούνη, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 5672/2009 Απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής (ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ 8446/14/7/2009), η οποία τυγχάνει καθολική εκ του νόμου διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΤΕΡ ΑΕ" στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής ως συγχωνευθείσα με αυτή δια απορροφήσεώς της δια της υπ' αριθμ .../9-8-2002 πράξης της Σ/φου Αθηνών Γεωργίας Ι. Τσούνη που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ 13988/20-8-2002 Απόφαση του Νομάρχη Αθηνών(ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ 8858/22-8-2002), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνά Καρτάλου.
Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. Α. του Δ., χας Ν. Δ., 2)Α. Δ. του Ν., 3)Κ. Δ. του Ν., κατοίκων ..., 4)Α. Δ. του Ν., 5) Κ. συζ. Α. Δ. το γένος Εμμανουήλ Αγαπάκη κατοίκων ..., 6) Ε. Δ. του Α. συζ. Μ. Σ. κατοίκου ..., 7) Δ. Α. του Σ., 8) Σ. συζ. Δ. Α. το γένος Κων/νου Τζαγκαράκη κατοίκων ..., οι οποίοι άπαντες παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σαράντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 183/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-4-2014 αίτησή τους.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011), η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 97, 104, 110 παρ. 2 και 576 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την παροχή προς αυτόν τον ίδιο ρητής πληρεξουσιότητας εκ μέρους του διαδίκου, την έλλειψη της οποίας (πληρεξουσιότητας), καθώς και την υπέρβασή της, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ο διάδικος θεωρείται δικονομικώς απών και, εφόσον δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους του επίσπευση της συζητήσεως ή η κλήτευσή του από άλλον διάδικο (αναιρεσείοντα ή αναιρεσίβλητο), η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στη προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση από 7-4-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 183/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (14-10-2014). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όλες οι αναιρεσείουσες εταιρείες (και οι τρεις) εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Καρτάλου.
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας αποδεικνύεται, ότι η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειουσών διορίσθηκε, με αυτή την ιδιότητα, μόνο από την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΕΚΚΑΤ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΤΕΚΚΑΤ Α.Ε."), δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-6-2014 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ελευθερίας Πλαϊνιώτη - Δουλγεράκη.
Ενώ, αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΔΑΚ ΕΝΑΕΡΙΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Θ. Γ. - Θ. Δ. - Μ. Λ. - Μ. Φ. Ο.Ε." ("ΕΔΑΚ Ο.Ε."), και η τρίτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ", είχαν χορηγήσει στην παραπάνω δικηγόρο Αθηνά Καρτάλου, που τις εκπροσώπησε, την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα και η τρίτη αναιρεσείουσα κλητεύθηκαν με επιμέλεια της νομίμως παριστάμενης πρώτης αναιρεσείουσας ή των επίσης νομίμως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις αναιρεσείουσες δεύτερη και τρίτη και να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση αυτής ως προς τη νομίμως παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι μεταξύ των αναιρεσειουσών εταιρειών υφίσταται απλή ομοδικία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι, όχι μόνον η παραίτηση από το δικόγραφο του ασκηθέντος ένδικου μέσου, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ), αλλά και η παραίτηση από έναν ή περισσότερους λόγους αναιρέσεως, για να παράγει έννομα αποτελέσματα, δηλαδή ανάλογη κατάργηση της δίκης, πρέπει να γίνεται ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, η οποία (δήλωση) καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο (Ολ.ΑΠ 7/1993, ΑΠ 377/1998).
Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, η παραίτηση των αναιρεσειουσών από τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία (παραίτηση) έγινε με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στις 17-10-2014 (μετά τη συζήτηση της υποθέσεως), δεν είναι νόμιμη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, αρκεί, δηλαδή, να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια των παραπάνω προσώπων και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του άνω Ν. 551/1915.
Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 395/1994 (όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 89/1999, 304/2000 και 155/2004) "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/655/ΕΟΚ", που εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, στον οποίο κατατάσσονται (άρθρο 1 του Π.Δ. 395/1994).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του άνω Π.Δ. 395/1994 "1. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2.
Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3.
Όταν δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτόν, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο". Κατά το άρθρο 4 παρ.4 του ίδιου Π.Δ. 395/1994 (η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 89/1999) "Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε κατά την χρήση των εξοπλισμών εργασίας να επιτυγχάνεται βαθμός ασφάλειας αντίστοιχος προς τους στόχους που θέτουν οι διατάξεις του Παραρτήματος II του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος".
Κατά τις διατάξεις αυτές του Παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 9 και συγκεκριμένα εκείνες του σημείου 4 "Διατάξεις για τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας που διατίθεται για την εκτέλεση προσωρινών εργασιών σε ύψος" (που προστέθηκε με το άρθρο 2 Π.Δ. 155/2004): "Αν, σε εφαρμογή του άρθρου 7 (Γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών) του Π.Δ. 17/1996 "Μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" και του άρθρου 3 του παρόντος Π.Δ. 395/1994, δεν μπορούν να εκτελούνται προσωρινές εργασίες σε ύψος ασφαλώς και υπό τις δέουσες εργονομικές συνθήκες από κατάλληλη επιφάνεια, πρέπει να επιλέγεται ο πλέον ενδεδειγμένος εξοπλισμός εργασίας για την εξασφάλιση και την διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας.
Προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στα μέτρα συλλογικής προστασίας έναντι των ατομικών. Οι διαστάσεις του εξοπλισμού εργασίας θα πρέπει να ανταποκρίνονται στη φύση των εργασιών και στους προβλεπόμενους περιορισμούς, καθώς και να επιτρέπουν την ακίνδυνη κυκλοφορία. Η επιλογή του πλέον ενδεδειγμένου τύπου μέσων πρόσβασης στις προσωρινές θέσεις εργασίας σε ύψος πρέπει να γίνεται συναρτήσει της συχνότητας κυκλοφορίας, του ύψους και της διάρκειας χρησιμοποίησης.
Η επιλογή πρέπει να επιτρέπει την ασφαλή διαφυγή σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου. Η διάβαση από ένα μέσο πρόσβασης σε εξέδρες, δάπεδα ή διόδους προσπέλασης και αντιστρόφως δεν επιτρέπεται να προκαλεί πρόσθετους κινδύνους πτώσης. Η χρησιμοποίηση τεχνικών πρόσβασης και τοποθέτησης με τη βοήθεια σχοινιών γίνεται μόνον όταν η εκτίμηση του κινδύνου δείχνει ότι η εργασία μπορεί να εκτελεστεί ασφαλώς και όταν η χρησιμοποίηση άλλου περισσότερο ασφαλούς εξοπλισμού εργασίας δεν θα ήταν δικαιολογημένη.
Λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση των κινδύνων και ιδίως τη διάρκεια των εργασιών και τις δεσμεύσεις εργονομικής φύσεως, πρέπει να προβλέπεται κάθισμα με τα ενδεδειγμένα εξαρτήματα. Ανάλογα με τον τύπο εξοπλισμού εργασίας, ο οποίος επιλέγεται με βάση τα προηγούμενα σημεία, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα κατάλληλα μέτρα για την ελαχιστοποίηση των εγγενών κινδύνων του εξοπλισμού για τους εργαζομένους.
Σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να προβλεφθεί η εγκατάσταση διατάξεων προστασίας έναντι των πτώσεων. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να έχουν κατάλληλη διαμόρφωση και αντοχή ώστε να αποτρέπουν ή να ανακόπτουν τις πτώσεις και να προλαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού, τους τραυματισμούς. Κατά την χρησιμοποίηση τεχνικών πρόσβασης και τοποθέτησης με τη βοήθεια σχοινιών πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο χωριστά αγκυρωμένα σχοινιά, το ένα ως μέσο προσπέλασης, καθόδου και υποστήριξης (σχοινί εργασίας) και το άλλο ως μέσο ασφαλείας (σχοινί ασφαλείας), β) οι εργαζόμενοι πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλη ζώνη ασφαλείας, με την οποία και συνδέονται με το σχοινί ασφαλείας, γ) το σχοινί εργασίας πρέπει να έχει ασφαλή μηχανισμό ανόδου και καθόδου και αυτόματο ανασχετικό μηχανισμό, που εμποδίζει την πτώση του χρήστη αν αυτός χάσει τον έλεγχο της κίνησής του.
Το σχοινί ασφαλείας πρέπει να έχει αυτόματη κινητή διάταξη προστασίας έναντι των πτώσεων, η οποία συνοδεύει τον εργαζόμενο στη κίνησή του, δ) τα εργαλεία και λοιπά εξαρτήματα που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι συνδεδεμένα με τη ζώνη ασφαλείας ή με το κάθισμα του εργαζομένου ή να είναι προσδεδεμένα με άλλο κατάλληλο μέσο, ε) η εργασία πρέπει να προγραμματίζεται και επιβλέπεται δεόντως, ώστε να είναι δυνατό να παρασχεθεί αμέσως βοήθεια στον εργαζόμενο σε περίπτωση ανάγκης, στ) στους εργαζόμενους πρέπει να παρέχεται, βάσει του άρθρου 7 του παρόντος διατάγματος, εκπαίδευση κατάλληλη και ειδική για τις προβλεπόμενες εργασίες και ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες διάσωσης.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν ενόψει του κινδύνου η χρησιμοποίηση δεύτερου σχοινιού θα έκανε την εργασία περισσότερο επικίνδυνη, μπορεί να επιτραπεί η χρησιμοποίηση ενός και μόνο σχοινιού, εφόσον έχουν ληφθεί κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ή και πρακτική". Τέλος, κατά το άνω άρθρο 7 (Εκπαίδευση των εργαζομένων) του εν λόγω Π.Δ. 395/1994, "Στα πλαίσια της εκπαίδευσης των εργαζομένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης διασφαλίζει ότι: 1.
Οι εργαζόμενοι, στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας, εκπαιδεύονται επαρκώς, ιδιαίτερα για τους κινδύνους που, ενδεχομένως, δημιουργούνται κατά τη χρησιμοποίησή του. 2. Οι εργαζόμενοι που ασχολούνται σε εργασίες επισκευής, μετατροπής, προληπτικού ελέγχου και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας λαμβάνουν επαρκή ειδική εκπαίδευση για τις εν λόγω εκτελούμενες εργασίες".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο Ν. Δ., ο οποίος συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΔΑΚ ΕΝΑΕΡΙΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, Θ. Γ. - Θ. Δ. - Μ. Λ. - Μ. Φ. ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (διακριτικός τίτλος "ΕΔΑΚ Ο.Ε."), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχε την ειδικότητα και τη σχετική άδεια του ηλεκτροτεχνίτη εναέριων δικτύων, εργαζόμενος, στις 22-3-2005 και περί ώρα 14.00', στην εναέρια τοποθέτηση καλωδίων της Δ.Ε.Η., στην περιοχή ..., έργο την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει υπεργολαβικά η παραπάνω εργοδότριά του εταιρεία, ανέβηκε σε στύλο της Δ.Ε.Η., συνολικού ύψους εννέα (9) περίπου μέτρων, στον οποίο υπήρχε μεταλλικό πλαίσιο, τραπεζοειδούς μορφής, σε ύψος επτά (7) περίπου μέτρων, από όπου διέρχονταν οι εναέριοι αγωγοί της Δ.Ε.Η., χαμηλής τάσης.
Η εργασία που θα πραγματοποιούσε ο Ν. Δ. ήταν η ενίσχυση του δικτύου με πρόσθετους αγωγούς, δέσιμο και τέντωμα αυτών, στην εξωτερική πλευρά του πλαισίου. Χρησιμοποιώντας τα πέδιλα αναρρίχησης, καθώς και τη ζώνη αναρρίχησης - εργασίας με ένα ιμάντα, που του είχαν δοθεί, ανέβηκε στο στύλο μέχρι το ύψος του πλαισίου.
Μόλις έφθασε στο πλαίσιο, απελευθέρωσε τη μία πλευρά του ιμάντα από τη ζώνη του και πέρασε τον ιμάντα στο τμήμα του στύλου, που βρίσκεται ανάμεσα στο πλαίσιο. Στη συνέχεια έβγαλε τα πέδιλα αναρρίχησης, πάτησε πάνω στο πλαίσιο και αφού σηκώθηκε όρθιος και σταθεροποιήθηκε, έλυσε τον ιμάντα για να τον περάσει στη πάνω πλευρά του πλαισίου και να τον ξαναδέσει εκεί, ώστε να περπατήσει πάνω στο πλαίσιο, δεμένος πλέον με τον ιμάντα της ζώνης του και να φθάσει στην εξωτερική πλευρά του πλαισίου, για να αρχίσει την εργασία του.
Στη φάση αυτή, ο Ν. Δ. έπεσε στο έδαφος, ενώ τα πέδιλα αναρρίχησης βρέθηκαν πάνω στο στύλο και η ζώνη στη μέση του, με ανοικτό τον ιμάντα και άθικτο (δεν είχε σπάσει). Συνεπεία της πτώσεώς του αυτής στο έδαφος από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου, υπέστη κακώσεις στον αυχένα, εξαιτίας των οποίων απεβίωσε, τελικά, στις 28-3-2005, έτσι δε ο θάνατός του επήλθε από εργατικό ατύχημα.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Ν. Δ., συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των τέκνων τους Α. Δ. και Κ. Δ., υιού των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων, αδελφού της τέταρτης ενάγουσας και γαμβρού του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων, όλων ήδη αναιρεσιβλήτων, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια της πρώτης εναγομένης (δεύτερης αναιρεσείουσας) εταιρείας "ΕΔΑΚ Ο.Ε.", της δεύτερης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας "ΤΕΚΚΑΤ Α.Ε." και της τρίτης εναγομένης εταιρείας "ΕΡΓΟΤΕΡ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας ήταν η εταιρεία "Γ.
ΑΤΕΕ" και καθολική διάδοχος αυτής η τρίτη αναιρεσείουσα εταιρεία "ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ", οι οποίες, με την μη αμφισβητούμενη ιδιότητά τους, ως εργολάβος και ανάδοχος του έργου η τρίτη εναγομένη εταιρεία, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία ως υπεργολάβος και προστηθείσα στο έργο από την τρίτη εναγομένη εταιρεία και η πρώτη εναγομένη ως υπεργολάβος και εργοδότρια του παθόντος, προστηθείσα στην εκτέλεση τμήματος του ως άνω έργου από την δεύτερη εναγομένη εταιρεία, αμέλησαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ασφάλεια και την υγεία του εργαζόμενου Ν.
Δ., κατά παράβαση των σχετικών γενικών διατάξεων του Π.Δ. 395/1994 (όπως έχει τροποποιηθεί), που καθορίζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους και κατά παράβαση των ειδικών διατάξεων του ίδιου Π.Δ/τος, για τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας που διατίθεται για την εκτέλεση προσωρινών εργασιών σε ύψος και για τη χρησιμοποίηση τεχνικών πρόσβασης και τοποθέτησης με τη βοήθεια σχοινιών.
Και ειδικότερα - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο - η ζώνη με την οποία είχαν εφοδιάσει και χρησιμοποιούσε ο θανών, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας, δεν έφερε και δεύτερο σύστημα συγκράτησης (σχοινί ασφαλείας), πέραν από τον ιμάντα αναρρίχησης και εργασίας (σχοινί εργασίας - εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως σχοινί ασφαλείας), έτσι ώστε ο εργαζόμενος Ν.
Δ. να βρισκόταν συνεχώς προστατευμένος έναντι του κινδύνου της πτώσης (και) κατά την εργασία του, αλλά και κατά την μετακίνησή του στις διάφορες θέσεις εργασίας του πάνω στο στύλο, δηλαδή να μην υπήρχαν "κενά" στην προστασία του έναντι του κινδύνου πτώσης, καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών αυτού. Επίσης - συνεχίζει το Εφετείο - ο θανάσιμος τραυματισμός του Ν.
Δ. θα είχε αποφευχθεί, αν είχε χρησιμοποιηθεί, αντί της κατάλληλης ζώνης με δεύτερο σύστημα συγκράτησης, κατάλληλο ανυψωτικό μηχάνημα (καλαθοφόρο όχημα), ώστε από εκεί ο εργαζόμενος να εκτελεί τις εργασίες ενίσχυσης του δικτύου, αποφεύγοντας την αναρρίχηση στο στύλο και τις μετακινήσεις του πάνω σ' αυτόν και στο μεταλλικό πλαίσιο.
Οι παραλείψεις δε αυτές, ήτοι της χρήσης ενός δεύτερου συστήματος συγκράτησης ή της χρήσης καλαθοφόρου οχήματος, προκάλεσαν το ατύχημα και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του Ν. Δ., σύμφωνα και με τα συμπεράσματα της Τεχνικής Επιθεωρήτριας Ν. Γ., που διατυπώνονται στην από 26-4-2005 Έκθεση Ατυχήματος, που συνέταξε αυτή.
Οι ισχυρισμοί των εναγομένων - είπε το Εφετείο - ότι από δεκαετιών εφαρμόζεται το δοκιμασμένο σύστημα με τα πέδιλα αναρρίχησης και με τη ζώνη ασφαλείας, η οποία κρατάει το σώμα δεμένο, είτε στο στύλο είτε στο μεταλλικό πλαίσιο, και ότι δεν χρειάζονταν άλλα μέσα προστασίας, καθώς και ότι η χρήση καλαθοφόρου οχήματος είναι μία από τις τρεις δόκιμες μεθόδους αναρρίχησης και όχι η μόνη, είναι αβάσιμοι, καθόσον το γεγονός ότι η πρώτη μέθοδος χρησιμοποιείται από πολλών ετών δεν αρκεί για να θεωρηθεί και ως η πλέον ασφαλής, δεδομένου ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ασφαλής, η μη χρήση δε του καλαθοφόρου οχήματος θα ήταν δικαιολογημένη, αν είχαν ληφθεί περισσότερα μέτρα ασφαλείας, με τη χρησιμοποίηση ενός δεύτερου συστήματος συγκράτησης.
Αντίθετα - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - δεν αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή συμπεριφορά του παθόντος εργαζομένου. Και τούτο διότι, η πτώση αυτού έλαβε χώρα κατά το χρόνο που έλυνε τον ιμάντα από τη ζώνη του, αφού είχε βγάλει τα πέδιλα αναρρίχησης, για να τον περάσει στη πάνω πλευρά του πλαισίου και να τον ξαναδέσει, έτσι ώστε να περπατήσει πάνω στο πλαίσιο, δεμένος πλέον με τον ιμάντα, και να φθάσει στην εξωτερική πλευρά του πλαισίου, για να αρχίσει την εργασία του, οπότε πιθανόν γλίστρησε το χέρι του, με το οποίο κρατούσε το στύλο, αφού με το άλλο χέρι ξεκούμπωνε τον ιμάντα από τη ζώνη του, και έπεσε στο έδαφος, σύμφωνα και με όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της πρώτης εναγομένης Γ.
Β., τεχνίτης εναέριων δικτύων, ο οποίος ήταν παρών στο ατύχημα, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο ίδιος δε μάρτυρας αναφέρει, ότι δεν είδε τι παρέλειψε να κάνει κατά την άνω διαδικασία ο παθών και έπεσε.
Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος Ν. Δ. στην πρόκληση του ατυχήματος που επέφερε τον θανάσιμο τραυματισμό αυτού, οφειλομένου, βάσει των παραπάνω παραδοχών, σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων εταιρειών, συνισταμένη στη μη τήρηση από αμέλεια των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την ζωή του παθόντος κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 του ΑΚ, 1, 6 και 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, ούτε τις ως άνω διατάξεις του Π.Δ. 395/1994, όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 89/1999, 304/2000 και 155/2004, αλλά ούτε και τις συναφείς διατάξεις του άρθρου 7 του Π.Δ. 17/1996, που αφορούν γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία τους.
Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο ως προς την θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειουσών εταιρειών για τον θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, όσο και ως προς την βαρύνουσα τις αναιρεσείουσες υπαιτιότητα και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.
Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο -πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις - ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το εργατικό ατύχημα που επέφερε τον θανάσιμο τραυματισμό του Ν. Δ. οφειλόταν σε μη τήρηση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων εταιρειών, ύστερα από εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της ένορκης βεβαιώσεως του μάρτυρα των εναγομένων, καθώς και από όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Επομένως, μετά ταύτα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, εκτιμώμενοι ως λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19 και 10 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, υπάγονται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως, σχετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων του Π.Δ. 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί αφενός δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άνω Π.Δ/τος που παραβιάσθηκαν ευθέως και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα αναφορικά με την παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ. 305/1996 και συγκεκριμένα σφάλμα που να έχει σχέση με την ερμηνεία ή την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 του ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επόμ.
ΚΠολΔ) το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 663 έως 676 ΚΠολΔ ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, με αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο προσέδωσε, όπως δεν θα έπρεπε, στην από 26-4-2005 Έκθεση Ατυχήματος της Τεχνικής Επιθεωρήτριας Ν. Γ., που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχε, εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, υπάγεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται αναφορικά με το αμέσως παραπάνω αποδεικτικό μέσο ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ (ΑΠ 597/2008). Οι από τις αναιρεσείουσες υποστηριζόμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας, αναφερόμενη στην εκτίμηση και αξιολόγηση από το Εφετείο συγκεκριμένων αποδείξεων, ήτοι της ως άνω Εκθέσεως Ατυχήματος και, ιδίως, της καταθέσεως του αυτόπτη μάρτυρα και συναδέλφου του θανόντος Γ.
Β., δεν ιδρύει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων είναι πλήρες και σαφές. Κατά ταύτα, ο αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, υπάγεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (τέταρτος) πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του Εφετείου ότι στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του παθόντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΕΚΚΑΤ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΤΕΚΚΑΤ Α.Ε."), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7 Απριλίου 2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 183/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΔΑΚ ΕΝΑΕΡΙΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Θ. Γ. - Θ. Δ. - Μ. Λ. - Μ. Φ. Ο.Ε." ("ΕΔΑΚ Ο.Ε."), και ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΙΚΑΤ ΑΕΚΤΕ".
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΕΚΚΑΤ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΤΕΚΚΑΤ Α.Ε."). Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ