Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for interest claims exceeding five years post-accrual.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding interest claims. The appellant argued that the primary court erred in rejecting claims for interest accrued over a period extending beyond five years from the start of each relevant year. The court held that the five-year limitation period for interest claims began running from the first year following the accrual of each specific interest payment, rendering the entire claim time-barred. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250(15), 251, 253, and 268(b) of the Civil Code; Interest claims for default are subject to a five-year limitation period that commences from the beginning of the year following the accrual of each specific interest payment, barring the entire claim if the five-year period has elapsed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 592/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγιωτόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστασίου Κουμουτσάρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Υπό εκκαθάριση Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (ΕΑΣ) που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5080/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 20/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας (οφειλόμενοι από της οχλήσεως. άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατ' εξαίρεση του καθιερωμένου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των δια τελεσίδικης αποφάσεως βεβαιωθεισών αξιώσεων, οσάκις πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι και η περί τόκων παρόμοια, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που τη βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθιστάμενη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση, κατ' εξαίρεση του καθιερουμένου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκειται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει (άρθρο. 253 ΑΚ) μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε απαιτητή (ΑΠ 1355/1998).
Για να έχει εφαρμογή το πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ απαιτείται η δια τελεσιδίκου αποφάσεως βεβαίωση ειδικώς της από τόκους αξιώσεως, μη αρκούσης της βεβαίωσης μόνο από το κεφάλαιο τοιαύτης (ΑΠ 64/1973). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ότι "οι αξιώσεις του ενάγοντος για τόκους υπερημερίας κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες ως ακολούθως:
α) η αξίωσή του για τόκους υπερημερίας του έτους 1988 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1989 (χρόνος έναρξης παραγραφής), β) η αξίωσή του για τόκους υπερημερίας του έτους 1989 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1990 (χρόνος έναρξης παραγραφής), γ) η αξίωσή του για τόκους υπερημερίας του έτους 1990 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1991 (χρόνος, έναρξης παραγραφής), δ) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1991 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1992 (χρόνος έναρξης παραγραφής), ε) η αξίωση, του για τόκους υπερημερίας του έτους 1992 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1993 (χρόνος έναρξης παραγραφής), στ) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1993 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1994 (χρόνος έναρξης παραγραφής), ζ) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1994 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1995 (χρόνος έναρξης παραγραφής), η) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1995 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1996 (χρόνος έναρξης παραγραφής), θ) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1996 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1997 (χρόνος έναρξης παραγραφής), ι) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1997 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1998 (χρόνος έναρξης παραγραφής), ια) η αξίωση του για τόκους υπερημερίας του έτους 1998 κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από 1-1-1999 (χρόνος έναρξης παραγραφής).
Μετά την εκ μέρους της εναγόμενης ΕΑΣ καταβολή του καταψηφιστικού ποσού νομιμοτόκως, (ήτοι συνολικά του ποσού των 4.424.419 δραχμών), απέμεινε οφειλή αυτής για νόμιμους τόκους επί του επιδικασθέντος αναγνωριστικού κεφαλαίου των 31.702.000 δραχμών, η οποία αναλύεται ως εξής: Α) Για το χρονικό διάστημα από 13-1-1988, (επίδοση της από 11-1-1988 αγωγής), μέχρι την 9-9-1994, (που έλαβε χώρα η καταβολή εκ μέρους της ΕΑΣ), αντιστοιχούν οι ακόλουθοι τόκοι:
Από 13-1-1988 έως 9-9-1994 συνολικά 65.339.122 δρχ. Β)Στις 9-9-1994 η ΕΑΣ του κατέβαλε έναντι του τότε οφειλόμενου κεφαλαίου των 31.702.000 δρχ. το ποσό των 6.702.000 δρχ. Επομένως, για το υπόλοιπο οφειλόμενο επιδικασθέν κεφάλαιο των 25.000.000 δρχ.(31.702.000 - 6.702.000), οι νόμιμοι τόκοι που αντιστοιχούν για το χρονικό διάστημα από 10-9-1994 μέχρι την 20-12-1994 (που έλαβε χώρα η καταβολή εκ μέρους της ΕΑΣ) είναι οι ακόλουθοι:
Από 10-9-1994 έως 20-12-1994 επί του ποσού των 25.000.000 δραχμών αντιστοιχούν τόκοι ποσού 2.412.628 δρχ. Γ)Στις 20-12-1994 η ΕΑΣ του κατέβαλε έναντι του υπολειπόμενου οφειλόμενου κεφαλαίου των 25.000.000 δραχμών, το ποσό των 12.000.000 δρχ. Επομένως για το υπόλοιπο οφειλόμενο αναγνωρισθέν κεφάλαιο των 13.000.000 δραχμών οι αντιστοιχούντες νόμιμοι τόκοι για το χρονικό διάστημα από 21-12-1994 έως 8-2-1999, οπότε η ΕΑΣ κατέβαλε και το τελευταίο ποσό εκ του οφειλόμενου επιδικασθέντος αναγνωριστικού κεφαλαίου είναι οι ακόλουθοι, και συγκεκριμένα από 21-12-1994 έως 31-12-1998 ποσό 14.142.575 δραχμών και από 1-1-1999 έως 8-2-1999 ποσό 373.973 δραχμών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα, όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος για τόκους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-1-1988 μέχρι 31-12-1998, ανερχόμενες στο ποσό των 81.894.325 δραχμών ή στο ποσό των 240.335,50 ευρώ, παρελθούσης της 5ετίας από την κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα έναρξη της παραγραφής κάθε επιμέρους περιοδικής παροχής για τόκους υπερημερίας μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής (8-3-2004), πρέπει να απορριφθούν ως παραγεγραμμένες και συνεπώς κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τον ισχυρισμό των εναγομένων περί παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων του ενάγοντος, που προέβαλαν κατ' ένσταση με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και επαναφέρουν με τον 4° λόγο της έφεσης τους, ως ουσιαστικά αβάσιμο, γενομένου ως εκ τούτου, δεκτού ως βάσιμου εν μέρει του λόγου τούτου της κρινόμενης έφεσης".
Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ.15, 251, 253 και 268 εδ. β του ΑΚ, δεδομένα ότι (το πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ για εικοσαετή παραγραφή των βεβαιωθεισών με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αξιώσεων δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, αφού το Εφετείο δεν δέχεται ότι οι επίδικες αξιώσεις για τόκους βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, η δε μνημονευόμενη στην απόφαση του 3980/1999 απόφαση του ίδιου Εφετείου αφορά την τελεσίδικη αναγνώριση του κεφαλαίου από το οποίο προέρχονται οι εν λόγο τόκοι.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚπολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
II. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 299/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ