Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling lower court's evidence assessment was correct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident liability dispute. The appellants argued the lower court erred in assessing evidence and applying common sense principles, claiming the accident was solely the fault of an unknown driver. The court rejected these claims, finding the lower court's evaluation of evidence and application of common sense principles were legally sound and free from the specific defects outlined in the relevant articles of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a)(i), 559(1)(a)(ix), 559(1)(b), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged errors in evidence assessment or misapplication of common sense principles is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, consistent, and grounded in the proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 591 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 591/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. χας H. C. S. L. (Ε. Κ. Σ. Λ.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά, 2) Α. Μ. χας H. C. S. L. (Ε. Κ. Σ. Λ.), κατοίκου ..., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της I. J. A. (Η. Ζ. Α.) του H. C. S. L., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος H. C. S. L. και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (πρώην "..."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 1-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι: ο Η. Ζ. Α. (H. J. A.) του H. C. S. L., κάτοικος Ν. Σμύρνης Αττικής, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκούσε η μητέρα του Α. Μ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος H. C. S. L., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του - ήδη υπό στοιχ. 1 και 2 αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-12-2006 αγωγή της ήδη υπό στοιχ. 3 αναιρεσείουσας, την από 5-1-2007 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 1-3-2007 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 204/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, συνεκδικαζομένων των ως άνω από 4-12-2006, 5-12-2006 και 5-1-2007 αγωγών με την από 10-6-2008 (νέα) αγωγή του ήδη αποβιώσαντος H. C. S. L., εκδόθηκε αρχικά η 3231/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ακολούθως η 7183/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν: α) ο H. C. S. L. και η υπό στοιχ. 3 αναιρεσείουσα με την από 12-3-2015 αίτησή τους και β) το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με την από 22-7-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1718/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εν λόγω δύο αιτήσεις, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της μέρη και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Εκδόθηκε η 3643/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-6-2020 (αριθμ. εκθ. κατ....) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του [άρθρα 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], υπ' αριθμ.3643/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της υπ'αριθμ.7183/2013 απόφασής του με την υπ'αριθμ. 1718/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-2-2010 έφεση του ήδη αποβιώσαντος H. C. S. L. στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι ήδη δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, κατά της υπ'αριθμ. 3231/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθό μέρος στρέφεται κατά των αναιρεσίβλητων Π. Κ. και ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "....". Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.1085/2024,Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ..
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 2.696/1999, "8.
α) Σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρείς εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους), β) Στην περίπτωση αυτή, αλλαγή λωρίδας επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δίνεται έγκαιρα προειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα, γ) Στην περίπτωση που προβλέπεται στο εδάφιο α` της παρούσας παραγράφου, ο προβλεπόμενος τρόπος οδήγησης δε θεωρείται ότι αποτελεί προσπέρασμα κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.
Η διάταξη της περίπτωσης στ` της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού παραμένει εφαρμόσιμη.". Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.2696/1999 ορίζονται τα ακόλουθα : "1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν... 3. Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός".
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρα 561 παρ.1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...
Στις 11-12-2004 και περί ώρα 15.50', ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος στην από 20-02-2010 έφεση, Π. Ε. Κ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Fiat Auto Spa, τύπου Punto, 1242 cc, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στην ως άνω έφεση ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " .... " (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, ήτοι κατωτέρα της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στην περιοχή Αγίου Δημητρίου Αττικής, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα και συγκεκριμένα στην μεσαία (σ.σ.
λωρίδα) κυκλοφορίας αυτής. Επί του αυτοκινήτου του, στη θέση του συνοδηγού, επέβαινε ο Α. Δ. Π.. Την ίδια ώρα και επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, ομόρροπα με τον οδηγό Π. Ε. Κ. και προπορευόμενος λίγο σε σχέση με αυτόν, εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, ήτοι κατωτέρα της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, ο Ι.
Σ. Κ. (μη διάδικος), οδηγώντας Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου OPEL ASTRA . Κατά τον ίδιο χρόνο και επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, ομόρροπα με τους ανωτέρω οδηγούς, εκινείτο ο αρχικός ενάγων και ήδη εκκαλών στην από 20-02-2010 έφεση, Γάλλος υπήκοος, H. C. S. L. (ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι ήδη δύο πρώτοι αναιρεσείοντες), οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας στην έφεση αυτή ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Όταν ο τελευταίος αυτός οδηγός άρχισε να πλησιάζει στο ύψος του αριθμ. 270 της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, προ της συμβολής της με την οδό Υψηλάντου, που βρίσκεται αριστερά κατά την πορεία του και προ της στάσης του Μετρό, που υπήρχε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στην μεσαία λωρίδα της Λεωφόρου, κινούμενος στη δεξιά πλευρά αυτής και σε επαφή σχεδόν με την διακεκομμένη διαχωριστική των δύο αυτών λωρίδων γραμμή.
Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 270, η Λεωφόρος Βουλιαγμένης, είναι μονόδρομος, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με απλές κατά μήκος διακεκομμένες γραμμές, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρα, ενώ το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα, οριζόμενο με ειδική πινακίδα Ρ-32.
Την δεδομένη χρονική στιγμή, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών μέτρια, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα σταθερό εμπόδιο, αφού η Λεωφόρος στο σημείο αυτό είναι ευθεία. Στο ύψος του ως άνω οικοδομικού αριθμού, η Λεωφόρος Βουλιαγμένης διασταυρώνεται με την οδό Υψηλάντου, η οποία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, συμβάλλει και αριστερά, σε σχέση με την πορεία των ανωτέρω οχημάτων.
Επί της οδού Υψηλάντου, η οποία είναι μονόδρομος, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και στο ύψος της συμβολής της με την τελευταία, υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (Stop), που επέβαλε την διακοπή πορείας των οχημάτων, που εκινούντο επί της οδού αυτής, πριν την είσοδό τους στον ισόπεδο οδικό κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης κινούμενα οχήματα, καθώς και απαγορευτικές πινακίδες Ρ-28 (ήτοι απαγόρευση στροφής προς τα δεξιά) και πινακίδα Ρ-7 (απαγόρευση εισόδου σε όλα τα οχήματα, ήτοι από τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης προς την οδό Υψηλάντου).
Την στιγμή που ο Ι. Σ. Κ. εκινείτο κανονικά επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης και πλησίαζε στη συμβολή αυτής με την κάθετη εξ' αριστερών του οδό Υψηλάντου, ένα όχημα, πράσινου χρώματος τύπου τζιπ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο οδηγούσε άτομο αγνώστων στοιχείων, κινούμενο επί της οδού Υψηλάντου και ενώ στην πορεία του υπήρχε πινακίδα Ρ-2 (Stop) (αντί του από πρόδηλη παραδρομή αναφερομένου Ρ-1), που επέβαλε την υποχρεωτική διακοπή της πορείας, πριν από την είσοδο στον ισόπεδο οδικό κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία εκινούντο στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στην οποία πλησίαζε (άρθρο 4 παρ. 3 περ.
β'του Κ.Ο.Κ.), δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω ρυθμιστική πινακίδα, διακόπτοντας την πορεία του οχήματός του, προκειμένου να ελέγξει επιμελώς την κίνηση των οχημάτων της Λεωφόρου, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει καθώς είχε ορατότητα, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα διελεύσεως στα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης κινούμενα οχήματα, αλλά συνέχισε την πορεία του, με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και εισήλθε αιφνίδια και παντελώς ανέλεγκτα στη Λεωφόρο, έχοντας την πρόθεση στη συνέχεια να κατευθυνθεί προς Γλυφάδα, την στιγμή κατά την οποία διέσχιζαν την Λεωφόρο με νόμιμη ταχύτητα ο Ι.
Σ. Κ. και ο Π. Ε. Κ., οι οποίοι εκινούντο εκ δεξιών, σε σχέση με την πορεία του εν λόγω αυτοκινήτου και είχαν προτεραιότητα. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί, σχεδόν κάθετα, στην πορεία του κανονικά κινουμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ι.
Σ. Κ., ο οποίος τη στιγμή εκείνη, πλησίαζε στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Υψηλάντου, αιφνιδιασθείς δε και προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το άγνωστο αυτό όχημα, πραγματοποίησε άμεσα αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, εισερχόμενος, κατά ένα μέρος, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, όπου εκινείτο κανονικά ο Π.
Ε. Κ.. Ο ελιγμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί η σύγκρουση των δύο αυτών οχημάτων, δηλαδή του αυτοκινήτου του Ι. Σ. Κ. και του αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου. Τότε, ο άλλος οδηγός Π. Ε. Κ., ο οποίος, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, εκινείτο κανονικά στη μεσαία λωρίδα της Λεωφόρου και λίγο πιο πίσω από τον οδηγό Ι.
Σ. Κ., μόλις αντιλήφθηκε τον αναγκαστικό ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του ολίγον προπορευομένου οχήματος, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του ως άνω αγνώστου οδηγού του αγνώστων στοιχείων ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, στο ρεύμα πορείας του, το οποίο και ο ίδιος αντιλήφθηκε, προέβη αμέσως σε τροχοπέδηση και εξαναγκάστηκε και εκείνος να παρεκλίνει της ομαλής ευθείας πορείας του, πραγματοποιώντας ελαφρύ αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με το εξ' αριστερών του αυτοκίνητο του Ι.
Σ. Κ.. Πράγματι, με την κίνηση αυτή, κατάφερε μεν να αποφύγει τη σύγκρουση με το εξ αριστερών του κινούμενο αυτοκίνητο, όμως ενεργώντας τον αναγκαστικό αυτό ελιγμό, συγκρούστηκε με την δεξιά πλευρά του δίπορτου αυτοκινήτου που οδηγούσε και δη στο ύψος της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού και του καθρέπτη, με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της εκ δεξιών του διερχόμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων H.
C. S. L., ο οποίος τη στιγμή εκείνη εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου πλησίον της διακεκομμένης γραμμής και σε πλευρική απόσταση 1-1,5 μέτρων περίπου εκ δεξιών και ολίγον πιο πίσω από το ύψος του εμπροσθίου τμήματος του ως άνω και με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκινήτου. Έτσι, ο τελευταίος αυτός οδηγός H.
C. S. L., ευρισκόμενος ήδη σε πολύ μικρή απόσταση από το ως άνω αυτοκίνητο και αιφνιδιασθείς από την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, δεν κατέστη δυνατόν να προβεί σε οιονδήποτε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό. Εξαιτίας της πλευρικής σύγκρουσης των δύο οχημάτων και της ώθησης που δέχθηκε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα από τα αριστερά προς τα δεξιά, ο οδηγός της απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, ανατράπηκε επί του οδοστρώματος και αφού σύρθηκε μαζί και με τον αναβάτη της, διαγώνια και προς την δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, σε σχέση με την πορεία της, επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά των σταθμευμένων στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της Λεωφόρου Βουλιαγμένης μετά τη συμβολή της με την οδό Υψηλάντου, με αριθμούς κυκλοφορίας ...
δύο αυτοκινήτων, τα οποία λόγω της πρόσκρουσης μετακινήθηκαν και στη συνέχεια η μεν δίκυκλη μοτοσυκλέτα ακινητοποιήθηκε μεταξύ των δύο ως άνω οχημάτων, ο δε οδηγός της κατέπεσε στο οδόστρωμα της δεξιάς λωρίδας, όπου βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών, πλαστικών εξαρτημάτων κ.λ.π. Συνεπεία της πτώσης της δίκυκλης μοτοσυκλέττας στο οδόστρωμα, ο οδηγός H.
C. S. L., τραυματίστηκε σοβαρά (...) και η δίκυκλη μοτοσυκλέττα καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ το όχημα του Π. Ε. Κ. υπέστη μικρές υλικές ζημίες, στη δεξιά επιφάνειά του, ήτοι στη δεξιά πόρτα και το δεξιό καθρέπτη. Το άγνωστο όχημα, αφού εισήλθε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, εγκατέλειψε το σημείο του ατυχήματος και εξαφανίστηκε αμέσως μετά, κατευθυνόμενο προς Γλυφάδα.
Όταν κατέφθασε δε η Τροχαία στον τόπο του ατυχήματος, παρόντες ήταν ο οδηγός Π. Ε. Κ., ο συνοδηγός του οχήματός του και ο οδηγός Ι. Σ. Κ., ενώ το αυτοκίνητο του Π. Ε. Κ. δεν ανευρέθη στην τελική του θέση. Τα λοιπά στοιχεία του εν λόγω ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου πράσινου χρώματος, τύπου τζιπ και του οδηγού του, δεν κατέστη τελικά δυνατόν να εξακριβωθούν, παρά τις έρευνες της αστυνομικής αρχής, που επιλήφθηκε του ενδίκου ατυχήματος, όπως ρητά βεβαιώνει η μάρτυρας Α.
Γ. Μ., η οποία εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος H. C. S. L., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του ιδίου του ενάγοντος, των συγγενών αυτού και του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου, Π. Ε. Κ., οι οποίοι επέδειξαν τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια για τον εντοπισμό του διαφυγόντος οδηγού και συγκεκριμένα με την αναζήτησή του μέσω των εφημερίδων "..." (φύλλο της 29-06-2008) και "..." (φύλλο της 26-06-2008), ευθυνομένου έτσι προς αποζημίωση του ενάγοντος, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 περ.
α' του ν. 489/1976, του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και ήδη τρίτου των εφεσιβλήτων της από 20-02-2010 εφέσεως και εκκαλούντος της από 01-06-2010 αντίθετης εφέσεώς του. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και των συνεπειών του, ήταν ο άγνωστος οδηγός του ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, τύπου τζιπ, πράσινου χρώματος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις, παραβαίνοντας τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του (άρθρο 330 εδ.
β' Α.Κ.), η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν. Ειδικότερα, από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ν.2696/1999), πλησιάζοντας δε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, στον οποίο η προτεραιότητα οριζόταν με κατάλληλη σήμανση και συγκεκριμένα με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (Stop), που τον υποχρέωνε να διακόψει την πορεία του, πριν από την είσοδό του στον οδικό κόμβο, παραχωρώντας προτεραιότητα διελεύσεως στα οχήματα, τα οποία εκινούντο στην οδό προς την οποία πλησίαζε (άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999), δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του, όπως είχε υποχρέωση, πριν τη συμβολή της οδού Υψηλάντου στην οποία εκινείτο, με την μονής κατευθύνσεως Λεωφόρο Βουλιαγμένης, προκειμένου να ελέγξει προσεκτικά αν η κίνηση των οχημάτων επί της τελευταίας του επέτρεπε να συνεχίσει την πορεία του, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων που είχαν προτεραιότητα (άρθρο 26 παρ. 5 εδ.
α' του ν. 2696/1999) παρά συνέχισε παντελώς ανέλεγκτα την πορεία του, με την ίδια αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και εισήλθε αιφνίδια και απερίσκεπτα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, κατευθυνόμενος προς Γλυφάδα, τη στιγμή κατά την οποία διέσχιζαν αυτή οι οδηγοί Ι. Σ. Κ. και ο Π. Ε. Κ.. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του αγνώστου οδηγού του αγνώστου οχήματος, που παρεμβλήθηκε αρχικά στην πορεία του κανονικά κινούμενου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ι.
Σ. Κ., ήταν να αιφνιδιαστεί ο τελευταίος αυτός οδηγός και έτσι να αναγκαστεί, προκειμένου να αποφύγει σύγκρουση με το άγνωστο αυτό όχημα, να ενεργήσει άμεσα επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εισερχόμενος, εν μέρει, από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, όπου, όμως εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Π. Ε. Κ. και να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία του. Ο τελευταίος αυτός οδηγός, αιφνιδιασθείς τόσο από την παρεμβολή στην ευθεία πορεία του του αγνώστων στοιχείων οχήματος, το οποίο αντιλήφθηκε ενώ βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από τη συμβολή της Λεωφόρου Βουλιαγμένης με την οδό Υψηλάντου και πάντως, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, μικρότερη των 70 μέτρων, όσο και από τον ελιγμό του παραπλεύρως και από αριστερά αυτού κινουμένου αυτοκινήτου, προέβη αμέσως σε τροχοπέδηση, ενώ για να αποφύγει τη σύγκρουση με το τελευταίο όχημα, εξαναγκάστηκε να ενεργήσει και εκείνος ελαφρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και έτσι να συγκρουσθεί με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο H.
C. S. L., με αποτέλεσμα να καταστεί αναπότρεπτο το ένδικο ατύχημα, κατά την όμοια και ορθή, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκινήτου Π. Ε. Κ. δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ο οδηγός αυτός, εκινείτο με νόμιμη ταχύτητα, ήτοι κατωτέρα της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου και όταν αντιλήφθηκε την αντικανονική είσοδο του οδηγού του αγνώστου οχήματος στη Λεωφόρο και την αιφνίδια είσοδο του οδηγού Ι.
Σ. Κ.υ στην λωρίδα κυκλοφορίας του προέβη άμεσα στις μόνες ενδεδειγμένες ενέργειες, ως μέσος συνετός οδηγός και συγκεκριμένα τροχοπέδησε και πραγματοποίησε ελαφρό αποφευκτικό ελιγμό προς την δεξιά πλευρά της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση τόσο με το αγνώστων στοιχείων όχημα, όταν αυτό αναπάντεχα εισήλθε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και παρεμβλήθηκε αιφνίδια στην ευθεία πορεία του, όσο και με το παραπλεύρως, από αριστερά και ολίγον έμπροσθεν αυτού κινούμενο αυτοκίνητο του Ι.
Σ. Κ.υ, όταν ο τελευταίος αυτός οδηγός αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, κατά τα προεκτεθέντα, δηλαδή έπραξε αυτός ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα που τελικά και επέτυχε, λαμβανομένου υπόψη και της έντασης του αιφνιδιασμού του και του ελάχιστου χρόνου που είχε για να αντιδράσει, στα πλαίσια πάντοτε των δυνατοτήτων ενός μέσου συνετού οδηγού χωρίς, ωστόσο, να καταστεί δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουση με την κινούμενη από δεξιά του, παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο H.
C. S. L., με την οποία και συγκρούστηκε πλευρικά, λόγω της ελάχιστης απόστασης που χώριζε τα δύο αυτά οχήματα, αλλά και του δικαιολογημένου αιφνιδιασμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιήσει οιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Ο ισχυρισμός του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" (μη διαδίκου στη παρούσα δίκη), ότι ο ανωτέρω οδηγός Π.
Ε. Κ., δεν προέβη σε άμεση τροχοπέδηση του οχήματός του, όταν αντελήφθη την παράνομη κίνηση του αγνώστου οδηγού, δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, ενώ το ότι δεν ευρέθησαν ίχνη πέδησης επί του οδοστρώματος, δεν σημαίνει και ότι δεν τροχοπέδησε, καθόσον το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι το εν λόγω αυτοκίνητο διέθετε σύστημα A.B.S. (βλ.
έκθεση αυτοψίας) δηλαδή σύστημα αντιεμπλοκής των τροχών κατά την πέδηση και συνεπώς αποφυγής μπλοκαρίσματος αυτών (τροχών) επί του οδοστρώματος. Εξάλλου, ναι μεν στη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζεται ότι ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους (παρ. 1), ότι πριν από κάθε ελιγμό ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατευθύνσεως (παρ. 2) και ότι η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατευθύνσεως επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός (παρ. 3), πλην, όμως, μόνη η τροχοπέδηση (ως άλλη αποφευκτική ενέργεια) ενόψει του ότι, κατά με τους φυσικούς κανόνες και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ένα όχημα που ολισθαίνει επί του οδοστρώματος κινείται μόνο κατ' ευθεία γραμμή, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή της απειλούμενης συγκρούσεώς του, καταρχήν με το ως άνω από αριστερά του κινούμενο όχημα, που συνειδητά ο οδηγός του, πλην κατά τρόπο εξαναγκασμένο, συνεπεία της αιφνίδιας εισόδου του αγνώστου οχήματος στην πορεία του, παρεξέκλινε της ομαλής ευθείας πορείας του και εισήλθε εν μέρει στην μεσαία λωρίδα, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π.
Ε. Κ., κίνηση που στην προκειμένη περίπτωση, θα είχε ως συνέπεια την πρόσκρουσή του στην αριστερή πλευρά του τελευταίου οχήματος, το οποίο ακολούθως, λόγω της ώθησης προς τα δεξιά, που θα δεχόταν, θα κατέληγε τελικά να παρεμβληθεί και πάλι αιφνίδια στην πορεία της κινούμενης, σε μικρή απόσταση, από δεξιά του δίκυκλης μοτοσυκλέτας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τον ελάχιστο χρόνο (απειροελάχιστα δευτερόλεπτα) αντίδρασης του κάθε εμπλακέντος οδηγού.
Περαιτέρω, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 7183/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας H. C. S. L., στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, δεν αποδείχθηκαν.
Ο τελευταίος αυτός οδηγός εκινείτο κανονικά στο δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εξαιτίας και του διαφορετικού μήκους των δύο οχημάτων, δεδομένου ότι, κατ' άρθρο 17 παρ. 8 του ΚΟΚ επιτρέπεται μέσα σε κατοικημένες περιοχές και σε μονόδρομους που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές - στοίχους και όχι όπισθεν του οχήματος αυτού, αλλά και με ενδεδειγμένη ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, η δε πολύ μικρή απόσταση στην οποία βρισκόταν (περίπου 2 μέτρα) την στιγμή που το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει προς τα δεξιά ελιγμό και να παρεμβληθεί έτσι στην πορεία του επιπλέον και ο αιφνιδιασμός του ίδιου του οδηγού H. C. S. L., του στέρησαν τη δυνατότητα οιουδήποτε αποφευκτικού της σύγκρουσης ελιγμού, με αποτέλεσμα να επιπέσει με την αριστερή πλευρά του οχήματός του επί της δεξιάς πλευράς του οχήματος που οδηγούσε ο Π.
Ε. Κ., να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του και να ανατραπεί μαζί με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα επί του οδοστρώματος, να συγκρουστεί με δύο οχήματα, που ήταν σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, μετά τη συμβολή της με την οδό Υψηλάντου, τα οποία μετακινήθηκαν και στη συνέχεια, αφού ακινητοποιήθηκε η μοτοσυκλέτα μεταξύ των δύο αυτών σταθμευμένων οχημάτων, να καταπέσει ο αναβάτης της στο οδόστρωμα, σοβαρά τραυματισμένος.
Το γεγονός ότι δεν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο οδόστρωμα, καταδεικνύει ότι ο οδηγός της αιφνιδιάστηκε, διότι ακόμα και ενστικτωδώς, στη θέα του εμποδίου θα τροχοπεδούσε ή θα προέβαινε σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι ο ως άνω οδηγός είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα ( και δη 100 χ/ω), αντίθετα αποδείχθηκε ότι κινούνταν κανονικά με 40-50 χ/ω περίπου, γεγονός που ενισχύεται και από τις μικρές υλικές ζημίες που υπέστη το αυτοκίνητο του Π.
Ε. Κ. (βαθούλωμα στην δεξιά πόρτα του συνοδηγού και θραύση του δεξιού καθρέπτη), αλλά και από το ότι η μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση ανατράπηκε αμέσως στο οδόστρωμα μαζί με τον οδηγό της, ο οποίος δεν εκτινάχθηκε, παρά σύρθηκε επί του οδοστρώματος η δε πορεία της μοτοσυκλέτας, μετά τη σύγκρουση οφείλεται στο ότι δεν προηγήθηκε καθόλου τροχοπέδηση αυτής, από τον αιφνιδιασθέντα οδηγό της, με συνέπεια να ανατραπεί, χωρίς να έχει μειωθεί η ταχύτητά της.
Άλλωστε, στην περίπτωση που ο εν λόγω οδηγός εκεινείτο με πολύ μεγάλη ταχύτητα, που πάντως δεν αποδείχθηκε, οι συνέπειες, κυρίως για τον ίδιο, θα ήταν πολύ μεγάλες, πιθανόν και θανάσιμες, ενόψει και της φύσεως του οχήματος που οδηγούσε (εύκολη απώλεια ισορροπίας, μηδαμινή προστασία επιβάτη σε περίπτωση ανατροπής) [...] Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, μόνη ενεργός αιτία της πρόκλησης της ένδικης σύγκρουσης μεταξύ των ως άνω οχημάτων, ήταν η παραβίαση της ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-2 (Stop) του αγνώστου οδηγού, των αγνώστων στοιχείων οχήματος και η παράνομη, ανέλεγκτη και αιφνίδια είσοδος αυτού σχεδόν κάθετα στο ρεύμα πορείας των ανωτέρω αυτοκινήτων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς και με την επελθούσα ζημία του παθόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, η μη δε σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ι.
Σ. Κ. και εκείνου που οδηγούσε ο Π. Ε. Κ., δεν αποτελεί διακοπτικό του αιτιώδους αυτού συνδέσμου περιστατικό, καθώς ο δεύτερος, αντιληφθείς τον κίνδυνο συγκρούσεώς του με το παρεμβληθέν, αναγκαστικά, λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του αγνώστου οδηγού, ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκίνητο του πρώτου ως άνω οδηγού, εξαναγκάστηκε να πραγματοποιήσει και ο ίδιος αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του.
Στις παραπάνω κρίσεις, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, οδηγείται το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα τα στοιχεία της προανακριτικής δικογραφίας, ιδίως την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η αρμόδια αστυνομική αρχή, που επιλήφθηκε του συμβάντος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται η πιθανή πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου και η πιθανή πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και αποτυπώνονται τα ευρήματα, ήτοι θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, καθώς και λάδια ή νερά, τα οποία ξεκινούν από το δεξιό μέρος της μεσαίας λωρίδας, πλησίον της διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής (πιθανό σημείο σύγκρουσης) και καταλήγουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας, όπου και ανατράπηκε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα.
Εξάλλου, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την αυθημερόν (11-12-2004) δοθείσα προανακριτική ένορκη κατάθεση του αναφερομένου στην έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτη μάρτυρα, Α. Δ. Π., ο οποίος περιγράφει τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα χαρακτηριστική της παραβίασης από άγνωστο οδηγό της υπάρχουσας στην πορεία του ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-2 (Stop), είναι η μαρτυρία αυτού, ο οποίος στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης, ρητά κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Ενώ κινούνταν κανονικά ...επί της μεσαίας λωρίδας (εννοεί το αυτοκίνητο του Π.
Ε. Κ., στο οποίο και επέβαινε ο ίδιος), ξαφνικά ένα "τζιπ" από μία κάθετη της Λεωφ. Βουλιαγμένης παραβίασε το STOP και ένα αυτοκίνητο μάρκας OPEL (εννοεί του Ι. Σ. Κ.υ) κινούμενο επί της αριστερής λωρίδας, ενήργησε δεξιό ελιγμό και αμέσως και εμείς (δηλαδή ο Π. Ε. Κ.) ενεργήσαμε δεξιό ελιγμό για να μη συγκρουσθούμε μεταξύ μας ...".
Η κατάθεση του μάρτυρος αυτού, για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει, ενισχύεται σοβαρά και επιβεβαιώνεται από τις προανακριτικές καταθέσεις των οδηγών Ι. Σ. Κ.υ και Π. Ε. Κ., οι οποίες δεν αναιρούνται από κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας και ιδιαίτερα από την δοθείσα αυθημερόν (11-12-2004) προανακριτική κατάθεση του οδηγού Ι.
Σ. Κ.υ, ο οποίος φέρεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, αλλά και την ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατάθεσή του, όπου βεβαιώνει μετά λόγου γνώσεως τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, αλλά και από την από 22-04-2005 έκθεση εξέτασης, ως κατηγορουμένου, του οδηγού Π. Ε. Κ., ο οποίος αντιλήφθηκε την αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδο του αγνώστου οχήματος από την οδό Υψηλάντου στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και στο ρεύμα πορείας του εξ' αριστερών του κινουμένου οχήματος.
Επίσης, ως προς την ύπαρξη αγνώστου οχήματος, τύπου τζιπ, την δεδομένη χρονική στιγμή, την εμπλοκή του οποίου αρνείται το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, αμφισβητώντας την παθητική νομιμοποίησή του, επικαλούμενο την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνταχθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σχετικής ποινικής δικογραφίας, στην οποία δεν γίνεται αναφορά για την εμπλοκή οιουδήποτε άλλου οχήματος, πλην των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων, συνεκτιμάται η κατάθεση του μάρτυρος Χ.
Σ. Γ., ο οποίος τη δεδομένη χρονική στιγμή εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, πίσω από την δίκυκλη μοτοσυκλέτα και σε απόσταση 70 περίπου μέτρων. Ο εν λόγω οδηγός, στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης, αλλά και εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καθώς και στις 26-01- 2009, στο ακροατήριο του ποινικού Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της εναντίον του Π.
Ε. Κ. κατηγορίας για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του H. C. S. L., ρητώς αναφέρθηκε στην ύπαρξη του εν λόγω οχήματος, το οποίο εισήλθε στην Λεωφόρο από κάθετη οδό παραβιάζοντας την ρυθμιστική πινακίδα Stop, γεγονός που εξανάγκασε τον οδηγό του προπορευομένου οχήματος Π. Ε. Κ. να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό .
Έτσι, από μόνο το γεγονός ότι στην έκθεση αυτοψίας, ως μοναδικά εμπλακέντα οχήματα φέρονται αυτό που οδηγούσε ο Π. Ε. Κ. και αυτό που οδηγούσε ο H. C. S. L. και ουδεμία μνεία γίνεται για εμπλοκή του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ι. Σ. Κ. και του αγνώστων στοιχείων οχήματος, δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη του εν λόγω οχήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, που έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος, μετά παρέλευση σαράντα (40) λεπτών της ώρας από το χρόνο που συνέβη αυτό.
Τέλος, με την υπ' αριθμ. 6288/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Π. Ε. Κ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του H. C. S. L. και με την υπ' αριθμ. 6749/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την ίδια πράξη (βλ.
πρακτικά και αποφάσεις που νόμιμα μετ' επικλήσεως προσκομίζονται). Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι προμνημονευόμενες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη και χρησιμεύουν μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως ότι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειες αυτής ήταν ο άγνωστος οδηγός των αγνώστων στοιχείων αυτοκινήτου και απέρριψε τις από 04-12-2006 και 05-12-2006 αγωγές ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους αυτής Π.
Ε. Κ. και ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ".... " και δέχθηκε εν μέρει την από 10-06-2008 αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις παραδεκτώς προβληθείσες από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", νόμιμες ενστάσεις περί συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 Α.Κ.) στις από 10-06-2008 και 04-12-2006 αγωγές του ενάγοντος H.
C. S. L., για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας απόφασης, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του επιμελώς εκτίμησε και, κατά συνέπεια, απορριπτέοι κρίνονται οι σχετικοί λόγοι των από 20-02-2010 και 01-06-2010 εφέσεων, ως ουσιαστικά αβάσιμοι...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του Α.Κ., 12 παρ.1, 17 παρ.8 και 21 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη: 1) Ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά του άγνωστου οδηγού, ο οποίος, οδηγώντας το αγνώστων στοιχείων Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτής, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ στην πορεία του, επί της οδού Υψηλάντου στην οποία κινείτο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα, που κινούνταν στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, η οποία στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 270, είναι μονόδρομος, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με απλές κατά μήκος διακεκομμένες γραμμές, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων, το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο είναι 50 χλμ/ωρα, οριζόμενο με ειδική πινακίδα Ρ-32 και διασταυρώνεται με την οδό Υψηλάντου, που συμβάλλει από αριστερά, σε σχέση με την πορεία των κινουμένων προς Γλυφάδα οχημάτων, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, αλλά, συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, με την ίδια αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και εισήλθε αιφνίδια στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, με σκοπό να κατευθυνθεί προς Γλυφάδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών κινουμένων επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης χρηστών της οδού, έμπροσθεν ή πλαγίως του, οι οποίοι είχαν προτεραιότητα διελεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, σχεδόν καθέτως, στην πορεία του, κανονικά κινουμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης και έχοντος προτεραιότητα έναντι αυτού, Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής OPEL τύπου ASTRA, που οδηγούσε ο Ι. Κ. (μη διάδικος), κινούμενος με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, κατωτέρα της επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ωρα, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Γλυφάδα, ο οποίος προς αποφυγή της σύγκρουσης με το ως άνω αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας όχημα, ενήργησε άμεσα αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της σύγκρουσης με το τελευταίο όχημα (αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας), πλην όμως, πραγματοποιώντας τον αναγκαστικό αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, εισήλθε, κατά ένα μέρος, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, όπου εκινείτο με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, κατωτέρα της επιτρεπομένης των 50 χλμ/ωρα, με την ίδια κατεύθυνση (από Αθήνα προς Γλυφάδα), λίγο πιο πίσω από το προαναφερθέν όχημα, ο Π.
Κ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε τον αναγκαστικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του προπορευομένου οχήματος, Ι.
Κ., λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής στο ρεύμα πορείας αυτού, του ως άνω αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, αιφνιδιασθείς, τόσο από την ανέλεγκτη και αιφνίδια παρεμβολή του τελευταίου οχήματος στην πορεία του Ι. Κ., το οποίο και ο ίδιος (ο Π. Κ.) αντιλήφθηκε, ενώ ευρίσκετο σε απόσταση μικρότερη των 70 μέτρων από τη συμβολή των άνω οδών (Λεωφόρου Βουλιαγμένης και Υψηλάντου), κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, όσο και από τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό του παραπλεύρως και εξ αριστερών αυτού κινουμένου αυτοκινήτου του Ι.
Κ., προέβη αμέσως σε πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εξαναγκασθείς να παρεκλίνει της ομαλής ευθείας πορείας του, προς αποφυγή της σύγκρουσης με το εξ' αριστερών αυτού κινούμενο αυτοκίνητο (του Ι. Κ.), ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της σύγκρουσης με το προαναφερθέν όχημα, πλην όμως, πραγματοποιώντας τον αναγκαστικό αυτό προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό, προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του οχήματός του και δη στο ύψος της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού και του καθρέπτη, στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά της εκ δεξιών του διερχόμενης με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο αρχικός ενάγων Γάλλος υπήκοος, H. C. S. L. (ήδη αποβιώσας, του οποίου μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τυγχάνουν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες), ιδιοκτησίας της ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη τρίτης αναιρεσείουσας), κινούμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης πλησίον της διακεκομμένης γραμμής και σε πλευρική απόσταση 1-1,5 μέτρων περίπου εκ δεξιών και ολίγον πιο πίσω από το εμπρόσθιο τμήμα του οδηγούμενου από τον Π.
Κ. αυτοκινήτου, ο οποίος (οδηγός μοτοσυκλέτας), κινούμενος σε πολύ μικρή απόσταση από το προαναφερόμενο αυτοκίνητο και αιφνιδιασθείς από την παρεμβολή αυτού στην πορεία του, δεν κατέστη δυνατόν να προβεί σε οιονδήποτε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό, με αποτέλεσμα εξαιτίας της πλευρικής σύγκρουσης των δύο οχημάτων και της ώθησης που δέχθηκε το όχημά του (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) από τα αριστερά προς τα δεξιά, να απωλέσει ο οδηγός τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, η οποία αφού ανατράπηκε επί του οδοστρώματος και σύρθηκε μαζί με τον αναβάτη της, διαγώνια και προς την δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, σε σχέση με την πορεία της, επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά των σταθμευμένων στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, μετά τη συμβολή της με την οδό Υψηλάντου, δύο αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, 2) Ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Κ., πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητό του, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ωρα, έχοντας προτεραιότητα έναντι του κινούμενου επί της οδού Υψηλάντου αγνώστου οδηγού, αιφνιδιάσθηκε δε, από την όλως αιφνίδια παρεμβολή του τελευταίου στην κανονική πορεία του κινουμένου επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, οχήματος του Ι.
Κ., όσο και από τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά του αμέσως προαναφερομένου οδηγού, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της ένδικης από 4-12-2006 αγωγής του αρχικώς ενάγοντος, ως προς τους (πρώτο και δεύτερη) εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους.
Επίσης, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης των οχημάτων, της οδηγικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και κυρίως-ιδιαιτέρως το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού των αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του ως άνω τελευταίου οδηγού και της σύγκρουσης που επακολούθησε, καθώς και της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Κ., οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα: 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, 2) περιγράφεται η πορεία και η κατεύθυνση του αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο άγνωστος οδηγός και ειδικότερα ότι αυτός κινείτο επί της οδού Υψηλάντου, επί της οποίας και στη συμβολή της με τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), με πρόθεση να εισέλθει στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, 3) περιγράφεται, επίσης, η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Π. Κ. και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, κινείτο επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ωρα, με κατεύθυνση προς Γλυφάδα, 4) αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά του αγνώστου οδηγού, ο οποίος έχοντας πρόθεση να εισέλθει στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, προκειμένου να κατευθυνθεί, ομοίως, προς Γλυφάδα, δεν διέκοψε, προηγουμένως, ως όφειλε, την πορεία του, στη συμβολή της οδού Υψηλάντου με εκείνη της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα με κανονική ταχύτητα κινούμενα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης οχήματα και έχοντα έναντι αυτού προτεραιότητα, αλλά εισήλθε ανέλεγκτα στην τελευταία οδό, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού, των κινουμένων έμπροσθεν ή πλαγίως αυτού οχημάτων , που οδηγούσαν ο Ι.
Κ. και ο Π. Κ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, 6) αναφέρεται η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού Π. Κ. και ειδικότερα ότι αυτός, ενώ βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη των 70 μέτρων από τη συμβολή της Λεωφόρου Βουλιαγμένης με την οδό Υψηλάντου, αντιληφθείς τόσο την αιφνίδια παρεμβολή του αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος στην πορεία του παραπλεύρως και εξ αριστερών αυτού κινουμένου αυτοκινήτου του Ι.
Κ., όσο και τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του τελευταίου αυτοκινήτου, προέβη αμέσως σε πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εξαναγκασθείς να παρεκλίνει της ομαλής ευθείας πορείας του, προς αποφυγή της σύγκρουσης με το τελευταίο όχημα, ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της σύγκρουσης με το με το εξ αριστερών αυτού κινούμενο όχημα του Ι.
Κ., πλην όμως, παρά την ενεργούμενη από αυτόν τροχοπέδηση και του αναγκαστικού προς τα δεξιά αποφευκτικού ελιγμού, η σύγκρουση με την κινούμενη από δεξιά του, παράλληλα και λίγο πιο πίσω από το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο H. C. S. L., δεν αποφεύχθηκε, 7) μνημονεύονται ο τρόπος σύγκρουσης και τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο οχημάτων και ειδικότερα ότι συγκρούστηκαν το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. επιβατηγό αυτοκίνητο με τη δεξιά πλευρά του και δη στο ύψος της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού και του καθρέπτη με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας, 8) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού των αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, οδηγώντας το όχημά του, τύπου τζιπ, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ στην πορεία του, επί της οδού Υψηλάντου, επί της οποίας κινείτο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα, που κινούνταν στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, αλλά εισήλθε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, χωρίς να διακόψει την πορεία του οχήματός του, όπως όφειλε, και, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν έμπροσθεν ή πλαγίως του, που είχαν προτεραιότητα έναντι αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, στην πορεία των, εχόντων προτεραιότητα έναντι αυτού, Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτων, που οδηγούσαν οι προαναφερόμενοι Ι. Κ. και Π. Κ., 9) διευκρινίζεται ότι η πέδηση και ο ελάχιστος αποφευκτικός προς τα δεξιά ελιγμός του οδηγού Π. Κ. ήταν οι ενδεδειγμένες ενέργειες προς αποφυγή της σύγκρουσης με το εξ αριστερών αυτού κινούμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, του οδηγού Ι. Κ. και 10) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού των αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα και η έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού Π.
Κ., πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αγνώστου οδηγού των αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ίδιο (άγνωστο οδηγό), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν αιτιολογείται: α) ότι ο αποφευκτικός ελιγμός που ενήργησε ο οδηγός Π. Κ. προς τα δεξιά ήταν απολύτως αναγκαίος για την αποφυγή συγκρούσεως με το όχημα του Ι.
Κ., β) ότι ο ελιγμός αυτός, χωρίς να έχει θέσει εγκαίρως το δεξιό δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, όπως όφειλε, καθώς και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού ήταν ενδεδειγμένος και γ) για ποιο λόγο ο αποφευκτικός ελιγμός που ενήργησε ο οδηγός Π.
Κ. προς τα δεξιά δεν θεμελιώνει την υπαιτιότητά του, δεδομένου ότι το άρθρο 17 παρ.8 Κ.ΟΚ. επιτρέπει την αλλαγή λωρίδας, μόνον εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δίνεται έγκαιρα προειδοποίηση και το άρθρο 21 Κ.Ο.Κ. επιβάλει στους οδηγούς οχημάτων να ενεργούν με σύνεση και προσοχή, είναι αβάσιμες και απορριπτέες καθόσον, όπως προαναφέρθηκε με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογείται η έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού Π.
Κ. και της πρόκλησης του ατυχήματος, το οποίο οφείλεται στο ότι ο άγνωστος οδηγός οδηγώντας το αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας όχημα κινούμενος επί της οδού Υψηλάντου επιχείρησε να εισέλθει στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, όπου εκινούντο τα έχοντα προτεραιότητα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα των οδηγών Ι. Κ. και Π. Κ., για τους λόγους που προεκτέθηκαν.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί του ότι οι κρίσεις της προσβαλλόμενης, ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής, περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως (Α.Π. 1322/2024, Α.Π. 1342/2023), η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αγνώστου οδηγού των αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ α'και 19 του Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενες πλημμέλειες και συνακόλουθα οι συναφείς πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Οι περαιτέρω προβαλλόμενες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.β'του Κ.Πολ.Δ.), με τις παραδοχές του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, πλην της πεδήσεως που ενήργησε ο οδηγός Π. Κ., ήταν αναγκαίος και αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά, προς αποφυγή της συγκρούσεως του οχήματός του με το εξ αριστερών κινούμενο όχημα του Ι.
Κ., είναι απαράδεκτες, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των αποδειχθέντων περιστατικών, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση , να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (Α.Π. 1032/2024, Α.Π. 1709/2024, Α.Π. 1342/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3643/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για εκάστη ομάδα από αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ