Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling the employer's unilateral cancellation was legally valid under the Social Security Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the employer's appeal against the appellate court's decision to annul the termination of a medical service contract. The employer argued the termination was valid under the Social Security Law, while the appellate court had incorrectly applied labor law provisions regarding contract cancellation. The court ruled that the employer's one-month notice satisfied the statutory requirements for termination, rendering the contract voidable and the appeal successful.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 8, and 10 of Law 1204/1972; The employer's unilateral termination of a medical service contract with proper notice is valid under the Social Security Law, and labor law provisions on contract cancellation do not apply.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 592/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ Ι.Κ.Α. - ΕΤΑΜ - ΕΤΕΑΜ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κουμίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15517/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1392/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/10/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τον από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ λόγο και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. δ/τος 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ` αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.
Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.
δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ` αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν. δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ` άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.
δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ` εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.
δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000).
Επομένως έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του ν. 2150/19993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου".
Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (ΑΕΔ 5/2000, Ολ.Α.Π. 21 και 22/2007, Α.Π. 675/2009).
Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ιδίου Ν.Δ., κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα (Oλ.Α.Π. 22/2007).
Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα αυτού ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "1. Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β' που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.
Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης" (παρ.1). "2. Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου που δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971 ..., καθώς και το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ό έτος της ηλικίας του ..." (παρ.2). "4.
Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου" (παρ. 4). Οι παρατιθέμενες όμως αυτές διατάξεις του άρθρου 49 του αμέσως πιο πάνω Κώδικα, που καταρτίσθηκε με το π.δ. 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/ 1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα (ΑΠ 675/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΙΚΑ στις 18-9-1989, με ειδική σύμβαση ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν δ. 1204/1972, για να παράσχει τις υπηρεσίες του ως ιατρός γυναικολόγος σε ιατρείο που το τελευταίο διατηρεί στην περιοχή αναλήψεως στη Θεσσαλονίκη, για το χρονικό διάστημα από 18-9- 1989 έως 17-10-1989 και στη συνέχεια, με διαδοχικές μηνιαίες συμβάσεις, μέχρι την 22-2-1990.
Ακολούθως, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. πρωτ. ΡΟΙ /29/19-2-1990 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου, συνήφθη μεταξύ του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και του ενάγοντος η από 23-2-1990 ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του άνω ν.δ., βάσει της οποίας ο τελευταίος εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του με την άνω ειδικότητα, αρχικά με κατ' αποκοπή μηνιαία αμοιβή και στη συνέχεια, μετά την μισθολογική εξομοίωση του με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ κατά το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, με μισθό, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην άνω σύμβαση, έως την 31-12-2005.
Το εναγόμενο με το υπ' αριθμ. πρωτ. Φ05/20885/31- 10-2005
έγγραφο του, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 15-11-2005, του γνωστοποίησε ότι από 1-1-2006 δεν θα αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, λόγω συμπλήρωσης στις 31-12-2005 του 65ου έτους της ηλικίας του και στη συνέχεια, στις 15-3-2006, -του επέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. Φ05/20885/20-1-2006 απόφαση του Διοικητή του, με την οποία αποφασίσθηκε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1-1-2006, με την αιτιολογία ότι κατελήφθη από το όριο ηλικίας, επικαλούμενο προς τούτο τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 εδ.
γ του ν. 3232/2004 και 49 παρ. 1 και 2 του π.δ. 410/1988. Ο ενάγων στις 31-12- 2005 είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ) (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 15178/1905/22-2-2006 έγγραφο του άνω Ταμείου), δεν ήταν όμως συνταξιούχος του άνω Ταμείου, γεγονός που συνομολογεί και το εναγόμενο.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο ενάγων, εφόσον δεν είχε την ιδιότητα του συνταξιούχου κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, είχε το δικαίωμα να παραμείνει στην Υπηρεσία του εναγομένου μέχρι το 70° έτος, προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα σ' αυτό. Κατά συνέπεια, αφού δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, η απόλυση του ενάγοντος, που έγινε με την άνω απόφαση - διαπιστωτική πράξη, είναι άκυρη".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης, που έγινε από το εναγόμενο-αναιρεσείον, κατά τον ως άνω τρόπο, είναι άκυρη, αφού έγινε κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988 και όχι σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 10 του Ν. 1204/1972 και απέρριψε την έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της (ενώ η επικουρική βάση της, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεν ερευνήθηκε) και αναγνωρίσθηκε η, για τους άνω λόγους, ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας.
Έτσι, όμως, που έκρινε το εφετείο, και με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και ειδικότερα α) των άρθρων 1, 2, 8 και 10 του Ν. Δ. 1204/1972, β) άρθρου 24 Ν. 3232/2004, γ) 49 π.δ. 410/1988, καθόσον, αφενός μεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ. β' και γ', ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, αφετέρου δε δεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ.
α' διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, α) δέχεται το εφετείο ότι η διάταξη του άρθρου 24 Ν. 3232/2004 είναι γνήσια ερμηνευτική, ενώ δεν είναι και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, β) ότι έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988, ως προς τη δυνατότητα καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή διέπεται αποκλειστικά, ως προς την χρονική διάρκειά της και τη δυνατότητα καταγγελίας εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, απ' τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, σύμφωνα με το οποίο αυτή μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, από οποιοδήποτε μέρος "τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως".
Δηλαδή η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιολογία και με μόνη προϋπόθεση την προηγούμενη ειδοποίηση του αντισυμβαλλόμενου μέρους ένα μήνα πριν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται το εφετείο, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 15-11-2005 γνωστοποίησε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ότι από 1-1-2006 δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του και, στη συνέχεια, στις 15-3-2006 του επέδωσε απόφαση του Διοικητή του (ΙΚΑ), με την οποία αποφασίσθηκε η "αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1-1-2006".
Με βάση αυτά, επομένως, πληρώθηκε το πραγματικό του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, καθόσον αφορά τη νομιμότητα της εν λόγω καταγγελίας, αφού είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη προειδοποίηση του αναιρεσιβλήτου και επακολούθησε η, κατά τα άνω, καταγγελία, η οποία, εκ του λόγου και μόνο ότι γίνεται επίκληση της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και της θεμελίωσης από αυτόν συνταξιοδοτικού δικαιώματος από το Τ.Σ.Α.Υ., δεν πάσχει ακυρότητα, αφού, όπως αναφέρθηκε, κατά τα λοιπά, πληροί, για την εγκυρότητά της, τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1972.
Συνεπώς η περί καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως βούληση του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε νομότυπα και άσχετα με τα "παραγωγικά αίτια" αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχει ή να αναφέρεται σ' αυτή ο λόγος, για τον οποίο αυτή έλαβε χώρα (Ολ.Α.Π. 22/2007). Οι διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 49 Π.Δ.410/1988, όπως αναφέρθηκε, δεν έχουν εφαρμογή στην επίδικη σύμβαση. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το εφετείο των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να