Legislator Case Law & Legislation
591/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative decision regarding agricultural land ownership and grazing rights.

Case Number 591/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the administrative decision concerning the ownership of agricultural land and grazing rights. The Court found the lower court's decision inadmissible because it failed to determine if specific rocky outcrops were under physical control for animal husbandry or if they shared the same legal identity as the agricultural land. Consequently, the appeal was accepted for the appellants other than the seventh appellant, and the case was remitted to the Court of First Instance for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The administrative court must explicitly determine whether specific rocky formations are under physical control for animal husbandry and share the same legal identity with the agricultural land to justify their exclusion from the grazing area.

Keywords

AI generated
agricultural land ownership grazing rights rocky formations physical control legal identity administrative appeal remittal to first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Ε., 2) Ε. Σ. του Δ., 3) Χ. Σ. του Δ., …… 8) Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 9) Χ. Μ. του Ε., συζ. Ε. Π., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ε. Δ., και κατέθεσε προτάσεις, 10) Δ. Κ. του Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ι.

Λ., και κατέθεσε προτάσεις, 11) Ι. Λ. του Ν., συζ. Δ. Κ., Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, η οποία ως δικηγόρος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, 12) Σ. Κ. του Π., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Δ., και κατέθεσε προτάσεις, 13) Β. Κ. του Π., συζ. Σ. Κ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Ε. Δ., αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: Α) ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 23-7-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Ά.

Π. του Ε. και της Χ. και 2) Α.-Μ. Π. του Ε. και της Χ., κάτοικοι ... Αττικής, και 3) Χ. Μ. του Ε. και της Ά., χήρα Ε. Π., υπό στοιχείο 9 ήδη αναιρεσίβλητη, κάτοικος ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις, Β) η υπό στοιχείο 13 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις 31-3-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Σ. Κ. του Σ. και της Β., κάτοικος ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Ζηκογιάννης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητος, ο οποίος ως άνω δηλώθηκε, απεβίωσε στις 23-7-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... Αττικής, έχει και τα εξής τέκνα από άλλο γάμο, τα οποία συνεχίζουν την παρούσα δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Κ. Π. του Ε., κάτοικο ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Π. του Ε., κάτοικο ... Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2007 αγωγή των υπό στοιχεία 1 έως 6 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 26-2-2007 κύρια παρέμβαση των υπό στοιχεία 8 έως 13 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 3-5-2007 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου, 38/2012, 150/2012 μη οριστικές, 35/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 20-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 118/2022, ΑΠ 608/2021). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ.

και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους, ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται, κατά το άρθρο 287 του ίδιου κώδικα, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μην εχώρησε, και η απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 280/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ ...8/2017, ΑΠ 1596/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του ή τον ομόδικο του υπέρ ου που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και, αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο (καθολικό διάδοχο του θανόντος διαδίκου), η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας προς αποποίηση (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 15.../2022, ΑΠ 649/2020).

Τέτοιο δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από τον διάδικο ή τον δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο (ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ 1008/2022,ΑΠ 624/2022).

Τέτοιο δικόγραφο είναι και το, κατ` άρθρο 566 ΚΠολΔ, δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, όπως και η πράξη κλήσης για συζήτηση κάτωθι αυτής (πρβλ ΑΠ 281/2023, ΑΠ 15.../2022, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 265/2022). 'Ετσι, στην περίπτωση διακοπής λόγω θανάτου διαδίκου, με την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 291 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από την κοινοποίηση προς τον (τους) καθολικό (-κούς) διάδοχο (-χους) του αποβιώσαντος διαδίκου, χωρεί αυτοδίκαιη επανάληψη της δίκης, δηλαδή, χωρίς να απαιτείται απόφαση που να κηρύσσει επαναληφθείσα τη δίκη ή άλλη δήλωση διαδίκου, και το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 639/1984). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 101, 286 επ. 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 35 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση (ΑΠ 283/2023, ΑΠ 1039/2020, ΑΠ 1704/2011).

Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (όπως είναι η έφεση ή η αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση, όμως, αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987, ....../2022, ΑΠ 7.../2021, ΑΠ 1138/2021). [4] Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 β`, 309 εδ. 1, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 634/2021, ΑΠ 327/2020).

Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1 με εκείνες των άρθρων 74, 75, 76, 558 εδ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) κατά την οποία η θέση εκάστου διαδίκου είναι ανεξάρτητη απέναντι των λοιπών, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιον από τους διαδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσος της αναίρεσης και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τους λοιπούς ομόδικους (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 351/2019, ΑΠ ...1/2009).

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομόδικους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/2012). [5] Ο αντιποιούμενος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης και κυρίως, παρεμβαίνων σ' αυτήν, κατά το άρθρο 79 παρ. 1ΚΠολΔ, καθίσταται μεν κύριος διάδικος, πλην, ως αντιδικών προς όλους τους αρχικούς διαδίκους έναντι των οποίων και επιδιώκει με την παρέμβασή του να εξέλθει νικητής, δεν τελεί σε σχέση ομοδικίας, απλής ή αναγκαστικής, με κάποιον από αυτούς, ήτοι μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 45/2022) ούτε μεταξύ των τελευταίων (ΑΠ 651/2004, ΑΠ ...17/2010).

Αυτός δεσμεύεται από το δεδικασμένο που δημιουργείται από την απόφαση επί της κυρίας παρέμβασής του, το οποίο εκτείνεται και στους αρχικούς (κυρίους) διαδίκους, δεν μετέχει, όμως, στη δίκη επί της αγωγής και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από το επ' αυτής δεδικασμένο, εκτός αν συντρέξει άλλος, πέραν της ιδιότητάς του ως κυρίως παρεμβαίνοντος, λόγος επέκτασης του εν λόγω δεδικασμένου και σ' αυτόν (ΑΠ ...23/1998).

Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι εναγόμενοι της κύριας παρέμβασης με την οποία ο κυρίως παρεμβαίνων διεκδικεί για τον εαυτό του την κυριότητα του, με την αγωγή, διεκδικούμενου ακινήτου (ΑΠ 682/2020, ΑΠ 904/2015, ΑΠ ...17/2010, ΑΠ 470/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη, από 20-02-2018, αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 35/... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εβδόμου αναιρεσιβλήτου, Ν. Φ. του Ι., και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, όπως αυτή προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Οι έξι πρώτοι (αρχικοί) αναιρεσίβλητοι, Δ. Σ., Ε. Σ., Χ. Σ., Ε. Σ., Θ. Β. και Δ. Β., άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, την από 03-01-2007 αγωγή τους, κατά του Ν. Φ., έβδομου (αρχικού) αναιρεσιβλήτου, με την οποία, αφού εξέθεταν ότι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 6/... εξ αδιαιρέτου ο πρώτος, 2/... εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο απ' αυτούς, και 1/...

εξ αδιαιρέτου καθένας από τους πέμπτο και έκτο απ' αυτούς, του περιγραφόμενου κατά είδος, θέση και όρια αγροτικού ακινήτου (σκληροχώραφο), περιμανδρωμένου με ξερολιθιά, συνολικής επιφάνειας 170 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ... του Δήμου ..., με τον αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, προσμετρώντας για την έκτακτη χρησικτησία και τη νομή διανοία κυρίου των απώτατων δικαιοπαρόχων τους, από το έτος ..., και ότι το ανωτέρω ακίνητό τους, κατά την ολοκλήρωση, στις 24-11-...

του Εθνικού Κτηματολογίου της νήσου ..., κτηματογραφήθηκε ως ολικής έκτασης 126.805,84 τ.μ., τα οποία έλαβαν ΚΑΕΚ ..., ... και ..., επιφάνειας 82.520 τ.μ., 9.509 τ.μ. και 34.776,84 τ.μ., αντίστοιχα, από τα οποία μόνο το τρίτο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία τους ενώ εσφαλμένα τα ανωτέρω ..., ... καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του εναγόμενου - έβδομου αναιρεσιβλήτου, Ν.

Φ., ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους και τη διόρθωση στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε να εγγραφούν οι ίδιοι ως κύριοι αυτών. Στη δίκη που ανοίχθηκε με την παραπάνω αγωγή, οι όγδοος έως και 13η (αρχικοί) αναιρεσίβλητοι, Ε. Π., Χ. Μ.

συζ. Ε. Π., Δ. Κ., Ι. Λ. συζ. Δ. Κ., Σ. Κ. και Β. Κ. συζ. Σ. Κ., με το από ... δικόγραφό τους, άσκησαν κατά των παραπάνω εναγόντων και εναγόμενου, στο αυτό παραπάνω δικαστήριο, κύρια παρέμβαση, επικαλούμενοι ότι: 1) ο πρώτος και δεύτερη απ' αυτούς κατέστησαν συγκύριοι, κατ' ισομοιρίαν, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα), λόγω αγοράς από τους ανωτέρω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους του περιγραφόμενου κατά θέση και όρια αγροτεμαχίου, έκτασης 8.311 τ.μ., από την οποία έκταση 4.203 τ.μ. (βόρειο) και 4.108 τ.μ. (νότιο) καταλαμβάνει αντίστοιχα μέρος των ..., ... γεωτεμαχίων, 2) ο τρίτος και τέταρτος κατέστησαν συγκύριοι, κατ' ισομοιρίαν, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα), λόγω αγοράς από τους ανωτέρω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους του περιγραφόμενου κατά θέση και όρια αγροτεμαχίου, έκτασης 4....8 τ.μ., από την οποία έκταση 2.060 τ.μ. (βόρειο) και 2.108 τ.μ. (νότιο) καταλαμβάνει αντίστοιχα μέρος των ..., ... γεωτεμαχίων, και 3) ο πέμπτος και η έκτη κατέστησαν συγκύριοι, κατ' ισομοιρίαν, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα), λόγω αγοράς από τους ανωτέρω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους του περιγραφόμενου κατά θέση και όρια αγροτεμαχίου, έκτασης 10.034 τ.μ., που περιέχεται στο ... γεωτεμάχιο, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί η αντίστοιχη συγκυριότητά τους στο αντίστοιχο αγροτεμάχιο και να διαταχθεί η διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής που φέρει τον έβδομο αναιρεσίβλητο ως ιδιοκτήτη αυτών.

Το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προς το οποίο είχε ανακοινωθεί η ανοιχθείσα, τόσο με την αγωγή όσο με την κύρια παρέμβαση, δίκη, με το από ... δικόγραφο κύριας παρέμβασης, που άσκησε στο αυτό παραπάνω δικαστήριο, κατά των διαδίκων της κύριας αγωγής και της κύριας παρέμβασης, επικαλούμενο ότι αυτό είναι κύριο, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, από γενόμενη διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, άλλως, ότι οι επίδικες εκτάσεις κατελήφθησαν από τη σύσταση του ελληνικού κράτους από αυτό ως αδέσποτες, κατά την έννοια των άρθρων ...

του Ν. 21-6/10-7-1837 και 2 παρ.1 α.ν. 1539/1938, 972 ΑΚ, άλλως, βάσει του άρθρου 1 του Β.Δ/τος της 3/15-12-1833, ως λειβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας έγγραφο (ταπί) και εξ αυτού του λόγου το ίδιο έχει τεκμήριο κυριότητας, και, τέλος, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνώρισης του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι την συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί των ως άνω γεωματεχίων και να διορθωθεί ως ανακριβής η παραπάνω πρώτη εγγραφή ώστε να εγγραφεί αυτό ως κύριο των επίδικων γεωτεμαχίων.

Επί της παραπάνω αγωγής και κυρίων παρεμβάσεων, που συνεκδικάστηκαν, ερήμην του κυρίως εναγόμενου-καθ' ου οι κύριες παρεμβάσεις, Ν. Φ., εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 25/29-2-2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία, αφού κρίθηκαν αντίστοιχα παραδεκτές και νόμιμες, αναβλήθηκε η οριστική επί της ουσίας απόφαση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, προς διαπίστωση του αμφισβητούμενου περιστατικού αν τα επίδικα ακίνητα με ΚΑΕΚ ...

και ..., εμπίπτουν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος στους επικαλούμενους από τους κυρίως ενάγοντες τίτλους αυτών και των δικαιοπαρόχων τους. Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας άνω πραγματογνωμοσύνης, στις 31-10-2008, συζητήθηκαν η αγωγή και οι κύριες παρεμβάσεις, ερήμην του διάδικου Ν. Φ., εναγόμενου - καθ' ου οι κύριες παρεμβάσεις, λόγω μη κατάθεσης απ' αυτόν προτάσεων, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και εκδόθηκε η με αριθμ. 12/26-02-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες αυτής είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 6/...

ο πρώτος αναιρεσίβλητος, 2/... καθένας από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των (αρχικών) αναιρεσιβλήτων και 1/... ο καθένας από τους πέμπτο και έκτο των (αρχικών) αναιρεσιβλήτων, των επίδικων ακινήτων, με ΚΑΕΚ ..., ..., έκτασης 82.250 τ.μ. και 9.510 τ.μ., αντίστοιχα, διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτών ώστε να εγγραφούν ως (συγ)κύριοι οι ενάγοντες, πλην των τμημάτων των ακινήτων για τα οποία αναγνωρίστηκε η κυριότητα των, με την από ...

κύρια παρέμβαση, των παραπάνω κυρίως παρεμβαινόντων, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν κύριοι των αντίστοιχων παραπάνω ακινήτων, και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε να εγγραφούν αυτοί στα αντίστοιχα για αυτούς ακίνητα, με δημιουργία τριών νέων αυτοτελών ΚΑΕΚ των παραπάνω ΚΑΕΚ και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Το τελευταίο με την από 10-04-2009 έφεσή του, κατά των καθ' ων η κύρια παρέμβασή του, ήδη (αρχικών) αναιρεσιβλήτων, παραπονούμενο για λόγους εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων του απορριπτικού πορίσματος της κύριας παρέμβασής του, ζήτησε την παραδοχή της κύριας παρέμβασης αυτού.

Επί της παραπάνω έφεσης, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 09-04-2009 έφεση εκκαλούντος Ν. Φ., ως ηττηθέντος κυρίως εναγόμενου, εκδόθηκε η με αριθμ. 38/08-03-2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, ερήμην του Ν. Φ., ως καθ' ου η έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Ν.

Φ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω ερημοδικίας αυτού, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και διατάχθηκε, χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, η διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, συζητήθηκε, στις ..., στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η από 10-04-2009 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, ερήμην του εφεσίβλητου Ν.

Φ. και ήδη έβδομου αναιρεσίβλητου, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ως απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του Ν. Φ., λόγω μη κλήτευσης αυτού, και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους ήδη (αρχικούς) αναιρεσιβλήτους.

Ήδη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της παραπάνω προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, όμως, ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο δεν είναι οριστική και τελεσίδικη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο έβδομος αναιρεσίβλητος.

Η επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο έγινε από τον δωδέκατο αναιρεσίβλητο, Σ. Κ.. Από τη με αριθμ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... προκύπτει ότι ο έβδομος αναιρεσίβλητος, Ν. Φ. του Ι. και της Μ. απεβίωσε, στο ... ..., στις 13-02-2010, ήτοι μετά την ορισθείσα δικάσιμο συζήτηση της έφεσης στις 06-11-2009 και, μετά από αναβολές, πριν από την, από 10-02-2012, συζήτηση των εφέσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί των οποίων εκδόθηκε η παραπάνω 38/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, ενώ από την επισκόπηση αυτής και της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα από υπέρ ου η διακοπή της δίκης γνωστοποίηση του θανάτου του προαναφερθέντος Ν.

Φ., και, συνεπώς, αυτή, που εκδόθηκε στο όνομα του αποβιώσαντος, είναι υποστατή. Ο αναιρεσίβλητος Σ. Κ., έχοντας πληροφορηθεί τον επισυμβάντα παραπάνω θάνατο του Ν. Φ., ως ομόδικος αυτού, προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κάλεσε προς αναγκαστική συζήτηση τους κληρονόμους αυτού, Ι.

Φ. του Ν., Μ. χήρα Γ. Β. το γένος Ν. Φ., Μ. Φ. του Ν., Ά. Β. του Γ. και της Μ., Ι. Β. του Γ. και της Μ., Ά. Κ. του Α. και της Ε., τέκνο της προαποβιωσάσης, στις 08-06-2008, θυγατέρας του Ε. χήρας Ε. Κ., Ν. Φ. του Ι. και της Μ., Θεολόγο Μ. του Κ. και της Μ. και Ε. Φ. του Ι. και της Μ., οι οποίοι είναι κληρονόμοι αυτού, όπως προκύπτει από τη με αριθμ.

πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., και τα με αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σύρου, από τα οποία προκύπτει ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη πλην των με αριθμ. ...

και ... δημόσιων διαθηκών του συμβ/φου ... Π. Τ., που δημοσιεύθηκαν, με τα με αριθμ. ... και ... πρακτικά του Πρωτοδικείου Σύρου, ως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Από τις με αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Α. Χ. σε συνδυασμό με τις από ……….. (δύο) αποδείξεις παραλαβής εγγράφων από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο και τις από ...δύο) βεβαιώσεις του ως άνω δικαστικού επιμελητή και τη με αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτών αναιρεσιβλήτου, Σ. Κ. επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους προαναφερθέντες κληρονόμους του Ν. Φ. αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης μετά της κάτωθι αυτής:

α) από ... πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, β) από ... πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης προς συζήτηση των αντίστοιχα προαναφερθέντων ως κληρονόμων του Ν.

Φ. του Ι., καλούμενος ο καθένας να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ν. Φ. του Ι., κατά την παραπάνω συζήτηση και όποτε και όπου ορίζεται. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι προαναφερθέντες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης γνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος Ν. Φ. είχε αποβιώσει και, συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των προαναφερθέντων αναγκαστικώς καλούμενων να συνεχίσουν τη δίκη κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου Ν.

Φ., διότι συντρέχουν οι αναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 291 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ως προς τους προαναφερθέντες αναγκαστικώς συνεχίζοντες τη δίκη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και, τούτο, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στο ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης υπόκεινται μόνο οι οριστικές και τελεσίδικες απόφασης, και τέτοια, ως προς τους παραπάνω αναγκαστικώς συνεχίζοντες αναιρεσιβλήτους, δεν είναι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος ως προς τον Ν.

Φ., επειδή το προσβλητό αυτής κρίνεται αυτοτελώς επί απλής ομοδικίας, διότι με την άσκηση της από ... κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου - αναγνωριστικής αγωγής - διόρθωσης πρώτης ανακριβούς εγγραφής, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο αντιποίηση από τους καθ' ων η κύρια παρέμβασή του [ διάδικοι (ενάγοντες και εναγόμενος) της κύριας αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου και διάδικοι της από ...

κύριας παρέμβασης], δεν ιδρύεται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των διαδίκων της από ... κύριας παρέμβασης ούτε του φερόμενου ως ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία, Ν. Φ., και των καθ' ων η από ... κύρια παρέμβαση. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ των αναγκαστικώς συνεχιζόντων, λόγω τη ερημοδικίας των τελευταίων και της έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτών.

Περαιτέρω, από το με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχιακής πράξης θανάτου του ληξιάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ..., πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., το με αριθμ. ...

πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου ... και το με αριθμ. πρωτ. και ... πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Σύρου, προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Ε. Σ. του Δ. και της Α., απεβίωσε, στη Μύκονο, στις ..., και κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους στο επίδικο ακίνητο την Σ. (Σ.), σύζυγό του, και τα τέκνα του Δ.

Σ. και Α. Σ., των οποίων δεν αμφισβητείται, από τους διάδικους, η ιδιότητα ως κληρονόμων. Από τις με αριθμ. ..., ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Α. Χ. και τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτών αναιρεσιβλήτου, Σ.

Κ. επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους προαναφερθέντες εξ αδιαθέτου κληρονόμους αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης μετά της κάτωθι αυτής: α) από ... πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης β) από ...

πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης προς συζήτηση των αντίστοιχα προαναφερθέντων ως κληρονόμων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ε. Σ. του Δ. και της Α., που απεβίωσε μετά την συζήτηση, στις ..., της έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν από την, από ..., έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καλούμενος ο καθένας να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Ε.

Σ., κατά την παραπάνω συζήτηση και όποτε και όπου ορίζεται και ο Δ. Σ. του Ε. και της Σ., και ατομικά ως πρώτος αναιρεσίβλητος. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι προαναφερθέντες, ο Δ. Σ. και ως πρώτος αναιρεσίβλητος ατομικά, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως.

Δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης γνώριζε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ε. Σ. είχε προαποβιώσει και, συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των προαναφερθέντων αναγκαστικώς συνεχίζοντες τη δίκη εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ε.

Σ., διότι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως οι κληρονόμοι αυτού, καθώς και παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, από το με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, το με αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης, το με αριθμ.

πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά αντίστοιχα, της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου ... και του Πρωτοδικείου Σύρου, και τη με αριθμ. ... Διάταξη της Ειρηνοδίκη ... χορήγησης κληρονομητηρίου, προκύπτει ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ. Σ. του Δ. και της Α.

απεβίωσε στις ..., και κατέλειπε μόνο εκ της με αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης της συμβ/φου ... Κ. Χ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κληρονόμο τον Δ. Σ. του Σ. και της Ε., του οποίου δεν αμφισβητείται, από τους διάδικους, η ιδιότητα ως κληρονόμου. Από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Μ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτού αναιρεσιβλήτου, Σ. Κ. επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον προαναφερθένα εκ διαθήκης κληρονόμο αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης μετά της κάτωθι αυτής: α) από ... πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, β) από ...

πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης του προαναφερθέντος ως κληρονόμου του τρίτου αναιρεσιβλήτου Χ. Σ. του Δ. και της Α., που απεβίωσε μετά τόσο τη συζήτηση, στις ..., της έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όσο και την έκδοση, στις ..., της προσβαλλόμενης απόφασης, καλούμενος να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως κληρονόμος του αποβιώσαντος παραπάνω αναιρεσιβλήτου, κατά την παραπάνω συζήτηση και όποτε και όπου ορίζεται.

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο προαναφερθείς δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης γνώριζε ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ.

Σ. είχε προαποβιώσει της άσκησης της αίτησης αναίρεσης και, συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του προαναφερθέντος αναγκαστικώς συνεχίζοντος τη δίκη εκ διαθήκης κληρονόμου του τρίτου αναιρεσιβλήτου Χ. Σ., διότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα οι κληρονόμοι αυτού. Περαιτέρω, από τη με αριθμ.

πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου ..., τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σύρου, τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., προκύπτει ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Ε.

Σ. του Δ. και της Α. απεβίωσε, στις ..., στη Μύκονο, και κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτους κληρονόμους τη σύζυγό του, Σ. Σ. του Α. Ι. και τον τέκνο τους Δ. Σ. και Ε. και της Σ., των οποίων δεν αμφισβητείται, από τους διάδικους, η ιδιότητα ως κληρονόμων. Ήτοι, ο προαναφερθείς αναιρεσίβλητος απεβίωσε μετά την άσκηση, στις ..., αγωγής και πριν τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της ..., στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η μη οριστική, με αριθμ. ..., απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Από την επισκόπηση της ως άνω μη οριστικής απόφασης, της εκκαλούμενης με αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα γνωστοποίηση του θανάτου του ενάγοντος Ε. Σ. του Δ. από τους υπέρ ου και νομιμοποιούμενους να συνεχίσουν τη δίκη, αλλά αντιθέτως εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του Νικήτα Γρυπάρη (Δ.Σ.

Σύρου) και Ευθυμίου Παναγιωτόπουλου (Δ.Σ. Αθηνών), στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ευθυμίου Παναγιωτόπουλου (Σ.Σ. Αθηνών) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και, συνεπώς, οι ανωτέρω αποφάσεις είναι υποστατές. Ο αναιρεσίβλητος Σ. Κ., έχοντας πληροφορηθεί τον επισυμβάντα παραπάνω θάνατο του αναιρεσίβλητου Ε.

Σ. του Δ., ως ομόδικος αυτού, προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κάλεσε τους παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού. Ειδικότερα, από τις με αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Α. Χ. σε συνδυασμό με τις από ... (δύο) αποδείξεις παραλαβής εγγράφων από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο και τις από ...δύο) βεβαιώσεις του ως άνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτών αναιρεσιβλήτου, Σ.

Κ. επιδόθηκαν, αντίστοιχα, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερθέντες εκ διαθήκης κληρονόμους αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτωθι αυτής: α) από ... πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, β) από ...

πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης προς συζήτηση των αντίστοιχα προαναφερθέντων ως κληρονόμων του Ε. Σ., καλούμενος ο καθένας να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την παραπάνω συζήτηση και όποτε και όπου ορίζεται.

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι προαναφερθέντες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον, ούτε προγενέστερα ούτε κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης γνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος Ε.

Σ. είχε αποβιώσει και, συνεπώς, ούτε γνωστοποιήθηκε ο θάνατος αυτού, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των προαναφερθέντων αναγκαστικώς συνεχιζόντων τη δίκη εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, που κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Περαιτέρω, από τη με αριθμ. 4...7/22-02-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σύρου Α.

Χ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτού αναιρεσιβλήτου, Σ. Κ. επιδόθηκε στον πέμπτο αναιρεσίβλητο, Θ. Β. του Α.,: αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτωθι αυτής: α) από ..., πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, β) από ...

πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο προαναφερθείς πέμπτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτού.

Περαιτέρω, από το με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σύρου, προκύπτει ότι ο έκτος αναιρεσίβλητος, Δ.

Β. του Α., απεβίωσε, στις ..., στη Μύκονο, και κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του, Χ. Χ., και τα τέκνα τους, Α. Β. και Ι. Β., των οποίων δεν αμφισβητείται, από τους διάδικους, η ιδιότητα ως κληρονόμων. Από τις με αριθμ. ..., ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Α.

Χ., προκύπτει ότι με επιμέλεια του ομόδικου αυτών αναιρεσιβλήτου, Σ. Κ. επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους προαναφερθέντες κληρονόμους αντίγραφο της κρινόμενης και με αριθμ. έκθ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης, μετά της κάτωθι αυτής α) από ... πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, β) από ...

πράξης του Προέδρου του Ανωτέρω Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, και γ) κλήσης προς συζήτηση των αντίστοιχα προαναφερθέντων ως κληρονόμων του Δ. Β., καλούμενος ο καθένας να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την παραπάνω συζήτηση και όποτε και όπου ορίζεται.

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι προαναφερθέντες, αν και κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των προαναφερθέντων αναγκαστικώς συνεχιζόντων τη δίκη εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, διότι συντρέχουν οι αναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 291 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας: 1) η πληρεξούσια δικηγόρος Ε. Δ. δήλωσε τη συνέχιση της δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, αποβιώσαντος, στις ..., όγδοου αναιρεσιβλήτου Ε.

Π. του Π., Χ. Μ. του Ε., Ά.. Π.. του Ε.. και της Χ., Α. - Μ. Π. του Ε. και της Χ. και 2) ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Ζηκογιάννης δήλωσε τη συνέχιση της δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αυτού όγδοου αναιρεσιβλήτου, Κ. Π. του Ε. και της Δ. και Γ. Π. του Ε. και της Δ., προσκόμισαν δε το με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών, το με αριθμ.

πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αθηνών, και τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., καθώς και τη με αριθμ. ... έκθεση απογραφής κληρονομίας "επ' ωφελεία απογραφής" της συμβ/φου Κρωπίας Δ..

Κ., που αφορά τις κληρονόμους Κ. Π. και Γ. Π., από τα οποία προκύπτει ότι ο Ε. Π. του Π. απεβίωσε στις ..., ήτοι μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, και, συνεπώς, νόμιμα, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη την οποία συνεχίζουν οι παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος παραπάνω όγδοου αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, από τα αυτά πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη σημερινή δικάσιμο, η πληρεξούσια δικηγόρος Ε. Δ. δήλωσε: α) ότι η δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη Β. Κ. του Π.., μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε στις ..., ήτοι μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, προσκόμισε δε το από ...

απόσπασμα της ... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου ..., το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, και το με αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τα με αριθμ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της αυτής συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος της στο επίδικο ακίνητο υιός της Σ.

Κ.. Ενόψει των προαναφερθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα ως άνω, πλην του αναιρεσιβλήτου Ν. Φ., και, συνεπώς, είναι παραδεκτή ως προς τους λοιπούς (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), επειδή ασκήθηκε μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία, ενόψει ότι δεν αμφισβητείται από τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους η επικαλούμενη από το αναιρεσείον μη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τους προαναφερθέντες αναγκαστικώς και εκουσίως συνεχίζοντες τη δίκη και καλούμενους κληρονόμους, παρά την απουσία των αναγκαίως συνεχιζόντων και των καλουμένων κληρονόμων και του πρώτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους συνεχίζοντες τη δίκη του αρχικού όγδοου και της αρχικής δέκατης τρίτης των αναιρεσιβλήτων και τους ένατη, δέκατο, ενδέκατη και δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων, μόνο κατά το μέρος που συνδέονται με αυτούς με αναγκαστική ομοδικία, και, ειδικότερα, ως προς την κτήση κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους τους επί των μεταβιβασθέντων σ' αυτούς ακινήτων, διότι η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (άρθρ. 76 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ).

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.... "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6...., 19.6.... πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε, δυνάμει δικαιώματος πολέμου, με αμάχητο τεκμήριο, μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.... είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".

Όμως, οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.... "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/....6.... και 1/7 (19-8) ..., της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών, συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά, οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 27/2019).

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/...Ιουνίου ..., στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 703/2023, ΑΠ 241/2021). [2] Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο ...

του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου ...

του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 419/2020, ΑΠ 974/2008). [3] Επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.

Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον, πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, ...), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50....), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού, που επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με το ν.

της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1289/20...) ή καθολικός διάδοχος, που επερχόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. ... παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκειμένου περί εκούσιων ή εξωτικών κληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή της κληρονομίας, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά), είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της, δεν υποβάλλονταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, και προκειμένου περί οικείων (sui), δηλαδή των ανήλικων τέκνων του κληρονομούμενου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 289/20...), ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50....) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη ...-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/...-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ' αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει, ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσας ως άνω μέχρι και την ... έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή, επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/... "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/..., όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.

ν. 1539/1938 και το άρθρο ... του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής (ΑΠ 702/2023).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1.../2022). Κατά το άρθρο 62 §1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, το κατά την §1 εδ.

α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων ". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από ...-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 984/2017). [4] Κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ.

για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει, συγχρόνως, τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1079/2019). [5] Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 1776/2022). [6] Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ ...91/2023).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 950/2023, ΑΠ 15/2021,).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. ... προικοσύμφωνο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ..., Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις ..., στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 61 και με α/α ...8, περιήλθε στην Α.

χήρα Δ. Σ., το γένος Φ. Α., εκτός των άλλων, και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου περιγραφόμενο ως "μια παραγγεργιά, ήτοι το προς το ανατολικό μέρος, κειμένη στη θέση "...", ολικής εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύουσας γύρωθεν με ιδιοκτησίες, Γ.. Μ.. Α., Μ. Ι. Φ., με δημόσιο βράχο και με το έτερον ήμισυ της αυτής παραγγεργιάς του προικοδότου, Φ.

Μ. Α., στην κυριότητα και κατοχή του οποίου περιήλθε εκ κληρονομιάς του πατρός του, Μ. Α., αποβιώσαντος στις ...". Στην ανωτέρω δε περιήλθε και το υπόλοιπo 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, το έτος …, άνω πατέρα της, Φ. Μ. Α., κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.ρ.Δ, με ενεργό ανάμειξή της στη διοίκηση και διαχείριση αυτής.

Στη συνέχεια η ανωτέρω Α. χήρα Δ. Σ., το γένος Φ. Α., απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, στις ... (ο δε σύζυγός της, Δ. Σ. του Γ.., προαπεβίωσε αυτής, στις ...) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τα έξι τέκνα της, ήτοι τον δεύτερο εφεσίβλητο-ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, Ε. Σ. του Δ. (γεν. στη Μύκονο το έτος ...), ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, τον Σ.

Σ. του Δ. (γεν. στη Μύκονο το έτος ...), τον τρίτο εφεσίβλητο - ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, Χ. Σ. του Δ. (γεν. στην Αθήνα το ...), τον τέταρτο εφεσίβλητο-ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, Ε. Σ. του Δ. (γεν. στον Πειραιά το ...), την Ρ. θυγ. Δ. Σ., συζ. Ι. Σ. (γεν. στη Μύκονο το έτος ...) και την Β. συζ. Ν. Α., το γένος Δ. Σ. (γεν.

στη Μύκονο το ...) και από τον εγγονό της, Ε. Σ., τέκνο του προαποβιώσαντος αυτής, στις 25-6-1943, υιού της, Γ.. Σ., κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από αυτούς. Τα άνω τέκνα της και συγκληρονόμοι, αποδέχθηκαν νομότυπα την κληρονομιά αυτής, κατά τα αντίστοιχα έκαστος ποσοστό του εξ αδιαιρέτου, με την υπ' αριθμ. ...

Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις ... στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο ... και με α/α ... και συγκεκριμένα αποδέχθηκαν: "κατά το ανήκον εις έκαστον ιδανικό μερίδιο 1/7 εξ αδιαιρέτου, επί του κάτωθι αγροτικού ακινήτου, κειμένου στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως του ημίσεως πέντε ζευγαριών και του όλου δέκα ζευγαριών, και κατά τη δήλωση των αποδεχομένων πενήντα στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, διαχωριζόμενη σε δύο τμήματα Ανατολικό και Δυτικό, ήτοι μιας ΠΑΡΑΓΓΕΡΓΙΑΣ, κειμένης στη θέση "..." (σκληροχώραφου), συνορευομένης γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσεως με ιδιοκτησίες, Γ..

Μ.. Α.. Μ. Ι. Φ., εν μέρει Γ. Κ. και εν μέρει κληρονόμων Δ. Α.. Η ως άνω παραγγεριά περιήλθε στην κληρονομουμένη, το μεν ήμισυ εξ αδιαιρέτου, εκ προικός δυνάμει του υπ' αριθμόν ... προικοσυμφώνου συμβολαίου, του τότε συμβολαιογράφου ..., Μ. Π.....και το άλλο μισό εξ αδιαιρέτου (Δυτικό) εκ κληρονομιάς του πατρός της και εκ χρησικτησίας τακτικής, άλλως εκτάκτου, διακατέχουσα και νεμόμενη αυτό από το έτος ..., ήτοι επί τριάντα εννέα και πλέον έτη μέχρι του θανάτου της, στις ..., χωρίς παρ' ουδενός να οχληθεί, γενομένη ούτω κυρία, νομέας και κάτοχος τούτου και του άλλου ημίσεως εξ αδιαιρέτου, εκ τακτικής, άλλως εκτάκτου χρησικτησίας, ως τούτο προκύπτει και εκ της υπ' αριθμόν ...

ενόρκου καταθέσεως δύο μαρτύρων, συνταγείσης ενώπιον μου...". Στην δε αναφερόμενη άνω υπ' αριθμόν ... ένορκη βεβαίωση, οι εξετασθέντες δύο μάρτυρες, Ι. Κ. του Α. (γεν. στη Μύκονο το ...) και Θ. Κ. του Α. (γεν. στη Μύκονο το ...), ανέφεραν τα ακόλουθα: "...Η αποβιώσασα στη Μύκονο, ..., Α. χήρα Δ. ή Δ. Σ., το γένος Φ. Α., ήτο κυρία, νομεύς κάτοχος μέχρι την ημέρα του θανάτου της, ενός κτήματος (σκληροχωράφου), κειμένου στη θέση ..., κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 10 ζευγαριών ή πενήντα (50) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, το οποίο περιήλθε σε αυτήν, το μεν ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ως γνωρίζουμε καλώς, το Ανατολικό μέρος, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...

προικοσυμφώνου συμβολαίου, του τότε συμβολαιογράφου ..., Μ. Π., η οποία προίκα εδόθη εις αυτήν από τον πατέρα της, Φ. Μ. Α. και το άλλο μισό εξ αδιαιρέτου, ήτοι το προς το Δυτικό μέρος, επί του ως άνω κτήματος, περιήλθε σε αυτήν εκ κληρονομιάς και εκ χρησικτησίας, ήτοι εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός της το έτος ...

και εκ χρησικτησίας, διακατέχουσα και νεμόμενη αυτό επί τριάντα εννέα έτη, ήτοι από το ... μέχρι το ..., συνεχώς .... Το ως άνω κτήμα ολόκληρο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες πρώην, Γ.. Μ.. Α.. Μ. Ι. Φ., με δημόσιο παράκτιο βράχο και Δ. Α. και Ε.. Σ. του Ν. και νυν, βόρειο-Δυτικά, με ιδιοκτησία πρώην Μ. Δ. Κ. ή Ξ. και ήδη κληρονόμων του, Νότια με ιδιοκτησία Ε.

Α. του Γ.. και νυν Γ.. Α., Ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας και Δυτικά, εν μέρει Δ. Α. (Β.) και εν μέρει Ε. Σ. του Ν.., πρώην, και νυν εν μέρει Γ. Κ. και εν μέρει κληρονόμων Δ. Α.. Μετά τον θάνατο της Α. χήρας Δ. ή Δ. Σ., γνωρίζουμε ότι το ως άνω κτήμα ολόκληρο, που έχει έκταση πενήντα στρέμματα πλέον ή έλαττον, το διακατέχουν και το νέμονται τα παιδιά της, ήτοι οι νόμιμοι κληρονόμοι της, από το έτος ...

μέχρι σήμερα ....". Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιο ιδανικού μεριδίου, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις ..., στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 195 και με α/α 65, η εκ των άνω συγκληρονόμων, Ρ. θυγ. Δ. Σ., συζ. Ι. Σ., πούλησε, προς τον Δ. Σ. του Ε. (πρώτο εφεσίβλητο-ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), το ιδανικό της μερίδιο (1/7 εξ αδιαιρέτου), επί του άνω ακινήτου, περιγραφόμενο ως ακολούθως: "ενός σκληροχωράφου, αγόνου πετρώδους και δυσβάτου και απόκρημνου, κειμένου στη θέση ..., περιφέρειας Δήμου ..., εκτάσεως του όλου πενήντα στρεμμάτων ή πενήντα χιλιάδων τ.μ., πλέον ή έλαττον, διαχωριζομένου σε δύο τμήματα, Ανατολικό και Δυτικό, και συνορευομένου γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσεως, με ιδιοκτησίες, Μ..

Α.., Μ. Ι.. Φ. και με Δημόσιον παράκτιον βράχον και Δ. Α. και Ε.. Σ. του Ν. και νυν, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... αποδοχή κληρονομιάς, συνορεύεται, βόρειο-Δυτικά, με ιδιοκτησία πρώην Μ. Δ. Κ. (Ξ.) και ήδη κληρονόμων του, Νότια με ιδιοκτησία πρώην Ε. Α. του Γ.. και νυν Γ.. Α., Ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας και Δυτικά, εν μέρει Γ.

Κ. και εν μέρει κληρονόμων Δ. Α....... Επίσης, με το υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιο ιδανικού μεριδίου, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 10-7-1990, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 196 και με α/α 82, ο εκ των άνω συγκληρονόμων, Σ. Σ. του Δ., πούλησε, προς τον Δ. Σ. του Ε. (πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), το ιδανικό του μερίδιο (1/7 εξ αδιαιρέτου), επί του άνω ακινήτου, περιγραφόμενο ως ανωτέρω, με την επί πλέον αναφορά ότι, "...

διαχωριζομένου σε δύο τμήματα, Ανατολικό και Δυτικό, τοιχογυρισμένου με ξερολιθιά του όλου κτήματος". Τέλος, με το υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιο ιδανικού μεριδίου, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις ... στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μύκονου, στον τόμο 210 και με α/α ..., η εκ των άνω συγκληρονόμων, Β.

συζ. Ν. Α., το γένος Δ. Σ., πούλησε, προς τον Δ. Σ. του Ε. (πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), το ιδανικό της μερίδιο (1/7 εξ αδιαιρέτου), επί του άνω ακινήτου, περιγραφόμενο ως ανωτέρω, με την επί πλέον αναφορά ότι, "στη θέση ... της ευρύτερης περιοχής ... διαχωριζομένου σε δύο τμήματα, Ανατολικό και Δυτικό, τοιχογυρισμένου όλου με ξερολιθιά ...".

Μάλιστα στα άνω πωλητήρια συμβόλαια αναφέρεται αντίστοιχα και ότι, "Σημειώνεται ότι δεν προσαρτάται τοπογραφικό διάγραμμα, διότι η περιοχή είναι αγροτική και σύμφωνα με τον Ν. 10.../80 δεν απαιτείται τοιούτο, ως προκύπτει εκ της προσαρτωμένης βεβαιώσεως του Δημάρχου Μυκονίων, η περιοχή ..., που ευρίσκεται το άνω σκληροχώραφο είναι καθαρώς αγροτική".

Έτσι περιήλθε στον ανωτέρω, Δ. Σ. του Ε. (πρώτο εφεσίβλητο-ενάγοντα-καθ' ου η κύρια παρέμβαση), συνολικό ποσοστό 3/7 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου. Επίσης και ο άνω συγκληρονόμος, Ε. Σ. του Γ., αποδέχθηκε νομότυπα το ποσοστό του 1/7 εξ αδιαιρέτου, με την υπ' αριθμ. ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου ..., Π.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 2... και με α/α 9 και συγκεκριμένα, εκτός των άλλων, αποδέχθηκε: "... 6) το 1/7 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού σκληροχώραφου, κειμένου στη θέση ...-... ΜΥΚΟΝΟΥ, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 35.000 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, συνορευομένου γύρωθεν, βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Φ., ανατολικά με βραχώδη ακτή, νότια με ιδιοκτησία Γ.. Α. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Σημειώνεται ότι δεν προσαρτάται στο παρόν σχεδιάγραμμα μηχανικού ως προς τα ακίνητα που κείνται στην περιοχή ...-..., καθ' ότι είναι καθαρά αγροτική, ως η συνημμένη στην παρούσα βεβαίωση του Δήμου Μυκονίων, άρθρου 3 Ν. 10.../1980".

Στη συνέχεια ο ανωτέρω, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ..., Π. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 3-11-1992, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 2... και με α/α 10, πούλησε το εν λόγω ιδανικό του μερίδιο, στους, Δ. Β. και Θ. Β. (αντίστοιχα έκτο και πέμπτο των εφεσιβλήτων-εναγόντων-καθ' ων η κύρια παρέμβαση, ήδη έκτο και πέμπτο αναιρεσίβλητο), κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν, ήτοι κατά το 1/...

εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, περιγραφομένου του εν λόγω ακινήτου ως ακολούθως: "επί ενός αγρού σκληροχώραφου, περιμαντρωμένου με ξερολιθιά, κειμένου στη θέση ...-... ΜΥΚΟΝΟΥ, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 35.000 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, συνορευομένου γύρωθεν, βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Φ., ανατολικά με βραχώδη ακτή, νότια με ιδιοκτησία Γ.. Α. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Σημειώνεται ότι για το ακίνητο αυτό δεν προσαρτάται σχεδιάγραμμα, καθ' ότι η περιοχή ...-... είναι καθαρά αγροτική, καθώς προκύπτει εκ της προσαρτωμένης στο υπ' αριθμ.... συμβόλαιό μου, υπ' αριθμόν ... βεβαιώσεως του Δήμου Μυκονίων".

Για πρώτη φορά αποτυπώνεται το εν λόγω ακίνητο, στο από Ιουλίου του ... τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Τ. Ρ., με τα περιμετρικά στοιχεία ..., συνολική έκταση 170.000 τμ και την αναφορά ότι, "το τελικό εμβαδόν της ιδιοκτησίας θα καθοριστεί μετά τη χάραξη του αιγιαλού και της παραλίας", εμφαίνονται δε οι εντός αυτού υπάρχοντες βραχώδεις σχηματισμοί.

Το τοπογραφικό δε αυτό, μαζί με τη σχετική αίτηση του Δ. Σ. του Ε., υποβλήθηκε στη Διεύθυνση Δασών Νομού Κυκλάδων, προς έκδοση Πράξης Χαρακτηρισμού της εν λόγω εκτάσεως. Προς τούτο διενεργήθηκε, στις ..., αυτοψία, από τον Δασοφύλακα Σύρου, Α. Π. και συντάχθηκε η σχετική έκθεση αυτοψίας, αναφέροντας τα ακόλουθα: "Α.

Έκθεση Αυτοψίας: η έκταση που περιγράφεται στα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια, βρίσκεται στη θέση "...", Δήμου Μυκονίων και έχει εμβαδόν 170.000 τμ, σύμφωνα με το κλίμακος 1:1000 τοπογραφικό διάγραμμα, του Αρχ. Μ.. Α.. Ρ., με στοιχεία ..., είναι σωστά τοποθετημένο στο απόσπασμα τοπογραφικής πινακίδας Γ.Υ.Σ., κλ. 1:5000, σήμερα εμφανίζει την ακόλουθη μορφή:

Μικτής μορφής έκταση, ως σύνθεση τριών (3) όμορων τμημάτων, με περιμέτρους που οριοθετούνται από παλαιές ξερολιθιές και συνολικά η έκταση καταλήγει στη θάλασσα. Σε τμήμα της εξεταζόμενης έκτασης αναγνωρίζονται παλαιά στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας: χαμηλές, γκρεμισμένες κατά θέσεις, βαθμίδες και διάσπαρτοι λιθοσωροί.

Στο υπόλοιπο τμήμα (προς την πλευρά της θάλασσας) βράχια και βραχώδεις σχηματισμοί, μεγάλες-ισχυρές κλίσεις και έδαφος με απόπλυση. Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας (αρχείο Υπηρεσίας) και από όσα γνωρίζουμε, η έκταση αυτή δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα. Β. Έκθεση φωτοερμηνείας: εξετάστηκαν τα ζεύγη των σχετικών Α/Φ της ευρύτερης περιοχής 111-112/1945, 2497-2498/1960, 156591/1983, 736/1992:

πράγματι σε τμήμα της εν λόγω έκτασης αναγνωρίζονται στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας, όπως χαμηλές βαθμίδες και σωροί. Στο υπόλοιπο τμήμα προς τη θάλασσα δεν αναγνωρίζονται στοιχεία. Αντίθετα αναγνωρίζονται βράχια και βραχώδεις εξάρσεις με φυτοκάλυψη από χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση. Γ. Τελική πρόταση:

Η εν λόγω έκταση, από άποψη χαρακτήρα χρήσης γης, θα διαχωριστεί σε επιμέρους τμήματα ως εξής: Α) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε1=85.000 τμ (καφέ περίγραμμα), είναι εγκατελειμμένος-χέρσος αγρός και εμπίπτει έτσι στις διατάξεις της παρ. 6α, άρθρου 3 του Ν. 998/79 ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΒΡΑΧΩΔΩΝ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ-ΡΕΜΑΤΩΝ. Β) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2=85.000 τμ (κίτρινο περίγραμμα) είναι βραχώδους-χορτολιβαδικής μορφής, με ισχυρές κλίσεις και βραχώδεις σχηματισμούς, εμπίπτων έτσι στις διατάξεις της παρ. 6β (κατά θέσεις και 6γ) του άρθρου 3 του Ν.998/79".

Με βάση την έκθεση αυτή, που αποτελεί και την με αριθμ. πρωτ. 1907/4-4-2002 εισήγηση του Δασολόγου, Ευάγγελου Γκουντούφα και την αναλυτική έκθεση φωτοερμηνείας, εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. 1907/4-4-2002 Πράξη Χαρακτηρισμού (άρθρο ... του Ν.998/79) του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων, για την έκταση εμβαδού 170.000 τμ, στη θέση ..., Δήμου Μυκόνων, όπως απεικονίζεται στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα, του Μηχανικού Αναστασίου Ράμπια, που συνοδεύει την εν λόγω Πράξη, κατά την οποία: "1. Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε1=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του Ν. 998/79, γιατί είναι αγροτικής μορφής (εγκαταλειμμένος-χέρσος αγρός) με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής και έτσι εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 6α, του άρθρου 3 του Ν.998/79.

Οι υπάρχοντες βράχοι και βραχώδεις εξάρσεις, να προστατευθούν σύμφωνα με την αριθμ. Γ/848/40/4-3-80 (ΦΕΚ 329/τ.Β/31-3-80) απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Το διερχόμενο της έκτασης ρέμα να προστατευθεί από οποιαδήποτε επέμβαση επ' αυτού. 2. Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ.1-5, άρθρου 3 του Ν.998/79, γιατί είναι βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, χωρίς να αναγνωρίζονται ουδέποτε στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας και έτσι εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 6 β του άρθρου 3 του Ν. 998/79 και κατά θέσεις της παρ. 6γ του άρθρου 3 του Ν.998/79".

Επισημαίνεται ότι κατά τις ισχύουσες τότε άνω παραγράφους του άρθρου 3 του Ν.998/79, "δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμενοι εκτάσεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρα ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών".

Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι με την υπ' αριθμ. 71155/4394/11-7-1995 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 635/Β718-7-1995) κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και η περιοχή που βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Μυκονίων του Νομού Κυκλάδων, εντός της οποίας βρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο, στα πλαίσια εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995.

Κατά τα άρθρα 2 και ... του ανωτέρω νόμου και της απόφασης 85.../4605/22-8-1996 (ΦΕΚ Β 8.../04-09-1996), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας ως άνω διάταξης, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος τους και αναφορά στην αιτία κτήσεώς του.

Στα πλαίσια αυτά υπέβαλαν αντίστοιχες αρχικές δηλώσεις όλοι οι άνω εφεσίβλητοι - ενάγοντες-καθ' ων η κύρια παρέμβαση, προσάγοντας όλους τους ανωτέρω τίτλους τους. Επίσης υπέβαλε την από 12-12-1996 Δήλωση και ο Ν. Φ. του Ιωάννη, για ακίνητα στην περιοχή "..." και συγκεκριμένα: α) για αγρό εκτάσεως 30.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-4), με τίτλο κτήσεως το με αριθμό 5871/19-12-1949 πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ..., Ανδρέα Αλεξόπουλου, σύμφωνα με το οποίο αγόρασε από τον Μάρκο Δημητρίου Κοντιζά,. "έναν αγρό (σκληροχώραφο), στη θέση "..." ..., εμπεριέχοντα κελλίον και λάκκαν αναβρύοντος ύδατος, ολικής εκτάσεως 4 ζευγαριών, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησίες, κληρονόμων Ιωάννη Εμμανουήλ Φαμέλη, Κωνσταντίνου Ν.

Φ., Π. Παναγιώτου Κουκά και με θαλάσσιους βράχους", στον δε άνω δικαιοπάροχό του πωλητή περιήλθε τούτο με αγορά από την Μαρία Εμμανουήλ Φαμέλη, δυνάμει του υπ' αριθμ. 9772/20-9-1923 συμβολαίου, β) Για αγρό, εκτάσεως 12.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-6), με τίτλο κτήσεως το από 6-9-1963 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο αγόρασε από την Μοναχή, Μαρία θυγ.

Εμμανουήλ Φαμέλη, "το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού (ξηροχώραφο), στη θέση "...", εκτάσεως του όλου τριών ζευγαριών, συνορεύοντας γύρωθεν με ιδιοκτησίες, Ν. Φ., Π. Κουκά και θάλασσα, τα έτερα 2/3 του οποίου ανήκουν στον Ν. Φ.. γ) Για αγρό, εκτάσεως 50.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-7), δ) για αγρό, εκτάσεως 15.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-3), για αγρό εκτάσεως 8.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-9) και για αγρό, εκτάσεως 15.000 τμ (με προσωρινό αριθμό ακινήτου 8922-8), με τίτλο κτήσεως "χρησικτησία", προσκομίζοντας την από 19-11-1992 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., των εξετασθέντων μαρτύρων, Ιωάννη Ασημομύτη του Δομένεγου (γεν.

το έτος ...) και Κωνσταντίνου Σκάγια του Ιωάννη (γεν. το έτος 1911), οι οποίοι ανέφεραν και σχετικά ότι: "Ο Ν. Φ. έχει στην αποκλειστική νομή, κατοχή και κυριότητά του 2) ένα αγρό στη θέση "...", εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων, με σύνορα Ανατολικά και Δυτικά τον Νικ. Φαμέλη, Νότια την Γεωργία χήρα Π. Κουκά και Βόρεια με θάλασσα.

Τον αγρό αυτό απέκτησε με άτυπη αγορά και από τους κληρονόμους του Εμ. Φαμέλη. 3) Ένα αγρό στην αυτή θέση "...", εκτάσεως οκτώ) στρεμμάτων περίπου, με σύνορα, βόρεια, δυτικά και νότια με Νικ. Φαμέλη και Ανατολικά με την Γεωργία χήρα Π. Κ.. Και αυτόν τον αγρό τον αγόρασε άτυπα από τους κληρονόμους του Εμ. Φαμέλη.

Οι αγροί αυτοί, που αναφέρονται με αριθμούς 1, 2 και 3, είναι βραχώδεις και τους χρησιμοποιούσε από τότε που τους απέκτησε, το έτος 1961, ως βοσκότοπους. Για τους αγρούς αυτούς υπογράφτηκαν από τους κληρονόμους του Εμ. Φαμέλη ιδιωτικά συμφωνητικά, με ημερομηνία αντίστοιχα 13-9-61 και 6-9-1963 και καταβλήθηκε ως τίμημα συνολικά το ποσό των 2.700 ευρώ. 4) Δύο αγρούς στην αυτή θέση "..." και χωρισμένοι μεταξύ τους με ξερολιθιά, εκτάσεως συνολικά 15 περίπου στρεμμάτων, με σύνορα, Ανατολικά με Γεωργία χήρα Π.

Κουκά, Βόρεια και Δυτικά Νικ. Φαμέλη και Νότια με τους κληρονόμους Εμ. Ασημομύτη. Τον αγρό αυτό τον αγόρασε, το 1951, άτυπα από τον Δημήτριο Ασημομύτη του Μιχαήλ και τον χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα ως βοσκότοπο". Κατά την πρώτη ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και προσωρινών κτηματολογικών πινάκων, το εν λόγω ενιαίο ακίνητο των άνω εφεσίβλητων - εναγόντων-καθ' ων η κύρια παρέμβαση, ήδη πρώτων έξι αναιρεσιβλήτων, που κτηματογραφήθηκε ολικής επιφάνειας 126.805,84 τμ, αφού δεν συμπεριλήφθησαν σε αυτό τα βραχώδη και παράκτια μέρη του, διαχωρίστηκε σε τρία αυτοτελή ακίνητα, τα οποία έλαβαν ξεχωριστά ΚΑΕΚ και συγκεκριμένα έλαβαν τα με αριθμούς ΚΑΕΚ ..., ...

και ..., επιφάνειας αντίστοιχα 82.520, 9.509 και 34.776,84 τμ. Για τα ακίνητα με αριθμούς ΚΑΕΚ ..., ... και ..., επιφάνειας αντίστοιχα 82.520, 9.509 και 34.776,84 τμ, όλοι οι άνω εφεσίβλητοι - ενάγοντες-καθ' ων η κύρια παρέμβαση, υπέβαλαν, στις 30-10-2002, αντίστοιχες συμπληρωματικές δηλώσεις (με αριθμούς 038305, 038308, 038307, 038306, 038310 και 038309/30-10-2002), προσκομίζοντας ο καθένας τους αναφερόμενους τίτλους του και πιστοποιητικά μεταγραφής τους, ζητώντας να καταχωρηθούν ως ιδιοκτήτες αυτών, με αντίστοιχα ποσοστά συγκυριότητας 3/7 ή 6/..., 1/7, 1/7, 1/7, 1/...

και 1/... εξ αδιαιρέτου έκαστος από αυτούς και μάλιστα κατά τα αναφερόμενα στους τίτλους εμβαδά αυτών, ήτοι αντίστοιχα 110.371 τμ, 9.509 τμ και 50.120 τμ.. Επίσης συμπληρωματικές δηλώσεις υπέβαλε, στις 6-8-2002, και ο Ν. Φ. και στις 4-9-2002 συνέταξε, ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Μενέλαου Παπακωνσταντίνου, την με αριθμό 1220 Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, με την οποία αποδέχεται την κληρονομιά της αποβιωσάσης χωρίς διαθήκη, στις 7-4-..., μητέρας του, Μ.

χήρας Ιωάννη Φαμέλη, το γένος Ιωάννη Ασημομύτη και συγκεκριμένα αποδέχεται: "ένα αγροτεμάχιο, περιτριγυρισμένο με ξερολιθιά, στη θέση "...-ΑΓ. ΣΩΣΤΗΣ" ..., όπως εμφαίνεται στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού, Γ. Παγουρόπουλου, εκτάσεως ....602,38 τμ, που συνορεύει, βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Φ., ανατολικά, εν μέρει με ιδιοκτησία Αλέκου Κουκά και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Φ. και Μαρίνας Ξεναρίου, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων, Εμμανουήλ Ασημομύτη και δυτικά, εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Εμμανουήλ Ασημομύτη, εν μέρει με δημόσιο δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ιωάννη Ασημομύτη", το οποίο, όπως αναφέρεται και στην άνω Πράξη αφορά το ακίνητο με ΚΑΕΚ 290850206012, που, κατά το απόσπασμα του προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα της πρώτης ανάρτησης, καταχωρήθηκε στο όνομά του, με συνολικό εμβαδόν 34.885 τμ και συνορεύει με τα ΚΑΕΚ 290850206006, 290850206013, 2908502060..., 290850206011 και ... (των εναγόντων).

Τελικά, κατά την δεύτερη ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και προσωρινών κτηματολογικών πινάκων, καταχωρήθηκε ως συνιδιοκτησία των άνω εναγόντων-εφεσίβλητων μόνο το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 34.776,84 τμ, ενώ τα άλλα δύο με ΚΑΕΚ ... και ..., επιφάνειας αντίστοιχα 82.520 και 9.509 τμ καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του Ν.

Φ., με τίτλο κτήσεως "χρησικτησία". Κατά των κτηματολογικών αυτών στοιχείων της δεύτερης ανάρτησης, ο πρώτος εφεσίβλητος-ενάγων-καθ' ου η κύρια παρέμβαση, Δ. Σ., υπέβαλε, ως καταχωρηθείς στο ΚΑΕΚ ..., στη δευτεροβάθμια Επιτροπή ενστάσεων την από 11-9-2002 και με αριθμ. πρωτ. 17460/13-9-2002 ένσταση, ζητώντας να καταχωρηθεί σε ενιαίο ακίνητο, ήτοι και στα ΚΑΕΚ ...

και ... και να διαγραφεί ο Νικόλαος Φάμελος. Επί της ενστάσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής, με την οποία έγινε δεκτή η σχετική εισήγηση, που ανέφερε και τα ακόλουθα: "....Ο ενιστάμενος, δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., 3775/18-11-91, ... και ... συμβολαίων, νομίμως μεταγεγραμμένα, απέκτησε κυριότητα 52,12% επί ακινήτου στη θέση "...", εκτάσεως κατά τον τίτλο 50.000 τμ, πλέον ή έλαττον, το οποίο, κατά τους τίτλους, χωρίζεται σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό.

Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. 8773/92 πωλητήριο συμβόλαιο πούλησε το ποσοστό που απέκτησε από τον τίτλο 3328/89 επί ακινήτου εκτάσεως 35.000 τμ. Στον κτηματολογικό πίνακα ο ενιστάμενος έχει καταχωρηθεί ως δικαιούχος ακινήτου, κατά ποσοστό 42,84%, εκτάσεως 34.777 τμ, με τίτλους κτήσης τα υπ' αριθμ. 3775/18-11-91, ... και ... συμβόλαια.

Τα διεκδικούμενα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., έχουν έκταση, σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα, 82.520 τμ και 9.510 τμ αντίστοιχα. Ο ενιστάμενος ζητά να καταχωρηθεί ως δικαιούχος ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 126.807 τμ. Σημειώνεται ότι στον κτηματολογικό πίνακα έχει καταχωρηθεί ως δικαιούχος των ακινήτων με ΚΑΕΚ ...

και ..., ο Φαμέλης Νικόλαος, ο οποίος δεν προσκόμισε τίτλο κτήσης του δικαιώματος του. Προτείνουμε να εγγραφεί και ο ενιστάμενος στα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., με τις παρατηρήσεις: "το σύνολο ή τμήμα του ακινήτου που δηλώνεται έχει καταχωρηθεί στους πίνακες στο όνομα Φαμέλης Νικόλαος (Αρ.Πρ.4567)" και "να διευκρινιστούν τα όρια του ακινήτου".

Επίσης, στην εγγραφή του Φαμέλη Νικολάου να τεθεί η παρατήρηση: "Δηλώνεται το σύνολο τμήμα του ακινήτου ''από τους, Συκινιώτη Δαμιανό (Αρ.Πρ.2238), Συκινιώτη Ευάγγελο (Αρ.Πρ.520) και Συκυνιώτη Χρήστο (Αρ.Πρ.753)". Επί πλέον, όλοι οι άνω έξι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, υπέβαλαν, για τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., στην αρμόδια Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ενστάσεων, αντίστοιχες με αριθμ.πρωτ.038315 και 0383.../29-10-2002 (ο πρώτος, Δ.

Σ.), 038317 και 038318/29-10-2002 (ο δεύτερος, Ε. Σ.), 038319 και 038320/29-10-2002 (ο τρίτος, Χ. Σ.), 038321 και 038322/29-10-2002 (ο τέταρτος, Ε. Σ.), 038325 και 038326/29-10-2002 (ο πέμπτος, Θ. Β.) και 038323 και 038324/29-10-2002 (ο έκτος, Δημήτριος Βλασσόπουλος), επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχες αποφάσεις, με τις οποίες έγιναν εν μέρει δεκτές οι σχετικές εισηγήσεις, στις οποίες αναφέρονται και τα ακόλουθα: "1) Μετά τον έλεγχο των δηλώσεων και ενστάσεων που αφορούν στα ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ...

και ..., εισηγούμαστε να παραμείνουν ως έχουν οι πίνακες. Συγκεκριμένα απέκτησαν: α) οι, Ε. Σ., Χ. Σ. και Ε. Σ., κατά ποσοστό δικαιώματος έκαστος ...,28% (δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου) και β) ο Δ. Σ. κατά ποσοστό 42,86% (δυνάμει των υπ' αριθμ. 3522/90, .../90 και 3775/91 συμβολαίων), ακίνητο εκτάσεως, σύμφωνα με τους ανωτέρω τίτλους 50.000 τμ, σύμφωνα δε με τις αρχικές τους δηλώσεις 60.000 τμ.

Όσον δε αφορά στους Βλασσόπουλο Δημήτριο και Βλασσόπουλο Θεόδωρο, αποκτούν, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας, ποσοστό 7,... έκαστος, επί αγρού εκτάσεως, κατά τον τίτλο και σύμφωνα με τις αρχικές τους δηλώσεις, 35.000 τμ. Οι ανωτέρω έχουν καταχωρηθεί στο ΚΑΕΚ .... Όμως στη συνέχεια, τόσο με συμπληρωματικές δηλώσεις και ενστάσεις, όσο και με τις υπό κρίση προσφυγές, οι ενιστάμενοι δηλώνουν δικαίωμα επί των ακινήτων με ΚΑΕΚ ...

και ..., δυνάμει των ανωτέρω τίτλων και ειδικότερα ζητούν να καταχωρηθούν ως δικαιούχοι ενιαίου ακινήτου, που συμπεριλαμβάνει τα ΚΑΕΚ ..., ... και ..., εκτάσεως σύμφωνα με τα αιτούμενα 170.000 τμ. Επειδή η απόκλιση του αιτούμενου με την προσφυγή εμβαδού, σε σχέση με το αρχικώς δηλωθέν και προκύπτον από τους τίτλους, είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την έκταση του ακινήτου, σε συνδυασμό και με την ένσταση του Μιχαήλ Φαμέλη, ο οποίος δηλώνει τα ΚΑΕΚ ...

και ..., επικαλούμενος χρησικτησία, εισηγούμαστε να παραμείνουν τα καταχωρηθέντα στους πίνακες, όπως διαμορφώθηκαν μετά την απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής, με την ακόλουθη επισήμανση: "εκ παραδρομής στα ΚΑΕΚ ... και ..., μηδενίστηκε το ποσοστό δικαιώματος του Νικ. Φαμέλη, ενώ σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής έπρεπε να καταχωρηθεί ως δικαιούχος, λόγω χρησικτησίας, με ποσοστό 100% και οι υπόλοιποι να εγγραφούν, αλλά με μηδενικό ποσοστό. 2) Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα κρίνουμε σκόπιμο να απορριφθούν οι ενστάσεις ως προς τα όρια και το εμβαδόν, μέχρι να ξεκαθαριστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου".

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 338/5/....11.2005 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε., που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' ...26/24-11-... διαπιστώθηκε, στις ...-11-... η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δημοτικού Διαμερίσματος Μυκονίων (πρώην Δήμος Μυκονίων) του Δήμου ... του Νομού Κυκλάδων, κατά μεταφορά από τους αναμορφωμένους κτηματολογικούς πίνακες της Β' Ανάρτησης, οι οποίοι έχουν αριθμό ειδικού πρωτοκόλλου παραλαβής κτηματολογικών στοιχείων υπ' αριθμ. 230/11.11.2005 και με την με αριθμό 339/...-1 1-2005 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε. (...), ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 24η Νοεμβρίου 2005.

Έτσι, μετά το πέρας της κτηματογράφησης, στις αρχικές εγγραφές των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ..., τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ..., στη θέση "...-ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ-...", εκτάσεως 82.520 τμ και ..., στη θέση "...", εκτάσεως 9.510 τμ, καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησίες (κυριότητα 100%) στο όνομα του Ν. Φ., με αιτία κτήσης "χρησικτησία".

Το δε μη επίδικο με ΚΑΕΚ ... καταχωρήθηκε ως συνιδιοκτησία, κατά τα ανωτέρω ποσοστά των άνω εφεσιβλήτων-εναγόντων, καθ' ων η κύρια παρέμβαση, με όμορα γεωτεμάχια, κατά τον πίνακα ιδιοκτητών, τα με ΚΑΕΚ 290850206006, ιδιοκτησίας αγνώστου, ..., ιδιοκτησίας Ν. Φ., ..., ιδιοκτησίας Ν. Φ., 290850206011, ιδιοκτησίας, Γ.. Α., Μ. Α., Μιχάλη και Άννας Σκαρόπουλου και 290850206012, ιδιοκτησίας Ν.

Φ. (βλ σχ κτηματολογικά στοιχεία). Συμπερασματικά, επί των ανωτέρω τίτλων των έξι πρώτων εφεσιβλήτων - εναγόντων-καθ' ων η κύρια παρέμβαση και των δικαιοπαρόχων τους (άμεσων και απώτερων), παρατηρούνται τα ακόλουθα: α) Στο υπ' αριθμόν ... προικοσύμφωνο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ..., Μ. Π., που αποτελεί και τον αρχικό τίτλο και δεν συνοδεύεται από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται το ακίνητο ως, "το ήμισυ εξ αδιαιρέτου μιας παραγγεργιάς, ήτοι το προς το ανατολικό μέρος, κειμένης στη θέση "...", ολικής εκτάσεως πέντε περίπου ζευγαριών, συνορεύουσας γύρωθεν με ιδιοκτησίες, Γ..

Μ.. Α.. Μ. Ι. Φ., με δημόσιο βράχο και με το έτερον ήμισυ της αυτής παραγγεργιάς του προικοδότου, Φ. Μ. Α.". Ειδικότερα, το ακίνητο που περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο, έχει τα εξής χαρακτηριστικά: η συνολική ιδιοκτησία χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ανατολικό και προφανώς το δυτικό και με το άνω συμβόλαιο παραχωρείται το ανατολικό τμήμα, που αποτελεί το μισό εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, βρίσκεται στη θέση "...", έχει τη μορφή παραγγεργιάς, δηλαδή μέρος με επικλινές ανάγλυφο, με λίγο χώμα συνήθως λόγω διάβρωσης και με χρήση συνήθως βοσκότοπο ("παραγγερία" ή ορθότερα "παραγκαιρία", ονομαζόταν, σύμφωνα με την ευρύτερη αποδεκτή ερμηνεία, ο αγρός που ήταν σε αγρανάπαυση και συνεπώς πρόσφορος για βοσκή ζώων ή και πλαγιά κατάλληλη μόνο για βοσκή).

Δεν αναφέρονται εντός αυτού άλλα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά, όπως κτίσματα, μαντριά, κελιά, πηγές κλπ, αλλά γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο εμβαδόν που παραχωρείται (που αφορά το ήμισυ της όλης ιδιοκτησίας) και το οποίο έχει ολική έκταση πέντε περίπου ζευγαριών. Εκ τούτου προκύπτει ότι το συνολικό ακίνητο θα έχει ολική έκταση περίπου δέκα ζευγαριών (ζευγαριά, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήταν η επιφάνεια που μπορούσε να οργωθεί από ζευγάρι βοδιών σε μία ημέρα και το μέγεθος της, κατά την επίσημη επιστημονική άποψη, που στηρίζεται σε αυθεντικές πηγές των Κυκλάδων (...), ως μονάδας μέτρησης της επιφάνειας των χωραφιών της εν λόγω περιοχής, που αποτελούσε συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας του εδάφους κλπ, ανέρχεται περίπου στα 3-4 στρέμματα καλλιεργημένης γης).

Επίσης, το ανατολικό τμήμα που παραχωρείται και το οποίο έχει επιφάνεια "πέντε περίπου ζευγαριών", συνορεύει γύρωθεν, με το έτερο ήμισυ της συνολικής ιδιοκτησίας του προικοδότη, Φ. Μ. Α. (όμορος ιδιοκτήτης δυτικά), με ιδιοκτησία Γ. Μ. Α., με ιδιοκτησία, Μανώλη Ιωάννου Φαμέλη και με δημόσιο βράχο, β) Στην υπ' αριθμ. ...

Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., η οποία δεν συνοδεύεται από κάποιο σκαρίφημα-σχεδιάγραμμα ή τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται το συνολικό άνω ακίνητο, ως ακολούθως: "...επί του κάτωθι αγροτικού ακινήτου, κειμένου στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως του ημίσεως πέντε ζευγαριών και του όλου δέκα ζευγαριών, και κατά τη δήλωση των αποδεχομένων πενήντα στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, διαχωριζόμενη σε δύο τμήματα Ανατολικό και Δυτικό, ήτοι μιας ΠΑΡΑΓΓΕΡΠΑΣ, κειμένης στη θέση "..." (σκληροχώραφου), συνορευομένης γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσεως, με ιδιοκτησίες, Γ..

Μ.. Α.. Μ. Ι. Φ., με δημόσιο παράκτιο βράχο και Δ. Α. και Ε.. Σ. του Ν. και νυν, κατά τη δήλωση των αποδεχομένων, συνορεύεται, Βόρειο-δυτικά, με ιδιοκτησία πρώην Μάρκου Δημητρίου Κοντιζά (ΞΗΝΟΣΧΟΥΣ) και ήδη κληρονόμων του, Νότια με ιδιοκτησία Ε. Α. του Γ.. και νυν Γ.. Α., Ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας και Δυτικά, εν μέρει Γ.

Κ. και εν μέρει κληρονόμων Δ. Α.".

Συνεπώς περιγράφεται, ένα αγροτικό ακίνητο, στη θέση "...", συνολικής εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως, του μισού πέντε ζευγαριών και του συνολικού 10 ζευγαριών και κατά δήλωση των αποδεχομένων "πενήντα στρέμματα πλέον ή έλαττον", που χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό, έχει τη μορφή παραγγεριάς και σκληροχώραφου, δεν αναφέρονται εντός αυτού άλλα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά και συνορεύει το όλο ακίνητο:

Βόρειο-Δυτικά, με ιδιοκτησία πρώην Μάρκου Δημητρίου Κοντιζά (ΞΗΝΟΣΧΟΥΣ) και ήδη κληρονόμων του, Νότια με ιδιοκτησία Ε. Α. του Γ.. και νυν Γ.. Α., Ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας και Δυτικά, εν μέρει Γ. Κ. και εν μέρει κληρονόμων Δ. Α.. γ) Στο υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιο ιδανικού μεριδίου, της συμβολαιογράφου ..., Ε.

Κ., το οποίο δεν συνοδεύεται από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται το όλο ακίνητο, στη θέση "...", συνολικής εκτάσεως "πενήντα στρεμμάτων ή πενήντα χιλιάδων (50.000) τμ, πλέον ή έλαττον", που χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό, έχει τη μορφή "σκληροχώραφου, αγόνου, πετρώδους, δύσβατου και απόκρυμνου", δεν αναφέρονται εντός αυτού άλλα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά και συνορεύει το όλο ακίνητο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δ) Στα με αριθμούς ...

και ... πωλητήρια συμβόλαια, της συμβολαιογράφου ..., Ε. Κ., τα οποία δεν συνοδεύονται από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται το όλο ακίνητο, στη θέση "...", συνολικής εκτάσεως "πενήντα στρεμμάτων πλέον ή έλαττον", που χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό, ολόκληρο είναι τοιχογυρισμένο με ξερολιθιά, έχει τη μορφή "σκληροχώραφου, αγόνου, πετρώδους, δύσβατου και απόκρυμνου", δεν αναφέρονται εντός αυτού άλλα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά και συνορεύει το όλο ακίνητο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ε) Στην υπ' αριθμ. ...

Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς και στο υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ..., Π. Τ., τα οποία δεν συνοδεύονται από κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφεται το όλο ακίνητο, στη θέση "...-... ΜΥΚΟΝΟΥ", συνολικής εκτάσεως "35.000 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον", έχει τη μορφή "αγρού σκληροχώραφου", "περιμαντρωμένου με ξερολιθιά", δεν αναφέρονται εντός αυτού άλλα εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά και συνορεύει το όλο ακίνητο, βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Φ., ανατολικά με βραχώδη ακτή, νότια με ιδιοκτησία Γ.. Α. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κουκά". Από τη σύγκριση του συνόλου των άνω επικαλούμενων και προσκομισθέντων τίτλων των έξι πρώτων εφεσίβλητων - εναγόντων-καθ' ων η κύρια παρέμβαση και των διακαιοπαρόχων τους (άμεσων και απώτερων) και το πρώτο συνταχθέν άνω από Ιουλίου του ...

τοπογραφικό διάγραμμα, του μηχανικού, Τ. Ρ., προκύπτουν τα εξής: Σε όλους τους τίτλους το εν λόγω συνολικό ενιαίο ακίνητο περιγράφεται ως "παραγγεριά και σκληροχώραφο" (παραγγεριά:... προικοσυμβόλαιο, που αφορά το ανατολικό ήμισυ εξ αδιαιρέτου)-(παραγγεριά και σκληροχώραφο, που αφορά το όλο ακίνητο: ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς)-(σκληροχώραφο, άγονο, πετρώδες, δύσβατο και απόκρημνο, που αφορά το όλο ακίνητο: .../3-51990-3 522/22-6-1990-...

πωλητήρια συμβόλαια)-(αγρός-σκληροχώραφο, που αφορά το όλο: ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς και ... πωλητήριο συμβόλαιο). Το ενιαίο ακίνητο αποτελείται από δύο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό. Η ενιαία έκταση αρχικά εμφανίζεται περίπου δέκα (πέντε το ανατολικό τμήμα και πέντε το δυτικό) ζευγαριές (στο ...

προικοσυμβόλαιο και ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς) και μετέπειτα 35 στρέμματα ή 50 στρέμματα ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον. Επισημαίνεται όμως ότι η ύπαρξη διαχρονικά σταθερής και μη μεταβαλλόμενης περιμάνδρωσης εξασφάλιζε το αδιάβλητο της επιφάνειας του ακινήτου. Αναφορικά δε με τους όμορους ιδιοκτήτες:

Δυτικά, με ιδιοκτησία Κουκά και εν μέρει με ιδιοκτησία Ασημομύτη (στο προικοσυμβόλαιο ... δεν αναφέρεται δυτικός όμορος ιδιοκτήτης, διότι συνόρευε με το έτερο δυτικό ήμισυ της αυτής παραγγεργιάς του προικοδότη, Φραντζέσκου Μιχ. Ασημομύτη). Ανατολικά με δημόσιο παράκτιο βράχο της θάλασσας-βραχώδη ακτή.

Το μέγεθος δε, το σχήμα και ο φυσικός διαχωρισμός του συγκεκριμένου βράχου, τον καθιστά χαρακτηριστικό σημείο της ακτογραμμής (...). Νότια με ιδιοκτησία Ασημομύτη. Βόρεια-Βορειοδυτικά υπάρχει διαφορά στους τίτλους και άλλοτε αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Εμμανουήλ Ιωάννου Φαμέλης ή ο Νικόλαος Ιωάννου Φαμέλης και άλλοτε οι κληρονόμοι Μάρκου Κοντιζά.

Πλην όμως η έκταση προσδιορίζεται επί του εδάφους, από τις υπόλοιπες τρεις διευθύνσεις και από τις αναφορές περί Δημοσίου παράκτιου βράχου της θάλασσας-βραχώδη ακτή (επιφάνεια που σήμερα αποτελεί τη ζώνη αιγιαλού-παραλίας και έχει ήδη οριοθετηθεί), δεδομένου ότι είναι πλήρως οριοθετημένη με ξερολιθιά βόρεια, δυτικά, νότια και θάλασσα στα ανατολικά.

Τα ανωτέρω αναφέρονται αναλυτικά και στην από ... (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/25-2-2015) έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων, με την με αριθμό 150/8-11-2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, σε αντικατάσταση των αρχικά διορισθέντων με την διατάξασα αυτήν υπ' αριθμ. 38/8-3-2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, πραγματογνωμόνων, Ιωάννη Ραγκούση, πολιτικού μηχανικού και Ευάγγελου Γλύνη, αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, η οποία συντάχθηκε με βάση τα αναφερόμενα και παραδοθέντα αντίστοιχα από τους διαδίκους έγγραφα (συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα κλπ), τις αναφερόμενες ψηφιακές αεροφωτογραφίες και ψηφιακούς ορθοφωτοχάρτες της συγκεκριμένης θέσης "..." ...

και της ευρύτερης περιοχής και τις διαπιστώσεις της αυτοψίας που πραγματοποίησαν στις 20-4-2013 και της συμπληρωματικής μεταγενέστερα, στην οποία έκθεση αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "....Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της ... και απέχει από την παραλία του Πάνορμου δύο (2) χιλιόμετρα. Είναι πλήρως οριοθετημένο με ξερολιθιά βόρεια, δυτικά, νότια και θάλασσα στα ανατολικά (Ακρωτήρι Λιμπούνια).

Για το εν λόγω ακίνητο συντάχθηκε αναλυτικό τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται η υφιστάμενη κατάσταση, σύμφωνα με το αρ. σχεδίου 1 τοπογραφικό διάγραμμα και αποτυπώνονται οι χαραχθείσες γραμμές αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή μελέτης, σύμφωνα με το ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011, με τίτλο "Καθορισμός ορίων αιγιαλού, παραλίας, στη θέση "Ακρωτήρι Λιμπούνια Όρμος ..." νήσου ... ..... 7.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΙΤΛΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ: Από την ανάγνωση και τον έλεγχο των τίτλων των εναγόντων, συντάχθηκε ο πίνακας διαδοχής ιδιοκτησίας των εναγόντων, στον οποίο αποτυπώνεται η διαδοχή των τίτλων από τον αρχικό αγρό, ιδιοκτησίας Φ. Μ. Α., τον οποίο επισυνάπτουμε. 8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μετά τη μελέτη όλων των στοιχείων που μας προσκόμισαν οι αντίδικοι, την επί τόπου επίσκεψη στο επίδικο ακίνητο, την εφαρμογή στο έδαφος των τίτλων ιδιοκτησίας τους, τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος εξαρτημένου από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς, ΕΓΣΑ87, καταλήγουμε στα παρακάτω συμπεράσματα: 1α) Σχετικά με το εάν τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ..., ολικής επιφάνειας 92.029 τμ (82.520 τμ + 9.509 τμ), που βρίσκονται στη θέση "...", της ευρύτερης περιοχής ...-..., αποτελούν τμήμα μείζονος ακινήτου των εναγόντων-εφεσιβλήτων, συνολικής εκτάσεως 170 στρεμμάτων, όπως η έκταση αυτή περιγράφεται στην αγωγή και αποτυπώνεται στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού τους, Τ.

Ρ., συμπεραίνουμε τα εξής: Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κτηματολογίου τα επίδικα γεωτεμάχια, με ΚΑΕΚ ... και ..., ολικής επιφάνειας 92.029,89 τμ (82.519,98 τμ + 9.509,91 τμ), μαζί με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., που έχει επιφάνεια 34776,84 τμ, δηλαδή συνολική επιφάνεια 126.806,73 τμ (82.519,98 τμ + 9.509,91 τμ + 34776,84), αποτελούν τμήματα μείζονος ακινήτου, συνολικής εκτάσεως περίπου 170 στρεμμάτων (170.000 τμ), όπως η έκταση αυτή περιγράφεται και αποτυπώνεται στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, πλην όμως εντός της έκτασης αυτής περιλαμβάνεται και η εδαφική ζώνη αιγιαλού και παραλίας, η οποία δεν έχει αφαιρεθεί στο εν λόγω σχεδιάγραμμα.... Η ζώνη που έχει προσδιοριστεί κατ' εκτίμηση από το Εθνικό Κτηματολόγιο, ως ζώνη αιγιαλού και παραλίας και έχει αφαιρεθεί ως τέτοια από τις επιφάνειες των παραθαλάσσιων ακινήτων με ΚΑΕΚ ...

και ..., υπολογίστηκε με ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση και βρέθηκε να έχει έκταση 45875,70 τμ, σε σχέση με τα όρια που απεικονίζονται στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια. Η επιφάνεια αυτή είναι παραπλήσια της ζώνης που υπολογίστηκε, αφού εφαρμόστηκαν οι συντεταγμένες των κορυφών της παραλίας επί του εδάφους, σύμφωνα με το ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011, με τίτλο "Καθορισμός ορίων αιγιαλού, παραλίας, στη θέση "Ακρωτήρι Λιμπούνια Όρμος ..." νήσου ..., καθώς μετά από ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση, βρέθηκε να έχει έκταση 4...46,39 τμ.

Η περιοχή αυτή που προσδιορίζεται ως ζώνη αιγιαλού και παραλίας, αποτελεί και το φυσικό και δύσβατο όριο της συνολικής ιδιοκτησίας, που εμφανίζεται και στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, προς την ακτογραμμή-θάλασσα και μνημονεύεται και στους απώτερους και νεώτερους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων-εφεσίβλητων (συνορεύει με δημόσιον βράχο: ...

προικοσυμβόλαιο-συνορεύει ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας: ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και ...-...-... πωλητήρια-συνορεύει ανατολικά με βραχώδη ακτή: ... και 8733/20-10-1992 συμβόλαια). Επίσης, η διαφορά που υπάρχει μεταξύ της έκτασης των 170 στρεμμάτων, που απεικονίζεται στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια και της συνολικής επιφάνειας των 126.806,73 τμ, των ΚΑΕΚ ..., ...

και ..., που υπολογίζεται από το Εθνικό τοπογραφικό διάγραμμα και της εδαφικής ζώνης του αιγιαλού και της παραλίας. Δηλαδή η επιφάνεια 126.806,73 τμ των ΚΑΕΚ ..., ... και ..., μαζί με την εδαφική ζώνη που αναφέρθηκε παραπάνω, πραγματικά προσεγγίζει την επιφάνεια των περίπου 170 στρεμμάτων, που αναφέρονται στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα. Επομένως και τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ..., ... και συνολική επιφάνεια 92.029,89 τμ (82.519,98 τμ + 9.509,91 τμ), αποτελούν τμήματα του μείζονος ακινήτου των εναγόντων-εφεσίβλητων (όπως αυτό τεκμηριώνεται στην απάντηση του 2ου ερωτήματος), συνολικής εκτάσεως 170 στρεμμάτων. 2°) Σχετικά με το περαιτέρω ερώτημα εάν τα εν λόγω τμήματα με ΚΑΕΚ ...

και ..., περιλαμβάνονται εν όλω ή εν μέρει στους επικαλούμενους τίτλους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους ή σε εκείνους του εναγομένου και κυρίως παρεμβαινόντων ... συμπεραίνονται τα εξής: Α) Τίτλοι κυριότητας των εναγόντων και δικαιοπαρόχων τους: ..... Από τη σύγκριση του συνόλου των επικαλουμένων τίτλων - συμβολαίων των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, για το συνολικό ακίνητο, το οποίο σήμερα αποτελείται από το επίδικο ακίνητο με τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ..., καθώς επιπλέον και από το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., όπως αυτό προσδιορίζεται στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, καθώς και στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα, του μηχανικού, Ε. Α., προκύπτουν τα εξής: Σε όλους τους τίτλους κτήσης η επίδικη ιδιοκτησία περιγράφεται ως παραγγεριά και σκληροχώραφο....

Σε σύγκριση με τη σημερινή εντοπιζόμενη κατάσταση το επίδικο ακίνητο (με τα ΚΑΕΚ ..., ... και ...), συμφωνεί γενικά ως αποτύπωση με τα άνω αντίστοιχα τοπογραφικά. Το εν λόγω ακίνητο έχει και σήμερα τη μορφή της παραγγεργιάς, δηλαδή επικλινές έδαφος, με μειωμένη επιφάνεια για καλλιέργεια, με διαμόρφωση τμήματος αυτής σε αναβαθμούς (βλ.

και Πράξη Χαρακτηρισμού Δ/νσης Δασών Κυκλάδων), εντός περίκλειστου από ξηρολιθοδομές οριοθετημένου χώρου. Τμήματα καλλιεργήσιμα εντοπίστηκαν, μετά τη φωτοερμηνεία των Α/Φ των ετών 1945-1983 (εντοπίστηκαν διαδοχικοί αναβαθμοί) και για το λόγο αυτό αναφέρεται και ο χαρακτήρας του ως σκληροχώραφου. Επιπλέον εντοπίστηκαν και ακαλλιέργητα άγονα τμήματα, τα οποία αφορούσαν βοσκή και τα οποία αν και βρίσκονταν εντός του περίκλειστου από ξηρολιθοδομές οριοθετημένου χώρου, δεν αναφέρονταν στο συμβόλαιο υπ' αριθμ. ..., διότι ποτέ, ούτε τότε, αλλά ούτε και μεταγενέστερα είχαν οργωθεί-καλλιεργηθεί.

Από τη φωτοερμηνεία των Α/Φ των ετών 1945 έως 1983 δεν εντοπίστηκαν εντός αυτού εμφανιζόμενα χαρακτηριστικά, όπως κτίσματα, μαντριά, κελιά, πηγές υδάτων κλπ. Ακόμη η περιγραφή στους τίτλους της ιδιοκτησίας ότι αποτελείται από δύο μέρη (ανατολικό και δυτικό) συμφωνεί, συγκρινόμενη με τη σημερινή γεωμορφολογική μορφή του ακινήτου, όπως αυτή προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και την υφισταμένη κατάσταση.

Η έκταση εμφανίζεται διαχρονικά να χωρίζεται στα δύο, από μια φυσική εσοχή της ακτογραμμής στο βόρειο όριο της, εσοχή που σε συνδυασμό με το έντονο βραχώδες ανάγλυφο οδηγεί στο φυσικό σχηματισμό ενός δυτικού και ενός ανατολικού μέρους. Επίσης στους τίτλους των εναγόντων η έκταση αρχικά εμφανίζεται με εμβαδό πέντε και πέντε ζευγαριές και μετέπειτα με επιφάνεια 35 στρέμματα, είτε 50 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον.

Η διαφορά εκτιμάται ότι οφείλεται στην έλλειψη τοπογραφικής αποτύπωσης, κατά το χρόνο σύνταξης των συμβολαίων. Η ύπαρξη διαχρονικά σταθερής και μη μεταβαλλόμενης περιμάνδρωσης, όπως αυτή διαπιστώθηκε από τον έλεγχο των Α/Φ, εξασφάλιζε το αδιάβλητο της επιφάνειας του ακινήτου. Παρατηρείται επίσης διαφορά στην έκταση του ακινήτου κατά την αλλαγή ιδιοκτήτη ή συμβολαιογράφου.

Κατά το παρελθόν αυτό ήταν σύνηθες, διότι τον ιδιοκτήτη ενδιέφερε να καταγραφεί αυστηρά το καλλιεργούμενο τμήμα του ακινήτου (σκληροχώραφου), το οποίο επιμετρούνταν με το χρόνο που απαιτούνταν για να καλλιεργηθεί (ζευγαριές), ενώ και για φορολογικούς λόγους δεν αναγράφονταν η πραγματική έκταση. Επειδή η έκταση επιμετρούνταν με ζευγαριές, η αναφορά των πέντε ζευγαριών για το ήμισυ ανατολικό τμήμα, που παραχωρήθηκε ως προίκα κατά το έτος 1915, αφορούσε το όργωμα των πέντε ημερών που γνώριζε ήδη ο ιδιοκτήτης ότι απαιτούνταν για τα τμήματα του περίκλειστου από ξηρολιθοδομές ακινήτου που καλλιεργούνταν και είχε την κατάλληλη διαμόρφωση με αναβαθμούς.

Τα εντός της περιτοίχισης και εξαιτίας του ανάγλυφου τμήματα που δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν δεν είχαν οργωθεί ποτέ προκειμένου να υπολογιστεί, κατά το έτος 1915, η επιφάνειά τους. Σε ότι αφορά τους όμορους ιδιοκτήτες βόρεια-βορειοδυτικά υπάρχει διαφορά στους τίτλους .... Πλην όμως η έκταση προσδιορίζεται επί του εδάφους, από τις υπόλοιπες τρεις διευθύνσεις και από τις αναφορές περί του Δημόσιου παράκτιου βράχου της θάλασσας-βραχώδη ακτή (επιφάνεια που σήμερα αποτελεί τη ζώνη αιγιαλού-παραλίας και έχει ήδη οριοθετηθεί).

Β) Τίτλοι κυριότητας του εναγομένου: Το υπ' αριθμ. 9772/20-9-1923 πωλητήριο συμβόλαιο, που αφορά ένα σκληροχώραφο-παραγγεριά, στη θέση "...", διηρημένου δια τοίχου σε δύο μέρη, εκτάσεως και τα δύο μέρη τεσσάρων ζευγαριών, περιέχον λάκκα αναβρύοντος ύδατος και ένα κελί. Από τον έλεγχο των διαχρονικών Α/Φ των ετών 1945 έως 1983, δεν εντοπίστηκε εντός των ορίων του επιδίκου ακινήτου κατασκευή ή διαμόρφωση τέτοια που να παραπέμπει σε κτίσματα, μαντριά, κελιά, πηγή υδάτων κλπ.

Επομένως θεωρείται έκταση, που εκτιμάται ότι είναι δυτικότερα του επιδίκου (συνορεύει με θαλάσσιους βράχους, με τον ίδιο τον εναγόμενο και με Π. Κουκά). Επί πλέον δεν εντοπίζεται στους τίτλους που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους όμορος ιδιοκτήτης επί του επιδίκου ακινήτου, με το όνομα, Ευάγγελος Σικινιώτης.

Το υπ' αριθμ. 5871/19-12-1949 πωλητήριο συμβόλαιο, που αφορά πώληση αγρού από τον Μάρκο Δημητρίου Κοντιζά στον Νικόλαο Φάμελη, περιγράφεται ένα ακίνητο ως εξής: "έναν αγρό (σκληροχώραφο), στη θέση "...", εμπεριέχοντα κελλίον και λάκκα αναβρύοντος ύδατος, ολικής εκτάσεως τεσσάρων ζευγαριών και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες, κληρονόμων Ιωάννου Εμμανουήλ Φαμέλη, Παναγιώτου Παναγιώτου Κουκά και με θαλάσσιους βράχους" ...Το από 1-10-1952 ιδιωτικό πωλητήριο, με το οποίο η Αικατερίνη Δομενέγου Συκινιώτη πωλεί προς τον Νικόλαο Ιωάννου Φαμέλη, "το ήμισυ εξ αδιαιρέτου μιας παραγγεριάς και δη το προς το ανατολικό μέρος, κειμένης στη θέση ..., ολικής εκτάσεως δύο και ήμυσι ζευγαριών, συνορευούσης με ιδιοκτησίες, Νικολάου Ιωαν.

Φαμέλη, κληρονόμων Εμ. Φαμέλη, παράκτιο βράχο, Εμ. Ασημομύτη και δημοτική οδό". Από τον έλεγχο των διαχρονικών Α/Φ των ετών 1945 έως 1983, δεν εντοπίστηκε εντός του επιδίκου ακινήτου χάραξη ή ίχνος που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως δημοτική οδός ... Δρόμοι με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά εντοπίστηκαν αρκετά δυτικότερα του επιδίκου ακίνητου.

Το από 6-9-1963 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η Μαρία θυγ. Εμμανουήλ Φαμέλη πωλεί στον Νικόλαο Ιωάννου Φάμελη, "το 1/3 εξ αδιαρέτου ενός αγρού (ξηροχώραφου), στη θέση "...", εκτάσεως του όλου τριών ζευγαριών, συνορεύοντος γύρωθεν με ιδιοκτησίες, Νικολάου Φάμελη, Π. Κουκά και θάλασσα, τα έτερα 2/3 τούτου ανήκουν στον Νικόλο Φάμελη...".

Για το εν λόγω ακίνητο δεν υπάρχει ακολουθία στους τίτλους.... που να τεκμηριώνει τη θέση του σε σχέση με το επίδικο και για το λόγο αυτό θεωρείται έκταση που εντοπίζεται δυτικότερα του επιδίκου (συνορεύει με θάλασσα, με τον ίδιο τον εναγόμενο και με Π. Κουκά), πλησίον του ακινήτου που εμφανίζεται στο υπ' αριθμ.5871/19-12-1949 πωλητήριο συμβόλαιο ...

Δ) Συμπέρασμα ερωτήματος: Από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε προκύπτει ότι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι διατηρούν διαχρονικά στην περιοχή από το έτος 1915 την ιδιοκτησία που αναλύθηκε παραπάνω, η οποία συγκρίνεται συνολικά με την επίδικη ιδιοκτησία αποτελούμενη από τα ακίνητα, που στους κτηματολογικούς πίνακες έχουν λάβει ΚΑΕΚ ..., ..., και ....

Με βάση λοιπόν την παραπάνω ακολουθία τίτλων προκύπτει ότι τα εν λόγω τμήματα με ΚΑΕΚ ..., ..., περιλαμβάνονται εν όλω στους επικαλούμενους τίτλους κυριότητας των εναγόντων-εφεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους" (...). Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η από Οκτωβρίου 2008 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/24-10-2008) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, με την υπ' αριθμόν ...

μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα αγρονόμου-τοπογράφου, Εμμανουήλ Βαρσαμή, η οποία συντάχθηκε με βάση τα αναφερόμενα και παραδοθέντα αντίστοιχα από τους διαδίκους έγγραφα (συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα κλπ) και τις διαπιστώσεις της αυτοψίας που πραγματοποίησε στις 12-4-2008, στην οποία έκθεση αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της ...

και απέχει από την παραλία του Πάνορμου δύο (2) χιλιόμετρα. Είναι πλήρως οριοθετημένο με ξερολιθιά βόρεια, δυτικά, νότια και θάλασσα στα ανατολικά (Ακρωτήρι Λιμπούνια). Στις 13 και ... Απριλίου 2008 προέβην σε λεπτομερέστατη αποτύπωση του επιδίκου ακινήτου, με ηλεκτρονικό όργανο, εξαρτημένη από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣ87).

Τα αποτελέσματα των μετρήσεων απέδωσα στο επισυναπτόμενο στην παρούσα πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα, αρ. σχεδίου 2, στο οποίο απεικονίζεται η επίδικη ιδιοκτησία. 6. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: α) Από τη μελέτη των τίτλων ιδιοκτησίας, την επιτόπου επίσκεψη, τις ένορκες βεβαιώσεις και την βεβαίωση-δήλωση στο από Νοεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα, συντάχθηκαν τα τοπογραφικά διαγράμματα 1α, 1 β, 1γ, 1 δ, Γ, 1 στ, με θέμα εφαρμογή τίτλων των εναγόντων στον χάρτη της ΓΥΣ.

Τέλος, συντάχθηκε ο "Πίνακας διαδοχής ιδιοκτησίας των εναγόντων". Από την επεξεργασία του σχ. 11 (κτηματογραφικό διάγραμμα ΟΚΧΕ), συντάχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα 3, στο οποίο απεικονίζονται τα ΚΑΕΚ ..., ... και τα όμορα, όπως έχουν καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο.... 7. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΙΤΛΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ: Α. Στοιχεία εναγόντων:

Μετά την απεικόνιση σε τοπογραφικά διαγράμματα (1α, 1 β, 1γ, 1 δ, 1ε, 1 στ) των τίτλων κυριότητας των εναγόντων και τη σύγκριση αυτών διαπιστώνεται ότι η ιδιοκτησία των εναγόντων εφαρμόζεται στο έδαφος, σε όλους τους τίτλους είναι η ίδια και όσον αφορά τους όμορους, νότια Ασημομύτης, δυτικά Κουκάς και ανατολικά θάλασσα, είναι συνεχώς οι ίδιοι.

Μόνο στο βόρειο σύνορο αλλάζει ο ιδιοκτήτης. Επομένως καταλήγουμε ότι η ιδιοκτησία που αναφέρεται στους τίτλους είναι η ίδια από το 1915 έως σήμερα. Οι επιφάνειες που αναφέρονται σε ζευγαριές στα συμβόλαια (...) και σε στρέμματα (...) είναι διαφορετικές και οι διαφορές οφείλονται στο γεγονός ότι η προσκόμιση τοπογραφικού διαγράμματος δεν ήταν απαραίτητη για τη σύνταξη του συμβολαίου.

Η επιφάνεια που αναγράφεται στα συμβόλαια ήταν κατά δήλωση του ιδιοκτήτη και είναι διαφορετική όταν αλλάζει ο συμβολαιογράφος που συντάσσει το συμβόλαιο. Στο παρελθόν αυτό ήταν σύνηθες, διότι τον ιδιοκτήτη τον ενδιέφερε να καταγραφεί αυστηρά το καλλιεργούμενο τμήμα του ακινήτου (μονάδα μέτρησης ζευγαριές) ή για φορολογικούς λόγους να μειωθεί η έκταση.

Έδιναν όμως βαρύτητα στον προσδιορισμό του ακινήτου με την αναγραφή των ομόρων. Παρά το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο οι κληρονόμοι είναι επτά και τα συμβόλαια έχουν συνταχθεί σε διαφορετικούς συμβολαιογράφους, η περιγραφή των ομόρων (δηλαδή η τοποθέτηση στο έδαφος του ακινήτου) παραμένει η ίδια για όλα τα συμβόλαια.

Συγκρίνοντας το ακίνητο των εναγόντων με το επίδικο, διαπιστώνουμε ότι το επίδικο είναι μικρότερο από αυτό που περιγράφεται στα συμβόλαια (...). Επίσης το επίδικο ακίνητο αναφέρεται στα ΚΑΕΚ ... και ..., ενώ η ιδιοκτησία των εναγόντων στα ΚΑΕΚ ..., ... και .... Από τα στοιχεία που μου προσκόμισαν διαπιστώθηκε ότι οι ενάγοντες για πρώτη φορά αναθέτουν τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της ιδιοκτησίας τους το έτος ...

και συντάσσεται το από Ιούλιο ... τοπογραφικό διάγραμμα, από τον μηχανικό Τάσο Ράμπια (...), το οποίο υποβάλλεται στο Δασαρχείο για την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού Μελετώντας το τοπογραφικό διάγραμμα διαπιστώνουμε ότι δεν είναι εξαρτημένο από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣ87) και η επιφάνεια του ακινήτου αναγράφεται 170 στρέμματα.

Για να ελεγχθεί εάν το διάγραμμα αναφέρεται στην επίδικη έκταση έγινε επίθεση στη σημερινή αποτύπωση και διαπιστώθηκαν τα εξής: 1) το νότιο, το δυτικό και το βόρειο όριο του ακινήτου ταυτίζεται με τα όρια του ακινήτου των εναγόντων (παλιά ξερολιθιά), 2) το επίδικο είναι μικρότερο και είναι τμήμα του συνολικού ακινήτου, 3) το προς τη θάλασσα όριο του ακινήτου στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Τ.

Ρ., έχει εσφαλμένα προσδιοριστεί έως την ακτογραμμή, δηλαδή δεν έχει αφαιρεθεί ο αιγιαλός, που παρά το ότι δεν είχε καθοριστεί ο μηχανικός όφειλε να τον αφαιρέσει με εκτίμηση. Αποτέλεσμα ήταν το εμβαδόν του ακινήτου να βρεθεί 170.000 τμ, επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική. Τέλος, έγινε συσχέτιση του επιδίκου ακινήτου, με το ακίνητο που στο Κτηματολόγιο καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ...

και .... Επειδή το τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξα (...) και αυτό του Κτηματολογίου (...), έχουν συνταχθεί με εξάρτηση από το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣ87). Η συσχέτισή του έγινε ηλεκτρονικά και συντάχθηκε το διάγραμμα αρ. 4, στο οποίο φαίνεται με τον ειδικό συμβολισμό η υπάρχουσα ξερολιθιά και με κυανή αξονική γραμμή το όριο των ακινήτων, σύμφωνα με το Κτηματολόγιο.

Από τη μελέτη του τοπογραφικού διαγράμματος διαπιστώνουμε τα εξής: 1) το νότιο, το ανατολικό και το βόρειο όριο του γηπέδου (με περιμετρικά γράμματα Α-Β-Λ-Μ-Δ-Ε-Ζ-Η), καθώς και το κοινό όριο (Β-Γ-Δ) των ενδιάμεσων ΚΑΕΚ ... και ..., ταυτίζεται με αρκετά μεγάλη ακρίβεια. Απόλυτη ταύτιση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί εξαιτίας της μεθόδου αποτύπωσης του Κτηματολογίου, η οποία είναι φωτογραμμετρική και δεν έχει την ίδια ακρίβεια με την επίγεια αποτύπωση. 2) Το προς τη θάλασσα όριο του ακινήτου είναι πάντα η οριογραμμή του αιγιαλού, στη συγκεκριμένη όμως θέση δεν έχει γίνει καθορισμός του αιγιαλού....Το Κτηματολόγιο παρόλα αυτά όφειλε να εξαιρέσει τον αιγιαλό, το οποίο και έκανε με εκτίμηση του συντάκτη του φωτογραμμετρικού διαγράμματος.

Μετά από έρευνα που έκανα στην Κτηματική Υπηρεσία Σύρου, αρμόδια για τον καθορισμό του αιγιαλού, πληροφορήθηκα ότι η διαδικασία είναι σε εξέλιξη, δηλαδή έχει αποφανθεί η Επιτροπή ....Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξα έχω εφαρμόσει την προτεινόμενη από την Επιτροπή οριογραμμή του αιγιαλού, η οποία είναι διαφορετική από αυτή του Κτηματολογίου και γι' αυτό στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

το Κτηματολόγιο αναγράφει έκταση 82519,99 τ.μ., ενώ στο δικό μου τοπογραφικό διάγραμμα έκταση 95010 τ.μ. Η διαφορά αυτή θα εξαλειφθεί όταν καθοριστεί ο αιγιαλός.... Για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., το Κτηματολόγιο αναγράφει έκταση 9509,87 τ.μ., ενώ στο δικό μου τοπογραφικό διάγραμμα έκταση 9466 τμ, που είναι εντός των ορίων της ανοχής.

Το γεγονός ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο δεν παρατηρούμε διαφορές, οφείλεται στο ότι δεν είναι παραθαλάσσιο και στο έδαφος είναι περιτοιχισμένο με ξερολιθιά. Β) ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: 1. Το συμβόλαιο 9772/20-9-1923 πώληση ακινήτου από την Μαρία θυγ. Εμμανουήλ Φαμέλη στον Μάρκο Δημητρίου Κοντιζά....Από την επί τόπου έρευνα δεν βρέθηκε στο επίδικο, που υποδείχθηκε από τον εναγόμενο, λάκα αναβρύοντος ύδατος και κελί, επομένως το παρόν συμβόλαιο αναφέρεται σε άλλο αγρό στην περιοχή, ιδιοκτησίας του εναγομένου, αλλά όχι του επιδίκου. 2.

Συμβόλαιο 5871/19-12-1949...., πώληση ακινήτου στη θέση ..., από τον Μάρκο Δημητρίου Κοντιζά στον Νικόλαο Ιωάννη Φαμέλη. Το συμβόλαιο αυτό αναφέρεται στον ίδιο αγρό που περιγράφεται στο άνω 9772/20-9-1923 συμβόλαιο, αλλά όχι στο επίδικο ακίνητο. Τα σχετικά ...,17 είναι ιδιωτικά έγγραφα και δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα....Στο σχετικό 17 (ιδιωτικό πωλητήριο έτους 1952) αναγράφει δημοτική οδό, η οποία δεν υπήρχε στο επίδικο την εποχή εκείνη. 8.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μετά την μελέτη όλων των στοιχείων που μου προσκόμισαν οι αντίδικοι, την επί τόπου επίσκεψη στο επίδικο ακίνητο, τη σύνταξη τοπογραφικού, καταλήγουμε στα παρακάτω συμπεράσματα: 1. Το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με τα ακίνητα που το Εθνικό Κτηματολόγιο κατέγραψε με ΚΑΕΚ ... και ..., 2) είναι τμήμα της ιδιοκτησίας", όπως προκύπτει από τους τίτλους, των εναγόντων, στους τίτλους των οποίων ανήκει και το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..." (...).

Επί πλέον, στην άνω από ... (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/25-2-2015) έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων, με την με αριθμό 150/8-11-2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, σε αντικατάσταση των αρχικά διορισθέντων με την διατάξασα αυτήν υπ' αριθμ. 38/8-3-2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, πραγματογνωμόνων, Ιωάννη Ραγκούση, πολιτικού μηχανικού και Ευάγγελου Γλύνη, αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, σχετικά με τους ισχυρισμούς του ήδη εκκαλούντος-κυρίου παρεμβαίνοντος, Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι τα επίδικα αποτελούν δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, αναφέρονται τα ακόλουθα συμπεράσματα, με βάση τις εξετασθείσες αεροφωτογραφίες της περιοχής: "Από τον έλεγχο, με τη μέθοδο της φωτοερμηνείας, των ευρεθεισών αεροφωτογραφιών, δηλαδή:

την ασπρόμαυρη ψηφιακή αεροφωτογραφία, κλίμακας 1:42000, λήψης του έτους 1945, την ασπρόμαυρη ψηφιακή αεροφωτογραφία, κλίμακας 1:30000, λήψης του έτους 1960, την ασπρόμαυρη ψηφιακή αεροφωτογραφία, κλίμακας 1:40000, λήψης του έτους 1973 και την ασπρόμαυρη ψηφιακή αεροφωτογραφία, κλίμακας 1:15000, λήψης του έτους 1983 της ευρύτερης περιοχής των εν λόγω ακινήτων, που χορηγήθηκαν από την Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (Γ.Υ.Σ), προκύπτει ότι η εν λόγω επίδικη έκταση, σε όλες τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες, παρουσιάζεται περιμανδρωμένη, με εντοπιζόμενη διακριτή ξηρολιθοδομή σε όλες τις πλευρές.

Για την τεκμηρίωση των παραπάνω συντάχθηκαν τα παρακάτω συνημμένα σχέδια: α) αρ. σχεδίου 3-Τοπογραφικό διάγραμμα (εντοπιζόμενα όρια ξηρολιθοδομών Α/Φ ετών 1945-1960-1973-1983), β) αρ. σχεδίου 6α Τοπογραφικό διάγραμμα (εντοπιζόμενα όρια ξηρολιθοδομών Α/Φ 1945), γ) αρ. σχεδίου 6β-Τοπογραφικό διάγραμμα (εντοπιζόμενα όρια ξηρολιθοδομών Α/Φ 1960), δ) αρ.

σχεδίου 6γ-Τοπογραφικό διάγραμμα (εντοπιζόμενα όρια ξηρολιθοδομών Α/Φ 1973) και ε) αρ. σχεδίου 6δ-Τοπογραφικό διάγραμμα (εντοπιζόμενα όρια ξηρολιθοδομών Α/Φ 1983). Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, η μορφή των επιδίκων που απεικονίζονται στις ανωτέρω Α/Φ και η αποτύπωσή τους ως καλλιεργούμενες, χορτολιβαδικές ή βραχώδεις εκτάσεις, παραμένει αδιάβλητη στο χρονικό διάστημα που ελέγχθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αεροφωτογραφίες και γενικά συμφωνεί με τη μορφή που αναφέρεται στην με αρ.

πρωτ. 1907/4-4-2002 Πράξη Χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών του Νομού Κυκλάδων. Πιο συγκεκριμένα, στην ανωτέρω Πράξη Χαρακτηρισμού αναφέρεται ότι: α) τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα στο προσαρτώμενο τότε τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του ν. 998/79, γιατί είναι αγροτικής μορφής (εγκαταλειμμένος - χέρσος αγρός) με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής και έτσι εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 3 του ν. 998/79.

Το τμήμα αυτό εντοπίστηκε στο δυτικό τμήμα του επίδικου ακινήτου και απεικονίζεται ως ΤΜΗΜΑ 1ο, στο σχέδιο με αριθμό 4 - Τοπογραφικό διάγραμμα (όρια πράξης χαρακτηρισμού Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων). β) Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 85.000 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο τότε άνω τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του Ν.998/79, γιατί είναι βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, χωρίς να αναγνωρίζονται ουδέποτε στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας και έτσι εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν.998/79 και κατά θέσεις της παρ. 6γ του άρθρου 3 του Ν.998/79.

Το τμήμα αυτό εντοπίστηκε στο ανατολικό τμήμα του επίδικου ακινήτου και απεικονίζεται ως ΤΜΗΜΑ 2°, στο σχέδιο με αριθμό 4-Τοπογραφικό διάγραμμα (όρια πράξης χαρακτηρισμού Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων). Από τα προαναφερόμενα και επί πλέον και το πραγματικό γεγονός ότι στα δύο σημεία της περιμάνδρωσης που κατευθύνεται προς τη θάλασσα, αυτή έρχεται σε επαφή με την ακτογραμμή θάλασσα, πιστοποιούν ότι η εν λόγω συνολική επίδικη έκταση, όπως αυτή αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο τότε τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστάσιου Ράμπια, χρησιμοποιούνταν από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους ιδιοκτήτες, πλην της καλλιέργειας και για τη βοσκή ζώων (γι' αυτό και η ιδιοκτησία είναι τριγύρω περιμανδρωμένη, για να μην διαφεύγουν τα ζώα).

Ένα μεγάλο μέρος του τμήματος αυτού (ΤΜΗΜΑ 2°), με τη διοικητική πράξη χάραξης αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή μελέτης (ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011), συμπεριλαμβάνεται στις ζώνες αιγιαλού και παραλίας .... Δηλαδή το ανατολικό-προς τη θάλασσα όριο της επίδικης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να είναι αυτό της γραμμής παραλίας, όπως έχει χαρακτηρισθεί με την προαναφερόμενη διοικητική πράξη.

Επομένως, από τα παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη και τις αεροφωτογραφίες της περιοχής, των ετών 1945-1983, για τη μορφή των επιδίκων και την αποτύπωσή τους ως καλλιεργουμένων, βραχωδών και δασικών εκτάσεων, προκύπτει ότι τα επίδικα δεν αποτελούν δημόσιες δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, πλην της οριοθετημένης παράκτιας βραχώδους ζώνης αιγιαλού και παραλίας" (...).

Εξάλλου, η Διεύθυνση Δασών Νομού Κυκλάδων, στο με αριθμό πρωτ. 1983/25-10-2007 έγγραφό της προς το Δικαστικό Γραφείο Σύρου, αναφέρει τα ακόλουθα: "...Για τμήμα της έκτασης με ΚΑΕΚ ... η Υπηρεσία μας δεν προβάλλει δικαιώματα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στα πλαίσια σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, διότι με την με αρ.

πρ. 2337/2002 Δήλωση της Υπηρεσίας μας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δεν δηλώθηκε ως δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής έκταση. Για τμήμα της έκτασης με ΚΑΕΚ ... η Υπηρεσία μας προβάλλει εν μέρει δικαιώματα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στα πλαίσια σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου, διότι με την με αρ. πρ. 2337/2002 Δήλωση της Υπηρεσίας μας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δηλώθηκε τμήμα αυτού ως διαχρονικά χορτολιβαδικής μορφής έκτασή (σημειώνεται με χχ στην Α/Φ λήψης 1945).

Για το σύνολο της εν λόγω έκτασης εκδόθηκε από την Υπηρεσία μας η αρ. πρ. 1907/2002 Πράξη Χαρακτηρισμού, η οποία δεν κατέστη τελεσίδικη, καθώς τμήμα της εκκρεμεί στην Α/θμια ΕΕΔΑ. Επισυνάπτονται: απόσπασμα πρόσφατου (έτους 1996) Ο/Φ, αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1945 και I960...". Επισημαίνεται δε ότι, με βάση το άνω έγγραφο, την άνω με αριθμ.

πρωτ. 1907/4-4-2002 Πράξη Χαρακτηρισμού (άρθρο ... του Ν.998/79) του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων και τη βάση αυτής αποτύπωση στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα, του Μηχανικού Αναστασίου Ράμπια, που συνοδεύει την εν λόγω Πράξη, για την ενιαία έκταση εμβαδού 170.000 τμ, στη θέση ..., Δήμου Μυκόνων, των τμημάτων, Ε1=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα, που χαρακτηρίστηκε ως αγροτική και Ε2=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που χαρακτηρίστηκε ως βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, συνδυαζόμενα με τη χάραξη του Κτηματολογίου και τα αναφερόμενα στην άνω από ... (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/25-2-2015) έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ΤΜΗΜΑΤΑ 1° και 2° στο σχέδιο με αριθμό 4-Τοπογραφικό διάγραμμα (όρια πράξης χαρακτηρισμού Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων) εκ των οποίων το Τμήμα 1°, 85.000 τμ, που εντοπίστηκε στο δυτικό τμήμα του ακινήτου, αφορά την έκταση που με την άνω Πράξη χαρακτηρίστηκε ως αγροτική, ενώ το Τμήμα 2°, εμβαδού 85.000 τμ, που εντοπίστηκε στο ανατολικό τμήμα του επίδικου ακινήτου, αφορά την έκταση που με την άνω Πράξη χαρακτηρίστηκε ως βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, προκύπτει ότι, το μεν επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 9.510 τμ, εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο άνω Τμήμα 1°, ήτοι στην έκταση που με την άνω Πράξη χαρακτηρίστηκε ως αγροτική, εκ του δε επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 82.520 τμ, μεγάλο μέρος εμπίπτει στο άνω Τμήμα 1°, ήτοι στην έκταση που με την άνω Πράξη χαρακτηρίστηκε ως αγροτική, ενώ το υπόλοιπο εμπίπτει στο τμήμα 2°, που με την άνω Πράξη χαρακτηρίστηκε ως βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής.

Βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του τμήματος αυτού (ΤΜΗΜΑ 2°), που αφορά το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., με τη διοικητική πράξη χάραξης αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή (ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011), συμπεριλαμβάνεται στις καθορισθείσες ζώνες αιγιαλού και παραλίας, οι οποίες, ως τέτοιες έχουν αφαιρεθεί από το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

και δεν είναι επίδικες και συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η ζώνη που έχει προσδιοριστεί κατ' εκτίμηση από το Εθνικό Κτηματολόγιο, ως ζώνη αιγιαλού και παραλίας και έχει αφαιρεθεί ως τέτοια, υπολογίστηκε, από τους άνω πραγματογνώμονες, σε 45.875,70 τμ, σε σχέση με τα όρια που απεικονίζονται στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, ενώ κατά τον υπολογισμό τους, με εφαρμογή των συντεταγμένων των κορυφών της παραλίας επί του εδάφους, σύμφωνα με το ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011, με τίτλο "Καθορισμός ορίων αιγιαλού, παραλίας, στη θέση "Ακρωτήρι Λιμπούνια Όρμος ..." νήσου ..., έχει έκταση 41.446,39 τ.μ. Η περιοχή δε αυτή που προσδιορίζεται ως ζώνη αιγιαλού και παραλίας, αποτελεί και το φυσικό και δύσβατο όριο της συνολικής ιδιοκτησίας, που εμφανίζεται και στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, προς την ακτογραμμή-θάλασσα και μνημονεύεται και στους απώτερους και νεώτερους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων-εφεσίβλητων.

Συνεπώς, εκ των ανωτέρω, συνδυαζόμενα με το άνω με αριθμό πρωτ. 1983/25-10-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων, προς το Δικαστικό Γραφείο Σύρου και την αναφερόμενη σε αυτό εν μέρει διεκδίκηση των τμημάτων μόνο του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., που στην επισυναπτόμενη σ' αυτό Α/Φ λήψης 1945 σημειώνονται "με χχ" και τα οποία δηλώθηκαν από αυτό ως "διαχρονικά χορτολιβαδικής μορφής", αποδεικνύεται ότι ουσιαστικά διεκδικούμενη από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, είναι η οριοθετημένη πλέον (ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011) παράκτια βραχώδη ζώνη του αιγιαλού και της παραλίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε έχει ήδη αφαιρεθεί και δεν είναι επίδικη.

Παρ' όλα αυτά το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την κρινόμενη κύρια παρέμβασή του, αιτείται την αναγνώριση της κυριότητάς του και επί των δύο επιδίκων ακινήτων με ΚΑΕΚ ... και .... Αναφορικά με τα ανωτέρω ο εξετασθείς πρωτόδικα (κατά τη συνεδρίαση στις ...) μάρτυρας του εκκαλούντος-κυρίως παρεμβαίνοντος, Ελληνικού Δημοσίου, Πρίαμος Παρισινός, τεχνολόγος δασοπονίας, υπάλληλος της Δ/νσης Δασών Νομού Κυκλάδων, κατέθεσε και τα ακόλουθα: "....Δεν έχω κάνει αυτοψία, από το φάκελο γνωρίζω ότι η έκταση είναι 170 στρέμματα, από τα οποία τα μισά είναι αγροτικά και τα μισά χορτολιβαδικά.

Ως προς τη χορτολιβαδική έκταση, είναι μια παράκτια ζώνη στην ουσία, η οποία έχει μεγάλες κλίσεις, έχει διάσπαρτους βραχισμούς σε όλο αυτό το κομμάτι και είναι και συμπαγείς βραχώδεις σχηματισμοί προς την ακτή, όσο πλησιάζεις και χαμηλή φρυγανώδη χορτολιβαδική έκταση. Είναι πολύ δύσκολο να καλλιεργηθεί, στην ουσία το έδαφος έχει αποκληθεί τελείως.

Στο συγκεκριμένο τμήμα που μιλάμε δεν έχει ξηρολιθιές ενδιάμεσα μέσα, τις βαθμίδες που λέγονται, δείγματα καλλιέργειας, αγροτικής δραστηριότητας. Ξερολιθιές που χωρίζονται οι ιδιοκτησίες έχει το ακίνητο, τρία όμορα τμήματα νομίζω ότι είναι. Οι ξερολιθιές γύρω γύρω χτίστηκαν τον περασμένο αιώνα....Δεν ξέρω κάποια πράξη νομής ή κατοχής που έκανε το Δημόσιο στο συγκεκριμένο ακίνητο".

Από την άλλη πλευρά ο εξετασθείς πρωτόδικα μάρτυρας των εναγόντων-εφεσιβλήτων, Ιωάννης Συκινιώτης του Ευαγγέλου (γεν. το έτος ...), που δεν συγγενεύει με αυτούς, όπως δήλωσε, κατέθεσε σχετικά και τα ακόλουθα: "Το ακίνητο είναι περίπου 150 στρέμματα, με τη θάλασσα συνορεύεται, με τον Ξινό, δεν ξέρω πως λέγεται στο επίθετο, με την Γεωργία του Κουκά, τον Αλέκο και τον Γιώργο τον Ασημομύτη.

Είναι περιφραγμένο με ξερολιθιά και έχει και άλλες μέσα, αλλά είναι χαλασμένες...Γνωρίζω το ακίνητο από το 1845-46. Έχει μέσα ..., δύο υψώματα. Καλλιεργείτε μονάχα κριθάρι, άλλο τίποτα δεν μπαίνει, δεν έχει γη πολύ, έχει πέτρες. Παραγγεριά στη Μύκονο θεωρείται ένα μέρος που δεν έχει πολύ γη πολύ χώμα, σε βουνά.

Η ζευγαριά περίπου τώρα είναι 4 στρέμματα....Αυτή τη λίγη γη που υπήρχε βάζανε κριθάρι για τα ζώα....Στα συμβόλαια ίσως δεν τα είχαν μετρήσει. ...Ο Φαμέλης έχει παραπάνω, μακριά δύο χιλιόμετρα....Είναι περιμαντρωμένο το κτήμα και οι μάντρες χτίστηκαν από το 1800, πολύ παλιά και δεν άλλαξε τίποτα από τότε, είναι χαλασμένες, αλλά στο ίδιο σημείο είναι, δεν άλλαξε το ακίνητο....Αυτό το είχε ο Δημήτρης Ασημομύτης και μετά πήγε στο γιο του Μιχάλη και ο Μιχάλης το έδωσε στον Φραντζέσκο και το έδωσε στην Αικατερίνη...Σχεδόν το μισό είναι πετρώδες...Τα 80 με 90 στρέμματα καλλιεργούνταν, η υπόλοιπη έκταση που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί έχει βράχια και φρύγανα, υπάρχουν μέσα στο χώρο πεζούλες και τώρα, δεν έχουν χαλάσει" (...).

Στην με αριθμό 2.921/12-10-2009 ένορκη βεβαίωση, οι εξετασθέντες, Θεόδωρος Βερώνης (γεν. στη Μύκονο το 1947), Ηλίας Χαριτόπουλος (γεννηθείς στη Μύκονο το 1947) και ο άνω Ιωάννης Συκινιώτης του Ευαγγέλου (γεννηθείς στη Μύκονο το ...), ανέφεραν σχετικά και τα ακόλουθα: " γνωρίζουμε πολύ καλά, τόσο από δική μας γνώση, όσο και από όσα ακούσαμε και πληροφορηθήκαμε από γονείς, παππούδες και πάμπολλους Μυκονιάτες, πως το αγροτικό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής Αγ.

Σώστη-... (όπως στην ίδια θέση βρίσκονται και πολλά άλλα διαφόρων ιδιοκτητών, επιφάνειας πολλών χιλιάδων τμ), ανήκει αποκλειστικά στους ενάγοντες-εφεσίβλητους....Ποτέ το ακίνητο αυτό δεν ανήκε, ούτε ανήκει, στον Νικόλαο Φάμελη, ούτε στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε οποιοδήποτε τρίτο....Το ακίνητο του Φάμελη είναι εκείνο που αγόρασε από τον Μάρκο Κοντιζά το 1949 και ο τελευταίος το αγόρασε από τη Μαρία Φαμέλη, το 1923, βρίσκεται στην ίδια περιοχή, πλην όμως μακριά από το επίδικο και πάντως 500 και πλέον μέτρα από αυτό και πιο ειδικά από τους δύο λοφίσκους που είναι στο κέντρο του επιδίκου....

Το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν ιδιωτικό αγροτικό ακίνητο. Οι ιδιοκτήτες του, γύρω στο 18ο αιώνα το περιμάνδρωσαν με ξερολιθιά και το καλλιεργούσαν με λούπινα, κριθάρι, σιτηρά και άλλα, όπως επίσης έβοσκαν εκεί τα ζώα τους, αδιάλειπτα χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. Η καλλιέργεια του ακινήτου από τους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του, από τις αρχές του 1800, συνεχώς και αδιαλείπτως, η βόσκηση, η επίβλεψή του, η διέλευση πεζών, όπως και κάθε άλλη πράξη μέχρι σήμερα, μεταξύ των οποίων και η διάσπαρτη στο ακίνητο τοποθέτηση πινακίδων από σανίδα, που έγινε το 1981 και έγραφε με κεφαλαία γράμματα "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΥΚΙΝΙΩΤΗ", από τις οποίες πινακίδες 2-3 υπάρχουν ακόμη και σήμερα, γινόταν άλλοτε απευθείας από τους ίδιους και άλλοτε από άλλους με δική τους εντολή και για λογαριασμό τους, όπως η ανακατασκευή εκτεταμένων και πολλών τμημάτων της ξερολιθιάς μαντρότοιχου, που έγινε από εργάτες την άνοιξη του 1991 και το καλοκαίρι του 1998...Η ξερολιθιά, που βρίσκεται ολόγυρα από το ακίνητο, καταλήγει στη θάλασσα και είναι η ίδια, στο ίδιο σημείο...

Δεν άλλαξε τίποτε απολύτως από αυτή την ξερολιθιά, ούτε από τα όρια, ούτε από τα σύνορα του ακινήτου, ούτε από την επιφάνειά του, που όλα τους είναι απολύτως ίδια μέχρι σήμερα. Το ακίνητο, λόγω της μορφολογίας και κλίσεως του εδάφους, χωρίζεται σε ανατολικό και δυτικό. Μέσα σε αυτό, στο κέντρο του, υψώνονται δύο βράχοι, από τους οποίους αυτό και η ευρύτερη περιοχή, ονομάστηκε "..." και όλοι οι Μυκονιάτες γνώριζαν και γνωρίζουμε και μείς, ότι ο Δομένεγος Συκινιώτης, σύζυγος Α.

Συκινιώτη, στην οποία ανήκε το ακίνητο στο παρελθόν, λεγόταν "Διβούνης", ως παρατσούκλι... Αυτό το ακίνητο, προ του ... και επί τέσσερις δεκαετίες περίπου, το είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, καλλιεργώντας το και βόσκοντας τα ζώα του, ο πατέρας του Μιχάλη Ασημομύτη.

Το ... αυτός, το δώρισε προφορικά στο γιο του, Μιχάλη Ασημομύτη, που σε κάθε περίπτωση, το κληρονόμησε την ..., όταν απεβίωσε αυτός. Ο Μιχάλης Ασημομύτης το δώρισε στη συνέχεια και πάλι άτυπα, στον γιο του Φραντζέσκο Ασημομύτη Το 1915 ο Φραντζέσκος Ασημομύτης και η γυναίκα του, έδωσαν προίκα στην κόρη τους, Αικατερίνη Συκινιώτη, το μισό ....Το ...

πέθανε ο Φραντζέσκος Ασημομύτης και η παραπάνω κόρη του κληρονόμησε από αυτόν και το άλλο μισό ... Το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν λιβάδι, ούτε είχε χορτολιβαδική βλάστηση, αλλά ήταν πάντα καθαρά αγροτικό ακίνητο-κτήμα, που για τις ανάγκες των κατά καιρούς ιδιοκτητών του και των οικογενειών τους, εκαλλιεργείτο τακτικά με σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, λούπινα, για τροφή ζώων...

Ποτέ το ακίνητο αυτό δεν ήταν αδέσποτο και ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε και μάλιστα, καθ' ολόκληρη την περίοδο από το 1750 μέχρι σήμερα, δηλαδή επί 260 περίπου χρόνια. Μάλιστα, από το έτος 1750 περίπου μέχρι και το 1915, ανήκε συνεχώς στην οικογένεια Ασημομύτη .... Δεν ανήκε ποτέ σε κανένα ιδιώτη Οθωμανό, ούτε στο Τουρκικό Δημόσιο....

επρόκειτο για ακίνητο καθαρής αγροτικής ιδιοκτησίας...". Τα ίδια αναφέρει και στην με αριθμό 1371/...-6-2007 ένορκη βεβαίωση ο άνω Ηλίας Χαριτόπουλος και επί πλέον ότι, "...Σήμερα το ακίνητο αυτό έχει ΚΑΕΚ ... και ..., ενώ μέρος της επιφάνειας του, που βρίσκεται έξω από τα ΚΑΕΚ αυτά και σε προέκτασή τους, φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίς να περιληφθεί και αυτό στα ΚΑΕΚ", καθώς επίσης και ο άνω Θεόδωρος Βερώνης, στην με αριθμό 1373/...-6-2007 ένορκη βεβαίωση, όπως και ο άνω Ιωάννης Συκινιώτης του Ευαγγέλου, στην με αριθμό 1375/...-6-2007 ένορκη βεβαίωση.

Επίσης και ο Χαράλαμπος Δημητρέλης (γεν. στη Μύκονο το 1938), στην με αριθμό 1372/...-6-2007 ένορκη βεβαίωση και ο Κωνσταντίνος Αράπης του Πέτρου (γεν. στη Μύκονο το 1944), στην με αριθμό 1374/...-6-2007 ένορκη βεβαίωση. Από την παραπάνω διαδοχή τίτλων προκύπτει κατ' αρχήν ότι οι άνω δικαιοπάροχοι (άμεσοι και απώτεροι) των εφεσιβλήτων-εναγόντων διατηρούσαν διαχρονικά στην περιοχή, τουλάχιστον από προ του έτους ... (λαμβανομένης υπόψη και της αναφοράς στον αρχικό τίτλο, ήτοι το με αριθμό ...

προικοσυμβόλαιο, ότι στον απώτερο δικαιοπάροχό τους, Φ. Μ. Α., περιήλθε το ενιαίο άνω ακίνητο, από κληρονομιά του πατέρα του, Μ. Α., που απεβίωσε στις ..., σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων, που αναφέρονται σε ιδιοκτησία της οικογένειας Ασημομύτη τουλάχιστον από αρχές του 1800, την οποία τότε περιμάντρωσαν με ξερολιθιά), την ως άνω περιγραφόμενη ενιαία ιδιοκτησία, συνολικής εκτάσεως, κατά τους άνω τίτλους, 170 στρεμμάτων, περιμαντρωμένη με ξερολιθιά, όπως η έκταση αυτή αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Τ. Ρ., πλην όμως εντός της έκτασης αυτής περιλαμβάνεται και η εδαφική ζώνη αιγιαλού και παραλίας, η οποία δεν έχει αφαιρεθεί στο εν λόγω σχεδιάγραμμα. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής και σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κτηματολογίου, η άνω ενιαία ιδιοκτησία διαχωρίστηκε σε τρία γεωτεμάχια, ήτοι στα επίδικα γεωτεμάχια, με ΚΑΕΚ ...

και ..., ολικής επιφάνειας 92.030 τμ (82.520 τμ + 9.510 τμ) και στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., που έχει επιφάνεια 34.776,84 τμ, δηλαδή συνολική επιφάνεια 126.806,84 τμ (ή 126.896,73 τμ (82.519,98 τμ + 9.509,91 τμ + 34776,84 τμ), κατά τους πραγματογνώμονες), τα οποία αποτελούν τμήματα του άνω μείζονος ακινήτου, με την επισήμανση ότι από αυτό έχει αφαιρεθεί η ζώνη αιγιαλού και παραλίας (η οποία δεν είναι επίδικη) και συγκεκριμένα από την επιφάνεια του παραθαλάσσιου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., που, όπως προαναφέρθηκε, έχει προσδιοριστεί κατ' εκτίμηση από το Εθνικό Κτηματολόγιο και η οποία υπολογίστηκε, από τους άνω πραγματογνώμονες με ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση και βρέθηκε να έχει έκταση 45.875,70 τμ, σε σχέση με τα όρια που απεικονίζονται στο άνω από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια. Η επιφάνεια αυτή είναι παραπλήσια της ζώνης που υπολογίστηκε, από τους παραπάνω πραγματογνώμονες, αφού εφαρμόστηκαν οι συντεταγμένες των κορυφών της παραλίας επί του εδάφους, σύμφωνα με το ΦΕΚ 517Δ/22-12-2011, με τίτλο "Καθορισμός ορίων αιγιαλού, παραλίας, στη θέση "Ακρωτήρι Λιμπούνια Όρμος ..." νήσου ..., καθώς μετά από ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση, βρέθηκε να έχει έκταση 41.446,39 τμ.

Η περιοχή αυτή που προσδιορίζεται ως ζώνη αιγιαλού και παραλίας, αποτελεί και το φυσικό και δύσβατο όριο της συνολικής ιδιοκτησίας, που εμφανίζεται και στο άνω από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Αναστασίου Ράμπια, προς την ακτογραμμή-θάλασσα και μνημονεύεται και στους απώτερους και νεώτερους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων-εφεσίβλητων (συνορεύει με δημόσιον βράχο: ...

προικοσυμβόλαιο-συνορεύει ανατολικά με παράκτιο βράχο της θάλασσας: ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και ...,..., ... πωλητήρια-συνορεύει ανατολικά με βραχώδη ακτή: ... και 8733/20-10-1992 συμβόλαια). Δηλαδή η επιφάνεια των 126.806,84 τμ ή 126806,73 τμ, των ΚΑΕΚ ..., ... και ..., μαζί με την αφαιρεθείσα εδαφική ζώνη του αιγιαλού και της παραλίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, προσεγγίζει την επιφάνεια των περίπου 170 στρεμμάτων, που αναφέρονται στο άνω από Ιουλίου ...

τοπογραφικό διάγραμμα. Αποδείχθηκε επί πλέον ότι η εν λόγω ενιαία ιδιοκτησία, από της αρχικής κτήσεώς της ήταν και είναι έως και σήμερα, πλήρως οριοθετημένη περιμετρικά με παλαιότατη ξερολιθιά, βόρεια, δυτικά και νότια και θάλασσα στα ανατολικά (Ακρωτήρι Λιμπούνια), ενώ η έκταση εμφανίζεται διαχρονικά να χωρίζεται στα δύο, από μια φυσική εσοχή της ακτογραμμής στο βόρειο όριο της, εσοχή που σε συνδυασμό με το έντονο βραχώδες ανάγλυφο οδηγεί στο φυσικό σχηματισμό ενός δυτικού και ενός ανατολικού μέρους, όπως περιγράφεται στους άνω τίτλους ιδιοκτησίας, ως αποτελούμενη από δύο μέρη (ανατολικό και δυτικό).

Από την ακολουθία των άνω τίτλων προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις, ούτε ως προς τους κατονομαζόμενους όμορους ιδιοκτήτες (δυτικά, με ιδιοκτησία Κουκά και εν μέρει με ιδιοκτησία Ασημομύτη (στο προικοσυμβόλαιο ... δεν αναφέρεται δυτικός όμορος ιδιοκτήτης, διότι συνόρευε με το έτερο δυτικό ήμισυ της αυτής παραγγεργιάς του προικοδότη, Φραντζέσκου Μιχ.

Ασημομύτη), νότια με ιδιοκτησία Ασημομύτη και ανατολικά με δημόσιο παράκτιο βράχο της θάλασσας-βραχώδη ακτή, το μέγεθος δε, το σχήμα και ο φυσικός διαχωρισμός του συγκεκριμένου βράχου, τον καθιστά χαρακτηριστικό σημείο της ακτογραμμής), παρά μόνο σε σχέση με το βόρειο-βορειοδυτικό σύνορο (που άλλοτε αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Εμμανουήλ Ιωάννου Φαμέλης ή ο Νικόλαος Ιωάννου Φαμέλης και άλλοτε οι κληρονόμοι Μάρκου Κοντιζά, πλην όμως η έκταση προσδιορίζεται επί του εδάφους, από τις υπόλοιπες τρεις διευθύνσεις και από τις αναφορές περί Δημοσίου παράκτιου βράχου της θάλασσας-βραχώδη ακτή (επιφάνεια που σήμερα αποτελεί τη ζώνη αιγιαλού-παραλίας και έχει ήδη οριοθετηθεί), ενώ η ύπαρξη διαχρονικά σταθερής και μη μεταβαλλόμενης περιμάνδρωσης, όπως αυτή διαπιστώθηκε και κατά τον έλεγχο των Α/Φ, εξασφάλιζε το αδιάβλητο της επιφάνειας του ακινήτου), γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας και τη σταθερή χωροταξική της παρουσία στην περιοχή, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους.

Οι παρατηρούμενες αποκλίσεις που υφίστανται, αναφορικά με το αναφερόμενο σε κάθε κτητικό τίτλο εμβαδόν της μείζονος αυτής έκτασης (αρχικά εμφανίζεται περίπου δέκα (πέντε το ανατολικό τμήμα και πέντε το δυτικό) ζευγαριές (στο ... προικοσυμβόλαιο και ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς), που όμως, όπως προαναφέρθηκε αναφέρονται μόνο στα δυνάμενα να καλλιεργηθούν και να οργωθούν τμήματα αυτής, και μετέπειτα 35 στρέμματα ή 50 στρέμματα ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον), δεν ανατρέπουν τις παραπάνω παραδοχές, καθώς, όπως πειστικά ισχυρίζονται οι ενάγοντες και επιβεβαιώνουν και οι μάρτυρες απόδειξης, αλλά και οι πραγματογνώμονές, οι αποκλίσεις αυτές αποδίδονται στην παντελή έλλειψη τοπογραφικής αποτύπωσης και κατά τους αντίστοιχους χρόνους σύνταξης εκάστου συμβολαίου, καθώς και στη συνήθη πρακτική να μην αναγράφεται στους μεταβιβαστικούς τίτλους η πραγματική έκταση για λόγους φορολογικούς.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη διαχρονικά σταθερής και μη μεταβαλλόμενης περιμάνδρωσης εξασφάλιζε το αδιάβλητο της επιφάνειας του εν λόγω ακινήτου. Σε κάθε δε περίπτωση οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αλλοιώνουν την αδιάβλητη γεωμετρική ταυτότητα του ενιαίου ακινήτου, καθώς αυτή προκύπτει εναργώς από τη θέση, γεωμορφολογία και ταυτοποίησή του έναντι των αναφερομένων σε όλους τους τίτλους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων.

Τέλος, σε όλους τους άνω τίτλους κτήσης το εν λόγω συνολικό ενιαίο ακίνητο περιγράφεται ως "παραγγεριά και σκληροχώραφο" (παραγγεριά:... προικοσυμβόλαιο, που αφορά το ανατολικό ήμισυ εξ αδιαιρέτου)-(παραγγεριά και σκληροχώραφο, που αφορά το όλο ακίνητο: ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς)-(σκληροχώραφο, άγονο, πετρώδες, δύσβατο και απόκρημνο, που αφορά το όλο ακίνητο: ...-...-...

πωλητήρια συμβόλαια)-(αγρός-σκληροχώραφο, που αφορά το όλο: ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς και ... πωλητήριο συμβόλαιο). Η περιγραφή αυτή συμφωνεί και με τη σημερινή γεωδαιτική μορφή του, δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο έχει και σήμερα τη μορφή της παραγγεργιάς, δηλαδή επικλινές έδαφος, με μειωμένη επιφάνεια για καλλιέργεια, με διαμόρφωση τμήματος αυτής σε αναβαθμούς (βλ.

και Πράξη Χαρακτηρισμού Δ/νσης Δασών Κυκλάδων), εντός περίκλειστου από ξηρολιθοδομές οριοθετημένου χώρου, ενώ τμήματα καλλιεργήσιμα εντοπίστηκαν, μετά τη φωτοερμηνεία των Α/Φ των ετών 1945 - 1983 (εντοπίστηκαν διαδοχικοί αναβαθμοί) και για το λόγο αυτό αναφέρεται και ο χαρακτήρας του ως σκληροχώραφου και επιπλέον εντοπίστηκαν και ακαλλιέργητα άγονα τμήματα, τα οποία αφορούσαν βοσκή και τα οποία αν και βρίσκονταν εντός του περίκλειστου από ξηρολιθομές οριοθετημένου χώρου, δεν αναφέρονταν στο συμβόλαιο υπ' αριθμ. ..., διότι ποτέ, ούτε τότε, αλλά ούτε και μεταγενέστερα είχαν οργωθεί-καλλιεργηθεί.

Επισημαίνεται δε και ότι, ακόμη και κατά την προαναφερόμενη με αριθμ. πρωτ. 1907/4-4-2002 Πράξη Χαρακτηρισμού (άρθρο ... του Ν. 998/79) του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων, για την ενιαία έκταση εμβαδού 170.000 τμ, στη θέση ..., Δήμου Μυκόνων, όπως απεικονίζεται στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα, του Μηχανικού Αναστασίου Ράμπια, που συνοδεύει την εν λόγω Πράξη, τμήμα της εν λόγω έκτασης εμβαδού Ε1=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του Ν.998/79, γιατί είναι αγροτικής μορφής (εγκαταλειμμένος-χέρσος αγρός) με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του Ν.998/79, γιατί είναι βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, χωρίς να αναγνωρίζονται ουδέποτε στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε και κατατέθηκε άλλωστε και από τον μάρτυρα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, και το τμήμα αυτό βρίσκεται εντός του περίκλειστου από ξηρολιθοδομές οριοθετημένου χώρου.

Μάλιστα και στη σχετική έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε, στις ..., από τον Δασοφύλακα Σύρου, Α. Π., αναφέρεται ότι, "... η έκταση που περιγράφεται στα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια, βρίσκεται στη θέση "...", Δήμου Μυκονίων και έχει εμβαδόν 170.000 τμ, σύμφωνα με το κλίμακος 1:1000 τοπογραφικό διάγραμμα, του Αρχ. Μ.. Α..

Ρ., με στοιχεία ..., είναι σωστά τοποθετημένο στο απόσπασμα τοπογραφικής πινακίδας Γ.Υ.Σ., κλ. 1:5000, σήμερα εμφανίζει την ακόλουθη μορφή: Μικτής μορφής έκταση, ως σύνθεση τριών (3) όμορων τμημάτων, με περιμέτρους που οριοθετούνται από παλαιές ξερολιθιές και συνολικά η έκταση καταλήγει στη θάλασσα. Σε τμήμα της εξεταζόμενης έκτασης αναγνωρίζονται παλαιά στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας:

χαμηλές, γκρεμισμένες κατά θέσεις, βαθμίδες και διάσπαρτοι λιθοσωροί. Στο υπόλοιπο τμήμα (προς την πλευρά της θάλασσας) βράχια και βραχώδεις σχηματισμοί, μεγάλες-ισχυρές κλίσεις και έδαφος με απόπλυση...". Με βάση λοιπόν την παραπάνω ακολουθία τίτλων οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι κατέστησαν, με παράγωγο τρόπο, συγκύριοι, κατά τα αντίστοιχα έκαστος ποσοστά του εξ αδιαιρέτου, του εν λόγω αρχικά ενιαίου ακινήτου, τμήματα του οποίου αποτελούν και τα επίδικα γεωτεμάχια, με ΚΑΕΚ ...

και ..., ολικής επιφάνειας 92.030 τμ (82.520 τμ + 9.510 τμ), με την επισήμανση ότι από την επιφάνεια του παραθαλάσσιου επίδικου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... έχει αφαιρεθεί η προαναφερόμενη και ήδη καθορισθείσα ζώνη αιγιαλού και παραλίας (η οποία δεν είναι επίδικη), χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά τους (αλλά και των δικαιοπαρόχων τους) να αμφισβητηθεί από οιονδήποτε τρίτο, ούτε βέβαια και από το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, τόσο οι ενάγοντες, κατά τα αντίστοιχα έκαστος ποσοστά εξ αδιαιρέτου, όσο και οι πριν από αυτούς ανωτέρω, κατά σειρά μνημονευόμενοι αντίστοιχα δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτεροι), δυνάμει του προαναφερόμενου για τον καθένα τους νόμιμου κτητικού κυριότητας τίτλου, νέμονταν διαδοχικά και αδιαλείπτως σε ενιαία έκταση και άρα αμφότερα τα επίδικα ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών, με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν αλλότρια δικαιώματα, τις στη συνέχεια παρατιθέμενες εμφανείς υλικές και προσιδιάζουσες στη φύση, στη μορφολογία και στον προορισμό τους πράξεις, οι οποίες κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτών, κατά τρόπο διαρκή, σταθερό και αποκλειστικό, διανοία κυρίου, δηλαδή με τη θέληση του απόλυτου εξουσιασμού τους και χωρίς να ενοχληθούν από κάποιον.

Συγκεκριμένα, τόσο οι δικαιοπάροχοί τους, όσο και οι ίδιοι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το έτος ... έως την 24η Νοεμβρίου ... που, με την με αριθμό ... απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε. (...), ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή, δηλαδή επί 175 περίπου συναπτά έτη, ασκούσαν επί του ενιαίου ακινήτου, τμήματα του οποίου είναι και τα δύο επίδικα ακίνητα, τις αρμόζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του, πράξεις, όπως εκείνες της επίβλεψής του, της κατασκευής και της συντηρήσεως της περιφράξεως του (ξερολιθιάς), της καλλιέργειας των δυναμένων να καλλιεργηθούν τμημάτων του (κατά την άνω Πράξη Χαρακτηρισμού έκτασης εμβαδού Ε1=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα στο προσαρτώμενο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα), της βόσκησης και της εκτροφής ζώων εντός των μη δυναμένων να καλλιεργηθούν, επίσης περιμαντρωμένων προς το σκοπό αυτό τμημάτων, διότι τούτα δεν ήταν εντελώς βραχώδη αλλά έφεραν και σποραδική βλάστηση (κατά την άνω Πράξη Χαρακτηρισμού το υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού Ε2=85.000 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, είναι βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής, ήτοι με βράχια και βραχώδεις εξάρσεις και με φυτοκάλυψη από χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση), της αποτύπωσής του σε τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, της δήλωσής του στην αρμόδια φορολογική αρχή, της διαδοχικής (ενιαίας) μεταβίβασής του, της καταβολής των οικείων φόρων, της υποβολής αίτησης στη Διεύθυνση Δασών για το χαρακτηρισμό της κλπ.

Επομένως, οι ενάγοντες, κατά τα αντίστοιχα έκαστος εξ αδιαιρέτου ποσοστά του, κατέστησαν συγκύριοι αυτού όχι μόνον με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν της προσμέτρησής της με τα ίδια προσόντα νομής αντίστοιχα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους (ΑΚ ...).

Αντίθετα, με βάση τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων και τα πορίσματα των άνω πραγματογνωμόνων, κατόπιν μάλιστα και ερμηνείας των αεροφωτογραφιών της περιοχής (αντιστοίχων ετών λήψεως ...), προκύπτει ότι στα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... και ..., ολικής επιφάνειας 92.030 τμ (82.520 τμ + 9.510 τμ), που αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, τμήματα του αρχικά άνω ενιαίου ακινήτου, το εκκαλούν-κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα, με την επισήμανση ότι, όπως προαναφέρθηκε, από το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...

έχει αφαιρεθεί και δεν κατέστη επίδικη, η οριοθετημένη πλέον παράκτια βραχώδη ζώνη του αιγιαλού και της παραλίας. Η ζώνη αυτή, όπως ανωτέρω αναλύεται, αποτελεί ένα μεγάλο μέρος του αναφερομένου, στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως ΤΜΗΜΑ 2°, που εντοπίζεται στο ανατολικό τμήμα του επιδίκου ακινήτου και απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό 4, σε σχέση με τα όρια της άνω Πράξης Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων, αναφορικά με το χαρακτηριζόμενο τμήμα εμβαδού 85.000 τμ, που φέρεται βραχώδους χορτολιβαδικής μορφής.

Συγκεκριμένα, το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αποκρούοντας την επικαλούμενη από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους συγκυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων, που αποτελούν τμήματα του άνω ενιαίου αρχικά ακινήτου τους, ισχυρίζεται ότι την κυριότητα αυτών απέκτησε το ίδιο, δυνάμει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του ...

και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, καθόσον αυτά αποτελούσαν ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, που καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και δεν δεσπόζονταν πριν και μετά τον αγώνα αυτό, ως επίσης και κατά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, από οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον αποδείχθηκε ότι τα επίδικα γεωτεμάχια, που αποτελούν τμήματα του άνω ενιαίου αρχικά ακινήτου των εναγόντων, αποτελούσαν ιδιωτική ιδιοκτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", ενόψει τούτου δεν εξουσιάζονταν από το Σουλτάνο πριν από την επανάσταση, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, που τα εγκατέλειψαν, ώστε να περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7....

Συνθήκης της Κων/λεως, αλλ' εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε άνω κυρίους αυτών (χριστιανούς ιδιώτες) και δη κατά πλήρη κυριότητα. Όπως δε αναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου, με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνο εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2...., είτε καταλήφθηκαν από τις στρατιωτικές δυνάμεις και δημοσιεύθηκαν, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους αποχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων".

Στοιχεία αποδεικτικά της κυριότητος του Οθωμανικού κράτους επί των επιδίκων ακινήτων και κατ' επέκταση και δική του το εκκαλούν (Ελληνικό Δημόσιο) δεν προσκόμισε, επειδή δε, το ίδιο φέρει το βάρος του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς να εξαντλεί τη δικονομική του υποχρέωση απλά και μόνο με την επίκληση των διατάξεων των άνω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης.

Επίσης το εκκαλούν ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του ως αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή ως κτήματα επί των οποίων δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν.

της 21-6/10-7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) τα επίδικα κατέστησαν αδέσποτα και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά, καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι,...., πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή.

Ανεξάρτητα δε με την άνω αοριστία, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν αείποτε αδέσποτες ή κατέστησαν σε κάποια χρονική στιγμή αδέσποτες, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους είτε μετά, αφού, όπως αποδείχθηκε, τις επίδικες εδαφικές εκτάσεις, τουλάχιστον από του έτους ...

τις δέσποζαν διανοία κυρίου οι δικαιοπάροχοι (απώτεροι και απώτατοι) των εναγόντων. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο <εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας>, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στα επίδικα. Σημειώνεται δε ότι, ...., σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Μύκονος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων.

Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι, όπως φαίνεται από τις Α/Φ των ετών 1945 έως 1983, τμήμα του επιδίκου με ΚΑΕΚ ... εμφανίζεται χορτολιβαδικής μορφής, βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται ως εκ τούτου δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, καθόσον είναι δυνατή σ' αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι την ..., όπως στην προκειμένη περίπτωση, που τα επίδικα, ως τμήματα της αρχικά ενιαίας έκτασης, νεμόταν ο Μ.

Α., τουλάχιστον από το έτος ... μέχρι του θανάτου του, στις ..., οπότε τον διαδέχθηκε στη νομή τους ο γιος του και κληρονόμος του, Φ. Α. του Μ., ο οποίος, με το με αριθμό ... προικοσυμβόλαιο, μεταβίβασε το ήμισυ αυτού στη θυγατέρα του Α. χήρα Δ. Σ., το γένος Φ. Α., νεμόμενος το υπόλοιπο ήμισυ αυτού έως το θάνατό του, το έτος ..., ήτοι για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με συνυπολογισμό στον αντίστοιχο χρόνο νομής τους και εκείνο των δικαιοπαρόχων τους, εφόσον είχαν γίνει με νόμιμο τρόπο αντίστοιχα καθολικός και ειδική διάδοχος αυτών, με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό τους τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις ....

Τέλος και εν όψει των προαναφερόμενων αποδεικτικών παραδοχών για την εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους συνεχή και αδιακώλυτη νομή των επιδίκων ακινήτων διανοία κυρίου με καλή πίστη, για τουλάχιστον 175 συναπτά έτη και με βάση τους προαναφερόμενους κατά ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους, ευθέως και εκ του πράγματος αποκλείεται οποιουδήποτε επ' αυτών διακατοχική πράξη από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνακόλουθα, οι προβληθέντες στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφερόμενοι με τους αντίστοιχους λόγους της κρινόμενης εφέσεως, ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, διότι αποτελούσαν αδέσποτα κτήματα, εξ αιτίας της ανυπαρξίας οποιουδήποτε ιδιωτικού δικαιώματος επ' αυτών, διότι αποτελούσαν δασικές, άλλως χορτολιβαδικές εκτάσεις και διότι κατελήφθησαν και δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του περί ανεξαρτησίας αγώνα, ως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους και συνεπώς ήταν ανεπίδεκτα νομής και μάλιστα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθ' ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων 30ετής συνεχής των επιδίκων νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη έως τις 12-9-1915, το βάρος αποδείξεων των οποίων ισχυρισμών (περί της με τους ως άνω νόμιμους τρόπους κτήσεως της κυριότητάς του σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου) φέρει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 62 ν. 998/1979), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι άνω έξι πρώτοι των εφεσίβλητων (ενάγοντες) πούλησαν, όπως ομολογείται και από αυτούς, προς τους υπόλοιπους των παρισταμένων εφεσίβλητων (από 8° έως και 13η)-κυρίως παρεμβαινόντων, τα ακόλουθα αντίστοιχα ακίνητα: α) με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 321 και με α/α 2, προς τους, όγδοο εφεσίβλητο, Ε. Π., ήδη αρχικό όγδοο αναιρεσίβλητο, και την ένατη εφεσίβλητη, Χ. Μ., συζ. Ε. Π., ήδη ένατη αναιρεσίβλητη, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." της ευρύτερης περιοχής ...-..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 8.311 τμ, όπως φαίνεται στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο από ...

τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού, Ε. Α., με τον αριθμό ... και περιμετρικά με τα στοιχεία ... και συνορεύει, βόρεια εν μέρει σε πλευρά 19-20, μήκους 69,30μ και εν μέρει σε πλευρά 17-18, μήκους 3,47μ, με ιδιοκτησία των πωλητών, νότια εν μέρει, σε πλευρά 11-4, μήκους ...,63μ, με δρομίσκο και πέραν αυτού με πρώην ιδιοκτησία πωλητών και ήδη Χ..

Ζ. και εν μέρει, με τεθλασμένη πλευρά ..., συνολικού μήκους 50,... τμ, με δρομίσκο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία πωλητών, νοτιοανατολικά, σε πλευρά ..., μήκους 42,67μ, με ιδιοκτησία πωλητών, ανατολικά, σε πλευρά ..., μήκους 75,93μ, με ιδιοκτησία πωλητών και δυτικά, εν μέρει, σε πλευρά 11-12, μήκους 2,51 μ, με πρώην ιδιοκτησία πωλητών και ήδη Χ..

Ζ., εν μέρει, σε πλευρά 12-17, μήκους 79,57μ, με πρώην ιδιοκτησία πωλητών και Μ.-Π. Β. και εν μέρει σε πλευρά ..., 7 μήκους 24μ, με ιδιοκτησία πωλητών. β) Με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο 321 και με α/α 58, προς τους, δέκατο εφεσίβλητο, Δ.

Κ. και την ενδέκατη εφεσίβλητη, Ι. Λ., συζ. Δ. Κ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο, στη θέση "..." της ευρύτερης περιοχής ... - ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 4....8 τ.μ., όπως φαίνεται στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο από ... τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού, Ε.

Α., με τον αριθμό ... και περιμετρικά με τα στοιχεία ... και συνορεύει, βορειοδυτικά σε πλευρά ..., μήκους 74,30μ, με ιδιοκτησία πωλητών, ανατολικά-βορειοανατολικά με δρομίσκο και πέραν αυτού, εν μέρει σε πλευρά ..., μήκους 5,96μ, με πρώην ιδιοκτησία πωλητών και ήδη Χ.. Ζ. και εν μέρει σε πλευρά ..., μήκους 49,04μ, με πρώην ιδιοκτησία πωλητών και ήδη Μ.-Π.

Β., νοτιοανατολικά σε πλευρά 27-28, μήκους 73,39μ, με πρώην ιδιοκτησία των πωλητών και ήδη των 12ου και 13ης των εφεσιβλήτων και δυτικά-νοτιοδυτικά, εν μέρει, σε πλευρά τεθλασμένη ..., συνολικού μήκους 24,08μ, με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει σε τεθλασμένη πλευρά ..., συνολικού μήκους 34,...μ, με ιδιοκτησία Α. Κ... γ) Με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ...

πωλητήριο συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Κ., προς τους, δωδέκατο εφεσίβλητο, Σ. Κ. και τη δέκατη τρίτη εφεσίβλητη, Β. Κ., συζ. Σ. Κ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο, στη θέση "..." της ευρύτερης περιοχής ...-..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως 10.034 τμ, όπως φαίνεται στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο από ...

τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού, Ε. Α., με τους περιμετρικούς αριθμούς ... και συνορεύει, βόρεια, σε πλευρά ..., μήκους 98,83μ, με ιδιοκτησία πωλητών, βορειοανατολικά, σε τεθλασμένη καμπύλη πλευρά ..., συνολικού μήκους 105,33 μ, με δρομίσκο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία πωλητών, νοτιοανατολικά, σε πλευρά ...

μήκους 61,34μ, με ιδιοκτησία Β.. Κ., νότια, σε τεθλασμένη πλευρά ..., συνολικού μήκους 127,77 μ, με ιδιοκτησία Α. Κ. (ΚΑΕΚ ...) και νοτιοδυτικά, σε τεθλασμένη πλευρά ..., συνολικού μήκους 82,27 μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Κ. ή «Ξ." (ΚΑΕΚ ...). Αποδείχθηκε δε ότι τα εν λόγω τμήματα, όπως περιγράφονται στα αντίστοιχα άνω συμβόλαια και εμφανίζονται στα συνοδευτικά αυτών, από ...

και ... τοπογραφικά διαγράμματα, του τοπογράφου μηχανικού, Ε. Α., αποτελούν τμήματα των επίδικων γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ... και ... και απεικονίζονται και στο με αρ. σχεδίου 5 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Συγκεκριμένα, το άνω ακίνητο που απέκτησαν, ο όγδοος εφεσίβλητος, Ε.

Π. και η ένατη εφεσίβλητη, Χ. Μ., συζ. Ε. Π., με το άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, εκτάσεως 8.311 τμ, το βόρειο μέρος του καταλαμβάνει επιφάνεια 4.203 τμ του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και το νότιο μέρος του καταλαμβάνει επιφάνεια 4.108 τμ του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., το άνω ακίνητο, που απέκτησαν, ο δέκατος εφεσίβλητος, Δ.

Κ. και η ενδέκατη εφεσίβλητη, Ι. Λ., συζ. Δ. Κ., με το υπ' αριθμ.... πωλητήριο συμβόλαιο, εκτάσεως 4....8 τμ, το βόρειο μέρος του καταλαμβάνει επιφάνεια 2.060 τμ του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και το νότιο μέρος του καταλαμβάνει επιφάνεια 2.108 τμ του όλου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και τέλος, το άνω ακίνητο, που απέκτησαν, ο δωδέκατος εφεσίβλητος, Σ.

Κ. και η δέκατη τρίτη εφεσίβλητη, Β. Κ., συζ. Σ. Κ., με το υπ' αριθμ... πωλητήριο συμβόλαιο, εκτάσεως 10.034 τμ, περιέχεται καθ' ολοκληρίαν στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος κατά των λοιπών πλην εβδόμου αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι: 1) Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατέστη (συγ)κύριος των αναφερόμενων ακινήτων με ΚΑΕΚ ... και ..., εμβαδού 82.520 τμ και 9.510 τμ αντίστοιχα, σκληροχώραφου - παραγγεριάς, κατά ποσοστό 3/7 ή 6/..., με παράγωγο τρόπο και δη με τα με αριθμ. ..., ... και ... πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου ..., Ε.

Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω αγοράς, αντίστοιχα, από τους Ρ. Σ., Σ. Σ. και Β. Σ., στους οποίους είχε περιέλθει με την παρακάτω ... πράξη αποδοχής κληρονομίας, ο δεύτερος αρχικός αναιρεσίβλητος, Ε. Σ., κατά ποσοστό 1/7 ή 2/..., με παράγωγο τρόπο και δη με τη με αριθμ. ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός αναρεσίβλητος Χ.

Σ. του Δ., κατέστη (συγ)κύριος κατά ποσοστό 1/7 ή 2/..., με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της αυτής παραπάνω πράξης αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός αναιρεσίβλητος Ε. Σ. του Δ., δυνάμει της αυτής παραπάνω πράξης αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, Θ. Β., κατέστη (συγ)κύριος, με παράγωγο τρόπο, κατά ποσοστό 1/..., δυνάμει του με αριθμ. ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου ..., Π. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αρχικός έκτος αναιρεσίβλητος Δ. Β. του Α., κατέστη (συγ)κύριος, παράγωγο τρόπο, κατά ποσοστό 1/..., δυνάμει του ιδίου ως άνω μεταγραφέντος συμβολαίου αγοραπωλησίας, λόγω αγοράς από τον Ε. Σ. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει με τη με αριθμ. ...

πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου ... Π. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και στους προαναφερθέντες Ρ. Σ., Σ. Σ., Β. Σ., Ε.. Σ.., Χ. Σ., Ε. Σ., τέκνα της κληρονομούμενης Α.. χήρας Δ. Σ., και στον Ε. Σ. του Γ., τέκνο του προαποβιώσαντος υιού της Γ.. Σ., είχαν περιέλθει λόγω των παραπάνω αποδοχών κληρονομίας, στην κυριότητα της ανωτέρω κληρονομούμενης είχαν περιέλθει τα ανωτέρω επίδικα, ως ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας, ευρισκόμενα στις Κυκλάδες, και με τον πρωτότυπο τρόπο, και, συγκεκριμένα, αρχικά, με έκτακτη χρησικτησία, με τις διατάξεις του βρδ μέχρι την ..., και στη συνέχεια μέχρι στην εισαγωγή του ΑΚ, με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου αυτής επ' αυτών, που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα και τον κατά φύση προορισμό τους, με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει αλλότρια δικαιώματα, για την εκ μέρους αυτής συνεχή και αδιακώλυτη νομή των επιδίκων ακινήτων από την 23-07-1915 με το νομίμως μεταγεγραμμένο με αριθμ. 3856/23-07-1915 παραπάνω προικοσύμφωνο, λόγω νόμιμης ειδικής διαδοχής του δικαιοπαρόχου της προικοδότη, Φ.

Μ. Α. για το ανατολικό τμήμα αυτών, προσμετρώντας, επί του ανατολικού από την 01-11-1899, ήτοι πριν την 23-07-1915 και δυτικού τμήματος από την 01-11-1899, των ανωτέρω επίδικων ΚΑΕΚ της νομής διανοία κυρίου του δικαιοπαρόχου της, Φραντζέσκου Ασημομύτη του Μιχαήλ, οπότε αναμείχθηκε ο τελευταίος στην κληρονομία του αποβιώσαντος στις 01-11-1899 πατέρα του, Μ.

Α., ο οποίος ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου, τουλάχιστον από το ..., και η οικογένειά τουλάχιστον από προ του έτους ..., με καλλιέργεια από τους προαναφερθέντες των δυνάμενων να καλλιεργηθούν τμημάτων και με βόσκηση και εκτροφή ζώων μέσα στα μη δυνάμενα να καλλιεργηθούν και φέροντα σποραδική χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση, επίβλεψη αυτών, πράξεις που συνέχισαν στα επίδικα ακίνητα των δύο ΚΑΕΚ και μετά την ..., με καλή πίστη η Α.

χήρα Δ. Σ. και ο Φ. Σ. μέχρι το έτος ... και στη συνέχεια, λόγω ανάμειξης στην κληρονομία αυτού η Α. Σ. μέχρι την εισαγωγή στις ... του Αστικού Κώδικα, αλλά και μεταγενέστερα και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατο αυτής το έτος ..., και, στη συνέχεια, οι προαναφερθέντες κληρονόμοι αυτής, οι οποίοι κατέστησαν κύριοι, πλην του παραπάνω παράγωγο τρόπου, και με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, με εμφανείς πράξεις νομής (συντήρηση ξηρολιθιάς ..., αποτύπωση σε τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, δήλωση στην αρμόδια φορολογική αρχή, διαδοχικές μεταβιβάσεις, καταβολής των οικείων φόρων, υποβολή αίτησης στη Διεύθυνση Δασών για το χαρακτηρισμό της κλπ.) και με καλή πίστη μετά την εισαγωγή του Α.Κ., ως προς την τακτική χρησικτησία, και πριν από, την από 24-11-...

έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου .... 2) Ότι το αναφερόμενα στους τίτλους (πρωτότυπου και παράγωγου τρόπου) των απώτατων, απώτερων και άμεσων δικαιοπαρόχων των πλην έβδομου αναιρεσιβλήτων αρχικό ακίνητο των δέκα ζευγαριών και αποκλίνει της αναφερόμενης έκτασης κατά δήλωση: α) πενήντα στρεμμάτων πλέον ή έλαττον στην ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς, και στα ..., ... και ... πωλητήρια συμβόλαια, και β) συνολικής εκτάσεως "35.000 τμ ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον" στην ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και στο ... πωλητήριο συμβόλαιο ταυτοποιούνται στα με αριθμ. ΚΑΕΚ ..., ... και ..., από τα οποία το τελευταίο δεν είναι επίδικο, επειδή προσδιορίζονται κατά τα όρια στους ως άνω τίτλους και, στην πραγματικότητα περιλαμβάνονται σε σταθερή μη μεταβαλλόμενη περιμάνδρωση με ξερολιθιά, βόρεια, δυτικά και νότια και ανατολικά από την θάλασσα και ήδη από την οριοθετημένη ζώνη παραλίας και αιγιαλού. 3) Ότι από το ακίνητο των 170 στρεμμάτων, α) στο μη επίδικο τμήμα έκτασης 34.776,84 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., εγγράφησαν, από το Κτηματολογικό Γραφείο, (συγ)κύριοι οι έξι πρώτοι αναιρεσίβλητοι, β) τμήμα της όλης έκτασης Ε1 εμβαδού 85.000 τ.μ.

δεν είναι δάσος ή δασική έκταση, είναι αγροτικής μορφής (εγκατελειμμένος - χέρσος αγρός) και εμπίπτει στο άρθρο 3 παρ. 6α του ν. 998/1979, με προστασία των υπαρχόντων βράχων και βραχωδών εξάρσεων με τη με αριθμ. Γ/848/40/04-03-1980 (ΦΕΚ 329/τ/Β/31-03-1980 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία χαρακτηρίστηκε ολόκληρη η νήσος Μύκονος ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ...69/1950, και με προστασία του διερχόμενου από την έκταση ρέματος από οποιαδήποτε παρέμβαση, γ) τμήμα της όλης έκτασης Ε2 εμβαδού 85.000 τ.μ.

δεν είναι δάσος ή δασική έκταση αλλά είναι βραχώδους - χορτολιβαδικής μορφής, με ισχυρές κλίσεις και βραχώδεις σχηματισμούς, χωρίς στοιχεία καλλιέργειας, με χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση, και εμπίπτει στο άρθρο 3 παρ. 6β και κατά θέσεις 6γ του ν. 998/1979. δ) ότι το ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 9.510 τμ, εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο άνω αγροτικής μορφής ακίνητο, ε) ότι το ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 82.520 τμ, εμπίπτει στο μεγάλο μέρος αυτού στο αγροτικής μορφής παραπάνω Ε1 τμήμα και στο υπόλοιπο μέρος αυτού στο Ε2, βραχώδους και κατά θέσεις πετρώδους χορτολιβαδικής μορφής ακίνητο με χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση, και στ) ότι δεν περιλήφθηκε στα επίδικα ΚΑΕΚ από το Κτηματολογικό Γραφείο τμήμα 45.875,70 τ.μ., περίπου ή κατά ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση 41.446,39, περίπου, παράκτια ζώνη αιγιαλού - παραλίας (παράκτιος βράχος της θάλασσας-βραχώδη ακτή). 4).

α. Ότι το αναιρεσείον - κυρίως παρεμβαίνον δεν απέκτησε την κυριότητα των παραπάνω ακινήτων, δυνάμει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του ... και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, καθόσον αυτά δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, που καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα, και τα επίδικα γεωτεμάχια αποτελούσαν:

α1) καθαρή ιδιωτική ιδιοκτησία, ως τμήματα του άνω ενιαίου αρχικά ακινήτου των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", α2) δεν κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, που τα εγκατέλειψαν, αλλ' εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε άνω κυρίους αυτών (χριστιανούς ιδιώτες) και δη κατά πλήρη κυριότητα.

β.1) Ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του ως αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή ως κτήματα επί των οποίων δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. της 21-6/10-7-1837 είναι προεχόντως αόριστος.

β.2) Ότι, άλλως, οι επίδικες εκτάσεις δεν ήταν αείποτε αδέσποτες, δεν κατέστησαν σε κάποια χρονική στιγμή αδέσποτες, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους είτε μετά, αφού τις επίδικες εδαφικές εκτάσεις, τουλάχιστον από προ του ... τις δέσποζαν διανοία κυρίου οι δικαιοπάροχοι (απώτεροι και απώτατοι) των εναγόντων.

γ) Ότι τα επίδικα δεν ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο <εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας>. δ) Ότι το αναιρεσείον ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στα επίδικα γεωτεμάχια. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι τμήμα του επιδίκου με ΚΑΕΚ ...

εμφανίζεται χορτολιβαδικής μορφής, βοσκότοπος, συμπληρώθηκε τουλάχιστον από το έτος ... μέχρι τις ... τριακονταετής έκτακτη χρησικτησία του βρδ., με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου και με καλή πίστη, και ότι το αναιρεσείον δεν κατέστη διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους. 5) Ότι οι αναιρεσίβλητοι: α. Ε. Π. και Χ.

Μ., β. Δ. Κ. και Ι. Λ., γ. Σ. Κ. και Β. Κ., κατέστησαν (συγ)κύριοι κατ' ισομοιρίαν, του αντίστοιχου παραπάνω αναφερόμενου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους. [2] Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί των επίδικων γεωτεμαχίων ΚΑΕΚ ..., έκτασης 9.510 τ.μ., και ΚΑΕΚ ..., έκτασης 82.520 τ.μ., τα οποία, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα, έχουν χαρακτήρα καθαρής αγροτικής έκτασης, στην οποία αγροτική έκταση σε απροσδιόριστο μέρος αυτής υπάρχουν βράχοι και βραχώδεις εξάρσεις με την έννοια της με αριθμ.

Γ/848/40/04-03-1980 (ΦΕΚ 329/τ/Β/31-03-1980 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και προστατευόμενο διερχόμενο ρέμα από οποιαδήποτε παρέμβαση και σε απροσδιόριστο μέρος αυτής υπάρχει βραχώδης ή κατά θέσεις πετρώδης χορτολιβαδικής έκτασης, ως ιδιωτικής έκτασης, από τους (αρχικούς) έξι πρώτους αναιρεσίβλητους, ως τμήματα αρχικά ενιαίου ακινήτου, έκτασης 126.807 τ.μ., με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, και στη συνέχεια από τους (αρχικούς) όγδοο έως ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων και μετά την από 24-11-2005 έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου (με το ...

συμβόλαιο) ο δωδέκατος και δέκατη τρίτη των αναιρεσιβλήτων, με παράγωγο τρόπο επιμέρους τμημάτων των ανωτέρω δύο ΚΑΕΚ, και της μη κτήσης κυριότητας επί των ως άνω ΚΑΕΚ από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρ. 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.... "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/....6....

και 19.6/1.7...., με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ/τος της 3/15.12.1833, των διατάξεων του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, ...), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50....), του ν.

της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ.", ΔΞΗ'/1912, 21 του ν.δ/τος της 22.04/...-051926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", άρθρ. 4 και 37 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων", 51 ΕισΝΑΚ, άρθρ. 1033, 1045, 1710 παρ.1, 1846, 1192, 1193, 1195 και 1198, 974 ΑΚ 58 του ν.δ. 86/1969, 62 παρ. 1α του ν. 998/1979 τις οποίες δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε ορθά, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα αρκέστηκε σε λιγότερα, από τα απαιτούμενα από τους παραπάνω κανόνες δικαίου, πραγματικά περιστατικά, ως προ το χαρακτηρισμό των (απροσδιόριστων κατά θέση και όρια) βραχωδών και πετρωδών εκτάσεων της αγροτικής έκτασης και του διερχόμενου ρέματος, και της κατά θέσης βραχώδους και πετρώδους χορτολιβαδικής έκτασης με χαμηλή φρυγανώδη βλάστηση ως ιδιωτική χορτολιβαδική έκταση, ευρισκόμενα σε απροσδιόριστη θέση μέσα στην αγροτική έκταση των επίδικων ΚΑΕΚ, ως δεκτικής φυσικής (corpore) εξουσίασης από άνθρωπο για τη άσκηση από αυτόν της επ' αυτών βόσκησης και εκτροφής ζώων, χωρίς να διαλαμβάνει τέτοια ακριβή χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται, ως προς τις (απροσδιόριστες κατά θέση και όρια) ως άνω εκτάσεις μέσα στην αγροτική καθώς και στη λοιπή χορτολιβαδική έκταση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού είναι βάσιμος. [3] Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα αυτά παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες:

α) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τουλάχιστον από προ του ... ήταν ιδιωτική έκταση και εξουσιάζετο το αρχικά ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα δύο ΚΑΕΚ, και ότι αυτό περιήλθε, ως ενιαίο, στον Φ. Α., με ανάμειξη αυτού στην κληρονομία του αποβιώσαντος, στις ..., πατέρα του Μ.

Α., δεν διαλαμβάνεται ποιος ήταν ο εξουσιαστής προ του ..., ή ο χρόνος που περιήλθε στον Μ. Α. η νομή και ο τρόπος που περιήλθε σ' αυτόν [είτε καθολική διαδοχή είτε (προγενέστερα ή μετά την ...) ειδική διαδοχή] και β) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεγάλο μέρος του ΚΑΕΚ ... εμπίπτει στην αγροτική έκταση και το ΚΑΕΚ ...

εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην αγροτική έκταση και ότι σε μέρος της αγροτικής έκτασης υφίστανται (σε απροσδιόριστη θέση και όρια) βράχοι και βραχώδεις εξάρσεις με την έννοια της με αριθμ. Γ/848/40/04-03-1980 (ΦΕΚ 329/τ/Β/31-03-1980 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και προστατευόμενο διερχόμενο ρέμα από οποιαδήποτε παρέμβαση και σε απροσδιόριστο μέρος αυτής υπάρχει βραχώδης ή κατά θέσεις πετρώδης σχηματισμός με ισχυρές κλίσεις, με χαμηλή βλάστηση, δεν περιγράφεται:

α) αν ήταν ή όχι αυτά και φυσικής (corpore) εξουσίασης από άνθρωπο για την άσκηση απ' αυτόν της βόσκησης και εκτροφής των ζώων επ' αυτών, β) αν τα ακριβή, κατά ποσοστό μέτρησης, χαρακτηριστικά τους προσέδιδαν εν όλω ή εν μέρει ίδια ή ξέχωρη ταυτότητα με το αγροτικό ή λοιπό χορτολιβαδικό περιβάλλον και γ) δεν περιγράφεται η ακριβής θέση και όρια αυτών μέσα στα επίδικα ΚΑΕΚ.

Επομένως, ο, από τον αρ. 19 πρώτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, είναι βάσιμος.

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή η αναιρετική εμβέλεια των δεκτών γενόμενων λόγων αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελείς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς πλην εβδόμου αναιρεσίβλητους, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στους λοιπούς πλην εβδόμου αναιρεσιβλήτους και τους συνεχίζοντες τη δίκη αυτών (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-02-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 35/2016 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο Ν. Φ..

Αναιρεί την 35/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.

Καταδικάζει τους λοιπούς πλην του εβδόμου αναιρεσιβλήτους-συνεχίζοντες τη δίκη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ