Commercial agent's commission claim partially allowed; unfair competition damages dismissed due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a commercial agency dispute. The appellant sought damages for unfair competition and client commission, while the appellee argued the contract expired naturally and no illegal practices occurred. The court found the unfair competition claim inadmissible due to insufficient evidence but ruled that the client commission claim required re-evaluation, ordering a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9 and 10 of Presidential Decree 219/1991; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: A commercial agent's right to compensation for new clients or significant advances is protected, but claims for damages based on unfair competition must be proven; appellate courts cannot review factual assessments regarding the existence of illegal practices or the expiration of contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 592 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 592/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΕΓΚΛΑΣ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρούλα Απαλαγάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στη Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21602/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 1 παρ. 2 Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". "Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου".
Κατ' άρθρο 9 παρ. 1α : ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος β) το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα......". Και κατ' άρθρο 11 παρ. 1 και 2 οι διατάξεις του παρόντος προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύς του.
Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του παρόντος προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του διατάγματος αυτού την 1η Ιανουαρίου 1994. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α του π.δ. 219/1991, όπως το εδαφ. α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 312/1995 (ΑΠ 704/2007). Εξ άλλου για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής το άνω πραγματικό του άρθρου 9 του ως άνω Π.Δ. θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ελλείψεις δε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν διατυπώνεται αυτό με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση απαιτήσεών της που απορρέουν από σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα :
Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος A.E.", που ιδρύθηκε το έτος 1961 και η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία εταιρία με την επωνυμία "Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων Α.Ε.", στο εξής Β.Φ.Λ. που ιδρύθηκε το έτος 1964, ήταν κύριες ανταγωνίστριες στην Ελληνική αγορά για τα προϊόντα τους και κάλυπταν το 80% της αγοράς λιπασμάτων [35% η πρώτη και 45% η δεύτερη], τα οποία διακινούσαν μέχρι το έτος 1993 από τον κρατικό φορέα ΣΥΝΕΛ, που είχε το μονοπώλιό τους, ενώ μικρές ποσότητες διέθεταν απευθείας σε συνεταιρισμούς και τοπικούς εμπόρους.
Τοπικός δε έμπορος πωλήσεως φωσφορικών, γεωργικών φαρμάκων και σπόρων, στην περιοχή του Νομού Σερρών, από το έτος 1988 ήταν και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....... Ο.Ε.". Με την κατάργηση του σχετικού μονοπωλίου το έτος 1993, η πρώτη εταιρία Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος [στο εξής Χ.Β.Β.Ε.] προήλθε σε συμφωνία με την άνω Ο.Ε., για την οποία υπογράφηκε το από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει της οποίας η πρώτη [Χ.Β.Β.Ε.] ανέθεσε στην δεύτερη [Ο. Ε.] την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανομή λιπασμάτων παραγωγής της, από τη δεύτερη στο νομό Σερρών μέχρι 31-12-1994. Μετά τη λήξη της άνω συμβάσεως, συνεχίσθηκε η διάθεση λιπασμάτων στο νομό Σερρών από την Ο.Ε. παράλληλα όμως και με άλλες εταιρίες, η δε άνω Ο.Ε.
ανέλαβε την πώληση λιπασμάτων παραγωγής της Χ.Β.Β.Ε. και στην περιοχή Χαλάστρας. Επειδή η πορεία των πωλήσεων λιπασμάτων από την άνω Ο.Ε. στο νομό Σερρών ήταν ανοδική, με την από .... έγγραφη συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ της Χ.B.Β.E. και Ο.Ε., η πρώτη ανέθεσε και πάλι την αποκλειστική αντιπροσώπευση πωλήσεως των λιπασμάτων της από την Ο.Ε.
στο νομό Σερρών. Συμφωνήθηκε δε ότι σε περίπτωση πωλήσεως από την Χ.Β.Β.Ε. με την επιμέλεια της Ο.Ε. απευθείας σε τρίτους της περιοχής Σερρών, όλων των τύπων κοκκωδών λιπασμάτων, η Ο.Ε. θα ελάμβανε ως αμοιβή [προμήθεια] 2% επί των εκάστοτε ισχυουσών τιμών. Επίσης συμφωνήθηκε έκπτωση 2% για παραλαβές από την Ο.Ε.
μέσα στην περιοχή δραστηριότητάς της για τα νέα κοκκώδη λιπάσματα και όχι για τα παραδοσιακά και ότι για κάθε προμήθεια και έκπτωση θα εκδίδονταν δελτία παροχής υπηρεσιών και πιστωτικά σημειώματα από την αντιπρόσωπο Ο.Ε. και Χ.Β.Β.Ε. αντίστοιχα, καθορίσθηκαν δε και οι όροι καταβολής του τιμήματος των αγοραζομένων από την Ο.Ε.
εμπορευμάτων. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίσθηκε από 1-1-1998 έως 31-12-1999, μετά δε τη λήξη της κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν θα έχει καμία απαίτηση για αποζημίωση σε περίπτωση μη ανανέωσης της συνεργασίας. Η σύμβαση προβλέφθηκε ως ορισμένου χρόνου, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να ακολουθήσουν και εναρμονισθούν με τις εξελίξεις της αγοράς, και κυρίως όμως γιατί από το έτος 1994 η διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης, που ήταν και κύρια μέτοχος της Χ.Β.Β.Ε.
και οι διοικήσεις των Τραπεζών Εμπορικής και Ιονικής, που ήταν οι κύριοι μέτοχοι της Β.Φ.Λ., άρχισαν να εξετάζουν την συγχώνευση των άνω εταιριών [Χ.Β.Β.Ε. και Β.Φ.Λ.] κυρίων προμηθευτών, κατά τα προεκτεθέντα, της ελληνικής αγοράς σε λιπάσματα και συναφή προϊόντα, ώστε να παύσει ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, αλλά και να γίνει μια εταιρία πλέον ισχυρή ώστε να είναι ικανή να ανταγωνισθεί παρεμφερείς ευρωπαϊκές και άλλες αλλοδαπές εταιρίες.
Οι διαδικασίες δε αυτές συγχωνεύσεως ήταν κατά το έτος 1998 στο τελικό στάδιο, και κατά το σχετικό χρονοδιάγραμμα, τελευταία ημερομηνία για την ολοκλήρωση της συγχώνευσης είχε ορισθεί η 31-12-1999. Έτσι η Χ.Β.Β.Ε, [όπως και η Β.Φ.Λ.] δεν ήθελαν να δεσμευθούν με συμφωνίες αποκλειστικής αντιπροσωπείας ή διανομής προϊόντων, καθώς μάλιστα η Β.Φ.Λ.
διέθετε λιπάσματα-παραγωγής της στο νομό Σερρών με δικό της αποκλειστικό αντιπρόσωπο. Οι άνω δε διαβουλεύσεις και προθέσεις των άνω εταιριών [Χ.Β.Β.Ε. και Β.Φ.Λ.] ήταν γνωστές στον κύκλο των συναλλασσομένων εμπόρων με τις εταιρίες αυτές και φυσικά και στην Ο.Ε. ".......Ο.Ε.". Εν τω μεταξύ η τελευταία αποφάσισε την επέκταση των δραστηριοτήτων της και γι' αυτό με το υπ' αριθ. .......
συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Βαδικόλια, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 7079 δ/4-9-1998 Φ.Ε.Κ. των Α.Ε. και Ε.Π.Ε. συνεστήθη η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Χρήστος Μέγκλας Α.Β.Ε.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΣΕΜΙΤΑΛ" με έδρα τις Σέρρες, η οποία προήλθε από την συγχώνευση της ατομικής επιχείρησης εμπορίας γεωργικών φαρμάκων του Γ1 και την Ο.Ε.
με την επωνυμία "......... Ο.Ε.". Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα πλέον Α.Ε. εταιρία η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις και της Ο.Ε. "........ Ο.Ε." και είχε αντικείμενο δραστηριότητάς της την εισαγωγή - εξαγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, σποροπαραγωγή και εμπορία αυτής, εμπόριο γεωργικών φαρμάκων, λιπασμάτων, χημικών, εμπόριο ζωοτροφών, συνήψε την ......
με την Χ.Β.Β.Ε., σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για την εξυπηρέτηση των πιστοχρεώσεων μεταξύ τους η οποία θα ίσχυε μέχρι 31-12-1999. Περαιτέρω δε την ..... μεταξύ των άνω συμβαλλομένων (Χ.Β.Β.Ε. και Α.Ε. Μέγκλας) συνήφθη και έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης και διανομής των προϊόντων της πρώτης από τη δεύτερη και στην περιοχή Δυτικής Θεσσαλονίκης, εκτός περιοχής ευθύνης ....., η οποία σύμβαση ίσχυε μέχρι 31-12-1999 με τους ίδιους όρους που αναφέροντο στο από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό. Την 4-11-1999 πραγματοποιήθηκε στη ..... σύσκεψη υψηλόβαθμων στελεχών των υπό συγχώνευση εταιριών, Χ.Β.Β.Ε.και Β.Φ.Λ. στην οποία συμμετείχε, πλην άλλων αποκλειστικών αντιπροσώπων τους, και η ενάγουσα με αντικείμενο την πορεία και χαρακτήρα της συνεργασίας τους. Οι υπό συγχώνευση εταιρίες κατέστησαν σαφές, δια των εκπροσώπων τους, ότι με τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου, [συμπεριλαμβανομένης και αυτής της ενάγουσας] παύει να ισχύει η μέχρι τότε αποκλειστική αντιπροσώπευση και διάθεση των λιπασμάτων και ότι θα δημιουργηθεί παράλληλο δίκτυο πώλησης των προϊόντων της νέας εταιρίας, για τις ίδιες περιοχές καθώς δεν ήταν και σύμφορη για τη μοναδική πλέον στην Ελληνική αγορά λιπασμάτων εταιρία, η δημιουργία ενιαίου δικτύου πωλήσεως.
Την 31-12-1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο ανωνύμων εταιριών Καβάλας με α/α 639/53/Βί86/19, που δημοσιεύθηκε και στο ΦΕΚ
Α.Ε. και Ε.Π.Ε. την 12-1-2000 η πράξη συγχώνευσης των εταιριών Χ.Β.Β.Ε. και Β.Φ.Λ. Α.Ε. με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης. Την ολοκλήρωση της συγχώνευσης γνωστοποίησε η εναγομένη με την από ..... επιστολή της προς όλους τους συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα.
Την δε 31-12-1999 έληξαν και οι συμβάσεις αποκλειστικής αντιπροσώπευσης και διανομής που είχαν συνάψει την .... και .... η Χ.Β.Β.Ε και Ο.Ε. "....... Ο.Ε." και η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) αντίστοιχα κατά τα παραπάνω. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι η από .... σύμβαση ορισμένου χρόνου που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ".......
Ο.Ε." και της Χ.Β.Β.Ε. μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου διότι συνεχίσθηκαν, οι κατά τους όρους εκείνης, δοσοληψίες της και γιαυατό κατήγγειλε την άνω σύμβαση [......] ένεκα σπουδαίου λόγου, στη βάση δε αυτή στηρίζονται και οι περισσότερες από τις ένδικες αξιώσεις της είναι πέραν πάσης αληθείας. Μετά τη λήξη της άνω συμβάσεως το έτος 1994, δεν μετατράπηκε σε αορίστου διαρκείας, γιαυτό την ...
και ..... υπογράφησαν οι προαναφερθεlσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέχρι 31-12-1999 οι οποίες και έληξαν. Την 7-1-2000 πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της νέας πλέον εταιρίας Β.Φ.Λ. σύσκεψη υψηλόβαθμων στελεχών της στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποι της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και της εταιρίας "Αργκοσταρ Α.Ε.", η οποία ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος και διανομέας στο νομό Σερρών της παλαιάς Β.Φ.Λ..
Σκοπός δε της συσκέψεως ήταν η περαιτέρω πορεία της συνεργασίας τους. Ειδικότερα συμφωνήθηκε τότε ότι τόσο η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) όσο και η Αργκοστάρ, θα αγοράζουν παραλλήλως και με άλλες εταιρίες, από την νέα πλέον εταιρία Β.Φ.Λ. [εναγομένη], τα λιπάσματα αυτής στις καλύτερες τιμές χρέωσης, σε σχέση με τους υπόλοιπους μεταπωλητές πελάτες της, λόγω της παλαιάς συνεργασίας τους, με την προϋπόθεση ότι οι αγορές τους προς μεταπώληση θα ήταν μεγάλες.
Κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων το τίμημα των προϊόντων θα εξαρτάτο από την ποσότητα των εμπορευμάτων που θα αγόραζε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) και η περιεχόμενη έκπτωση θα συνυπολογιζόταν στο τίμημα, ενώ η πρόσβαση των εμπόρων στα προϊόντα της εναγομένης ήταν ελεύθερη. Η εναγομένη ρητά απέκλεισε την σύμβαση αντιπροσώπευσης με οποιαδήποτε μορφή αλλά και διανομής κατ' αποκλειστικότητα σε οποιαδήποτε περιοχή και για οποιοδήποτε συνεργάτη της.
Τούτο δε και έγινε. Έτσι από τον Ιανουάριο 2000 η συνεργασία των διαδίκων συνεχίσθηκε υπό άλλη μορφή, ήτοι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ήταν μεταπωλητής εντεταλμένος σε παράλληλο δίκτυο μεταπωλητών της εναγομένης, που αγόραζε τα προϊόντα της με τις συμφωνηθείσες χαμηλότερες τιμές, χωρίς καταβολή κάποιας προμήθειας ή άλλης έκπτωσης.
Η εναγομένη (συνεχίζει το Εφετείο) ακολουθώντας την άνω τακτική της παράλληλης μεταπώλησης των εμπορευμάτων της σε πολλούς εμπόρους, αφού πλέον κάλυπτε το 80% των αναγκών της Ελληνικής αγοράς, από τις αρχές του έτους 2000 διέθεσε τα λιπάσματά της στο Νομό Σερρών προς μεταπώληση και σε άλλες ομοειδείς με την ενάγουσα - αναιρεσείουσα εταιρείες, όπως στην "Αργκοστάρ Α.Ε.", "Λύδα Α.Ε.", "'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών .....", "Ένωση ....", ".... - ....", ".....".
Στην περιοχή δε της Δυτικής Θεσσαλονίκης, στην "......", "Ομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών ......" στις επιχειρήσεις ....., ...... κτλ.. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αντιλαμβανόμενη ότι με την παράλληλη μεταπώληση των προϊόντων της εναγομένης μειούται ο τζίρος της, ζήτησε με την από ..... επιστολή της απευθυνόμενη προς την εναγομένη να της ανατεθεί η αποκλειστική εμπορική αντιπροσώπευση και διανομή των προϊόντων της στο νομό Σερρών και περιοχή Δυτικής Θεσσαλονίκης τριετούς διάρκειας.
Η εναγομένη όμως απέκρουσε την άνω πρόταση εμμένοντας στο πρόγραμμα που είχε προκρίνει. Γιαυτό η ενάγουσα - αναιρεσείουσα άρχισε να διαμαρτύρεται, άνευ λόγου, στην εναγομένη με την αποστολή μέχρι τέλους Μαΐου 2000 διαφόρων επιστολών για την μη ανάθεση σ' αυτήν της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της εναγομένης.
Τελικώς δε η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εναρμονίστηκε με τα νέα δεδομένα και ενέτεινε τις προσπάθειές της αγοράζοντας κατά το έτος τούτο περισσότερη ποσότητα λιπασμάτων απ' ότι το 1999 ώστε να τύχει μεγαλύτερης έκπτωσης. Όμως δεν έπαυσε να εμμένει στην κατ' αποκλειστικότητα διάθεση των προϊόντων της εναγομένης στο Νομό Σερρών και περιοχής Δυτικής Θεσσαλονίκης.
Περί τα τέλη δε του 2000, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) άρχισε να προετοιμάζεται για την αγορά λιπασμάτων άλλων εταιριών στην περίπτωση που η εναγομένη δεν θα της ανέθετε την αποκλειστική αντιπροσώπευσή της. Για το λόγο αυτό, τον Νοέμβριο 2000, αρνήθηκε να υπογράψει σύμβαση για την λογιστική παρακολούθηση πώλησης λιπασμάτων από την εναγομένη, που η τελευταία αποφάσισε για να μπορεί να ελέγχει τις οικονομικές δοσοληψίες της με όλους τους μεταπωλητές της.
Όμως η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) μη εγκαταλείποντας την πρότασή της ζήτησε επιτακτικά αρχές του 2001 την αποκλειστική ανάθεση της αντιπροσώπευσης της εναγομένης στις άνω περιοχές, επικαλούμενη ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός, στα πλαίσια της ισχύουσας μορφής συνεργασίας, δεν ανταποκρινόταν στο μέγεθος και τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησής της.
Eπειδή δε η εναγoμένη επέμενε στην νέα από το 2000 διαμορφωθείσα σχέση συνεργασίας, η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στην εμπορική τους συνεργασία, με την μη έγκαιρη παραλαβή των παραγγελθέντων λιπασμάτων με συνέπεια να δημιουργεί προβλήματα στο προγραμματισμό παραγωγής και αποθήκευσης λιπασμάτων στην εναγομένη, αρνούνταν να παράσχει τραπεζικές εγγυήσεις για την κάλυψη μέρους του υφισταμένου χρέους της, καθυστερούσε στην καταβολή αυτού και δεν συναινούσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για την εξασφάλιση της απαιτήσεως της εναγομένης, η οποία στις 6-6-2001 ανεχόταν σε 850.000.000 δρχ., εκ των οποίων 150.000.000 δρχ.
ήταν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ μόνο 250.000.000 δρχ. καλύπτονταν από εγγυητικές επιστολές Τραπεζών. Τα άνω προβλήματα συνεζητήθησαν την 5-4-2001 στην Αθήνα μεταξύ των στελεχών της εναγομένης και του διευθύνοντα συμβούλου της ενάγουσας, όπως και την 15-5-2001. Παράλληλα δε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) από τον Απρίλιο του έτους 2001 άρχισε να εμπορεύεται λιπάσματα εισαγωγής από ημεδαπούς αντιπροσώπους της αλλοδαπής εταιρίας HYDRU S.A.
και εν τέλει αυτή (ενάγουσα) με την από 23-7-2001 εξώδικη καταγγελία που επιδόθηκε στην εναγομένη την 30-7-2001 κατήγγειλε την από 1-1-1998 σύμβαση αντιπροσωπείας ένεκα σπουδαίου λόγου, όπως επικαλείται. Όμως η καταγγελία αυτή, την οποία αρνήθηκε η εναγομένη, είναι άνευ αντικειμένου αφού η από ..... σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης έληξε κατά τα παραπάνω την 31-12-1999. 'Εκρινε δε το Εφετείο ότι, κατά συνέπεια των παραδοχών του αυτών το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως λόγω άκαιρης καταγγελίας ποσού 144.101,07 Ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί στηρίζεται σε διατάξεις που προϋποθέτουν υφιστάμενη αποκλειστική αντιπροσώπευση.
Περαιτέρω έκρινε ότι, εφ' όσον οι από 8-3-1993, 31-3-1998 και 15-3-1999 επίμαχες συμβάσεις αποκλειστικής αντιπροσωπείας μεταξύ των διαδίκων ήταν ορισμένου χρόνου και έληξαν την 31-12-1994 η πρώτη και την 31-12-1999 η δεύτερη και τρίτη και δεν συνεχίσθηκαν και μετά τη λήξη τους αυτή, ώστε να θεωρείται κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Π.Δ/τος 216/1991 ότι μετετράπησαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, δεν συντρέχει περίπτωση επιδίκασης στην αναιρεσείουσα των αξιουμένων με την αγωγή ποσών α) για προμήθειες από πωλήσεις σε τρίτους εντός της περιοχής αποκλειστικής της ευθύνης κατά τα έτη 2000 και 2001, γιατί οι πωλήσεις αυτές έγιναν μετά τη λήξη της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης και δεν αποδείχθηκε ειδική συμφωνία των διαδίκων για καταβολή τέτοιας προμήθειας και για τον μετά τη λήξη αυτής (αποκλειστικής αντιπροσώπευσης) χρόνο ενώ για τα έτη 1998 και 1999 (που ίσχυε η σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας) δέχθηκε ότι δεν έγιναν οι αναφερόμενες στην αγωγή πωλήσεις.
β) για πρόσθετες προμήθειες για πωλήσεις κοκκωδών λιπασμάτων κατά τα έτη 2000 και 2001 γιατί στηρίζεται σε σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης που έληξε 31-12-1999 και δεν απεδείχθη σχετική συμφωνία των διαδίκων μετά τη λήξη αυτής. Επίσης απέρριψε τα κονδύλια της αγωγής για πραγματοποιηθείσες επενδύσεις προς ίδρυση υποκαταστήματος στη Θεσσαλονίκη και για έξοδα διαφήμισης και προώθησης των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, που αναφέρονται σε χρόνο μετά τη λύση των ένδικων συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπείας, πρωτίστως ως αόριστα και με επάλληλη αιτιολογία για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι διότι δεν υφίστατο σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας μετά την 1-1-2000.
Η δε επικαλούμενη μίσθωση αποθήκης στην περιοχή Θεσσαλονίκης προς λειτουργία του Υπο/στήματος έλαβε χώρα την 13-10-1998, ενώ η σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης στην περιοχή Δυτικής Θεσσαλονίκης άρχισε την 15-3-1999. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει τις ένδικες αυτές αξιώσεις της αναιρεσείουσας για τους παραπάνω λόγους δεν παραβίασε ως προς τις αγωγικές αυτές αξιώσεις τα άρθρα 5, 8 παρ. 2 και 3 και 11 παρ. 2 του Π.Δ. 219/1991, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης συμβατικής σχέσης των διαδίκων, ως προς τον χρόνο διαρκείας, τον χρόνο και τρόπο λύσεως αυτή και τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων από αυτή, ενώ διέλαβε στην απόφασή του ως προς τα ζητήματα αυτά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό από τον 'Αρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθή υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.
Αφού δε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώνεται με σαφήνεια ως προς τον τρόπο και χρόνο της λήξης των από ..., .... και ..... ενδίκων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, ο χαρακτηρισμός της αναιρεσείουσας ως τοπικού εμπόρου για το πριν από την έναρξη των συμβάσεων αυτών χρονικό διάστημα και ο μη προσδιορισμός της νομικής φύσεως της συνεργασίας της αναιρεσίβλητης κατά το πριν από την έναρξη, το ενδιάμεσο και μετά τη λήξη των συμβάσεων αυτών χρονικό διάστημα με την αναιρεσείουσα και τους άλλους παράλληλους διανομείς των προϊόντων της, δεν αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, σε σχέση με τα οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναιρέσεως, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου και ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν συνιστούν, όπως προεκτέθηκε, ανεπαρκή αιτιολογία. Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, δεύτερος, τρίτος (κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Π.Δ. 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παραγρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ. τυπική προϋπόθεση της αποζημιώσεως πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η αξίωση δε αυτή αποζημιώσεως πελατείας γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.
Επομένως παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία.
Επομένως το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημιώσεως πελατείας του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991 και να απορρίψει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ποσού 778.687,00 ευρώ, με την αιτιολογία ότι στηρίζεται σε διατάξεις που προϋποθέτουν υφιστάμενη αποκλειστική αντιπροσώπευση, ενώ η ένδικη από .....
σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης δεν είναι ενεργός, αλλά έληξε την 31-12-1999 με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου διαρκείας της, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 9 παρ. 1 και11 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 219/1991, (αφού κατά τα προεκτεθέντα αποζημίωση πελατείας επιδικάζεται και στην περίπτωση λύσεως της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας με την πάροδο του ορισμένου χρόνου της) και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και κατέστησε αυτήν κατά το κεφάλαιο τούτο αναιρετέα. Επειδή ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο εκήρυξε αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για καταβολή ποσού 53.401,66 ευρώ για έξοδα διαφήμισης και προώθησης των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, το αίτημα αυτό είναι πράγματι αόριστο, καθ' όσον δεν προσδιορίζεται ο τρόπος κάθε επί μέρους δαπάνης διαφημίσεως μέσω περιοδικού, εφημερίδας, τηλεοράσεως, αφίσας, ομιλίας κλπ και δεν αρκεί μόνη η αναφορά του αριθμού τιμολογίου και των διαφημιστικών επιχειρήσεων.
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός, καθ' όσον αφορά τα επί μέρους κονδύλια των ετών 2000 και 2001 είναι και αλυσιτελής, αφού όπως προεκτέθηκε με επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, τα κονδύλια αυτά απερρίφθηκαν ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενα.
Επειδή ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα που αφορά το ποσό των 12.746.005, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα ως αποζημίωση για τη λύση των συμβάσεων εργασίας των απασχοληθέντων στο υποκατάστημα Θεσσαλονίκης υπαλλήλων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το αίτημα τόσο (όπως και τα λοιπά αιτήματα του υπό στοιχ.
Δ κεφαλαίου της αγωγής που αφορούσαν "επενδύσεις για την ίδρυση υποκαταστήματος στη Θεσ/νίκη") εξετάσθηκε και απορρίφθηκε. Περαιτέρω ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρους αυτού, με το οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό για εξόφληση προμηθειών δραχμών 6.000.000 από πωλήσεις προς την ΕΑΣ ......, που δεν είχε προβληθεί από την αναιρεσίβλητη και ότι με την παραδοχή αυτή διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αιτήματος για καταβολή προμήθειας 2% για πωλήσεις από 1-1-2000 έως 31-7-2001 προς πελάτες της αναιρσείουσας με δική της υπόδειξη ποσού 78.935.350 δραχ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε προμήθεια 6.000.000 δραχ.
ως δώρο της αναιρεσίβλητης γιατί "η ΕΑΣ ....." ώφειλε στην αναιρεσίβλητη 77.000.000 δραχ. και με τη μεσολάβηση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας κατεβλήθη η οφειλή αυτή, το οποίο δώρο δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί στις λογιστικές καρτέλες παρά μόνο ως προμήθεια, δεν αποτελεί παραδοχή ένστασης αποσβέσεως των παραπάνω αξιώσεων της αναιρεσείουσας με καταβολή, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ειδικότερα η σκέψη αυτή του Εφετείου γίνεται προς απόκρουση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα από 14-4-2000 επιστολής της αναιρεσίβλητης, η οποία αποτελεί συνέχεια της από 5-4-2000 επιστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη και στην οποία επιστολή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής (που αναγράφεται κατά λέξη στο δικόγραφο της από 14-10-2003 έφεσης της αναιρεσείουσας) αναφέρεται ότι η επιβεβαιούμενη με την επιστολή αυτή συμφωνία των διαδίκων για καταβολή προμήθειας 2% προς την αναιρεσείουσα ισχύει από 1/3-31-12-2000, ήτοι μετά τη λήξη των επίδικων συμφωνιών αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της αναιρεσίβλητης για την αναιρεσείουσα.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα καταβολής ποσού δραχ. 12.350.000 για προμήθεια 2% για πωλήσεις των ετών 1998 - 1999 προς την Ομοσπονδία ..... και ..... και ..... πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το αγωγικό αυτό αίτημα εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμο από το Εφετείο, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν τέτοιες πωλήσεις κατά τα έτη 1998 και 1999, που ίσχυαν οι ένδικες από ....
και ...... συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων αποκλειστικής αντιπροσώπευσης, διάθεσης και διανομής των προϊόντων της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα. Η κρίση δε αυτή του Εφετείου, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 293.470 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την καταγγελία εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης της υφισταμένης μεταξύ τους ένδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας και διανομής και τις πρακτικές της αναιρεσίβλητης αθεμίτου ανταγωνισμού, συνιστάμενες στην απόσπαση πελατείας και διάδοση δυσφημιστικών ειδήσεων κατ' άρθρο 12 Ν. 148/1914 και 920 Α.Κ.. Το Εφετείο απέρριψε την αξίωση αυτή της αναιρεσείουσας για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο οι πρακτικές αυτές αθεμίτου ανταγωνισμού της αναιρεσίβλητης. Μετά δε και την παραδοχή του Εφετείου ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν λύθηκε με καταγγελία της αναιρεσείουσας, αλλά με την παρέλευση του ορισμένου χρόνου της, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για παραβίαση των άρθρων 932 και 919 Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση παραβίασης των άρθρων αυτών του Α.Κ., πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο όγδοος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης από το Εφετείο των άρθρων 176 και 179 Κ.Πολ.Δικ. με το μη συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η σχετική κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επειδή συνακόλουθα με τα παραπάνω εκτεθέντα πρέπει, κατ' αποδοχή, ως βασίμου, του από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. τέταρτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για περαιτέρω εξέταση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί μερικώς κατά τα εις το σκεπτικό, τη με αριθ. 2138/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-
Παραπέμπει, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ