Legislator Case Law & Legislation
591/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against hospital contract, ruling oral agreements under 2,500 euros are valid.

Case Number 591/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final judgment that had dismissed a procurement contract claim. The plaintiff argued that oral contracts for medical supplies under 2,500 euros were invalid due to lack of written form, while the defendant hospital contended the contracts were void. The court ruled that the oral agreements were valid because they fell below the threshold requiring written form and were supported by clear written purchase orders accepted by the plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 2286/1995; Art. 7 of Law 2955/2001: Oral procurement contracts for public entities under 2,500 euros are valid if supported by clear written proposals and executed, without requiring a public tender.

Keywords

AI generated
public procurement contracts oral agreements validity threshold amount 2500 euros direct award procedure hospital supply contracts written form requirement administrative appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 2286/1995
Regulation 118/2007
Regulation 394/1996
Art. 5 para. 1 pt. i of Law 2286/1995
Art. 41 of Law 496/1974
Art. 7 of Law 2955/2001
Art. 27 para. 9 of Law 3867/2010
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Arts. 106, 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. Ε. Β. Ε. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «D.", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μπαλατσού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζουμπούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3850/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ …/2020, ΕΑΚ …../2020, Αριθ. Δικ. …../2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3850/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά πλειοψηφία, επί της από 27-4-2017 έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 134/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 24-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημοσίου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ/γμα 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ/γμα 394/1996.

Από τη ρύθμιση αυτή δεν εξαιρούνται τα νοσοκομεία, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περιπτ. ι του ανωτέρω νόμου, από τις σχετικές διατάξεις εξαιρούνται, εκτός των άλλων, οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, τέτοιοι δε οργανισμοί δεν είναι τα νοσοκομεία. Περαιτέρω, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι "Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου.

Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως".

Με την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 447/1992), από τις 9-7-1992, το ανωτέρω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές και, στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2/59649/0026/2001 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1427/2001) σε 2.500 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες εκείνων του άρθρου 84 του ν.

δ/γματος 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ήδη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ/γμα, οι οποίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και, συνεπώς, δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20-3-1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ ή αναλόγως του Δημοσίου, ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του, σύμφωνα με τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, καθιστά τη σύμβαση άκυρη, με συνέπεια να θεωρείται αυτή, κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα, ως μη γενόμενη.

Η ακυρότητα της σύμβασης λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ωστόσο, η πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα, που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αίρεται αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Δηλαδή, η ακυρότητα αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι, όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984). Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για μεν τις συμβάσεις που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλύτερου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως.

Στις περιπτώσεις αυτές που δεν τηρήθηκε καθόλου ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, δηλαδή ούτε με την υποβολή έγγραφης πρότασης και την εκπλήρωση, στη συνέχεια, της σύμβασης, η σύμβαση είναι άκυρη, το δε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποχρεούται να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επομ.

ΑΚ), την ωφέλεια που αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1382/2017, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2955/2001 (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), οι ανάγκες των νοσοκομείων μπορεί να καλύπτονται με τη διενέργεια διαγωνισμών για την αγορά ή τη μίσθωση ιατροτεχνολογικών μηχανημάτων και αναλωσίμων, με τη μέθοδο της προσφοράς από τους προμηθευτές τιμής ανά εργαστηριακή εξέταση ή διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη ή καθορισμένα σύνολα εργαστηριακών εξετάσεων ή διαγνωστικών ή θεραπευτικών πράξεων, ωστόσο, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η διενέργεια διαγωνισμού για την προμήθεια των ειδών αυτών, ώστε από τη μη τήρηση της διαδικασίας αυτής να προκαλείται ακυρότητα της σύμβασης προμήθειας (ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 27 παρ. 9 του Ν. 3867/2010, "Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων, που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας ..., οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών...".

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές και από τη δημοσίευση των σχετικών νόμων καλύφθηκε η ακυρότητα των προμηθειών των νοσοκομείων, οι οποίες είχαν μέχρι τότε συναφθεί ακύρως, με απευθείας ανάθεση, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2362/1995, οι οποίες πλέον θεωρούνται νόμιμες (ΑΠ 197/2022, ΑΠ 1223/2019, ΑΠ 327/2018, ΑΠ 91/2016).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 337/2022, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 1241/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 24-2-2012, αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εξέθεσε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 23-6-2005 έως 13-9-2010, συνήψε με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ν.Π.Δ.Δ διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης (εξαιρετική - απευθείας ανάθεση) και χωρίς τη σύναψη δημόσιας σύμβασης προμήθειας, δυνάμει των οποίων πώλησε στο εναγόμενο τα λεπτομερώς περιγραφόμενα κατά ποσότητα, είδος και τιμή μονάδας εμπορεύματα (ιατρικά υλικά), για τα οποία εξέδωσε αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, που ενσωματώνονται στην αγωγή.

Ότι οι συμβάσεις με χρηματικό αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ καταρτίστηκαν βάσει της εκάστοτε έγγραφης παραγγελίας του εναγομένου, χωρίς να επακολουθήσει έγγραφη αποδοχή των προτάσεων αυτών εκ μέρους της, ενώ οι συμβάσεις με χρηματικό αντικείμενο κάτω των 2.500 ευρώ κατόπιν προφορικής παραγγελίας, όλες, όμως, οι συμβάσεις εκτελέστηκαν με την ανεπιφύλακτη παραλαβή των υλικών από το εναγόμενο, δια των αρμοδίων οργάνων του, το οποίο, παρά τη συμφωνία τους για καταβολή του ποσού κάθε τιμολογίου - δελτίου αποστολής με την πάροδο εξήντα ημερών από των παραλαβή των αντίστοιχων πωληθέντων ιατρικών υλικών, τα εξόφλησε καθυστερημένα.

Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής από τις συμβάσεις πωλήσεως (και επικουρικά, για την περίπτωση ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού), να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει: (α) το ποσό των 117.689,18 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας εξοφληθέντων εκπροθέσμως τιμολογίων, πριν από την άσκηση της αγωγής, (β) ποσό 1.531,74 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας των εξοφληθέντων εκπροθέσμως, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, οκτώ (8) τιμολογίων και (γ) ποσό 450,39 ευρώ για την εξόφληση του με αριθμό …./8-3-2010 τιμολογίου, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% επί των τόκων και όλα τα ποσά αυτά νομιμοτόκως, με τόκο υπερημερίας υπολογιζόμενο κατά το άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ/γματος 166/2003.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 134/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, ως προς κύρια βάση της, κατ' αυτής δε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο άσκησε την από 27-4-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά πλειοψηφία, η αναιρεσιβαλλόμενη, 3850/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτά τα εξής: "...Η ήδη εφεσίβλητη, ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στο εμπόριο ιατροτεχνικών υλικών και την προμήθεια με αυτά των πάσης φύσεως νοσηλευτικών μονάδων.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής, κατήρτισε, με το ήδη εκκαλούν, εναγόμενο, νοσοκομείο, που τυγχάνει Ν.Π.Δ.Δ., εκτός πλαισίου ορισμένης διοικητικής σύμβασης, αλλά κατόπιν προφορικών, όσο και εγγράφων παραγγελιών του εκκαλούντος, εναγομένου, νοσοκομείου, συνολικά 652 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης σε αυτό των ιατροτεχνικών ειδών εμπορίας της.

Ειδικότερα, στο χρονικό διάστημα από 23-6-2005 μέχρι και 28-6-2011, με 652 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, πώλησε και παρέδωσε στο ήδη εκκαλούν, εναγόμενο, νοσοκομείο, ιατρικά υλικά εμπορίας της, που ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες λειτουργίας του εκκαλούντος, εναγομένου, νοσοκομείου, σχετικά με την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων του.

Στο πλαίσιο των διαδοχικών αυτών πωλήσεων, η εφεσίβλητη, ενάγουσα, ως πωλήτρια, εξέδωσε τα ενσωματωμένα στην αγωγή, αντίστοιχα, 652 συνολικά τιμολόγια - δελτία αποστολής, στα οποία αναφέρονται αναλυτικά τα πωληθέντα και παραδοθέντα στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, νοσοκομείο, ιατροτεχνικά αυτά υλικά, κατά ποσότητα, τιμή μονάδας και αξία τους, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.

Οι εν λόγω συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας, καταρτίστηκαν αντίστοιχα, κατά περίπτωση, κατόπιν εγγράφων ή προφορικών παραγγελιών εκάστοτε του εκκαλούντος, εναγομένου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το εκκαλούν, εναγόμενο, νοσοκομείο, παρέλαβε, ως αγοραστής, τα ιατροτεχνικά υλικά που αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια - δελτία αποστολής και εξόφλησε, μετά την άσκηση της από 24-2-2012, αγωγής της εφεσίβλητης, ενάγουσας, σε αυτήν τα ποσά αξίας των πωληθέντων ιατροτεχνικών ειδών εμπορίας της, που αναφέρονται στα 541, κατά το δικόγραφο της αγωγής, εξοφληθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής, καθώς και τα 110, αναφερόμενα στην αγωγή, ως ανεξόφλητα τιμολόγια - δελτία αποστολής, εκ των οποίων, τα αφορώντα την κρινόμενη έφεση, οκτώ (8) τιμολόγια - δελτία αποστολής, μετ' αναλογούντος ΦΠΑ, δηλαδή τα: 1) υπ' αριθ.

…../8-10-2010 ποσού 302,58 ευρώ, 2) υπ' αριθ. ……/26-10-2010 ποσού 1.210,32 ευρώ, 3) υπ' αριθ. ……/23-12-2010 ποσού 4.528,80 ευρώ, 4) υπ' αριθ. …../28-4-2011 ποσού 2.539,95 ευρώ, 5) υπ' αριθ. …../13-5-2011 ποσού 1.088,55 ευρώ, 6) υπ' αριθ. …../21-6-2011 ποσού 442,96 ευρώ, 7) υπ' αριθ. ……/27-6-2011 ποσού 2.983,20 ευρώ και 8) υπ' αριθ. ……/28-6-2011 ποσού 775,18 ευρώ τιμολόγια, εξοφλήθηκαν, αντίστοιχα, τα 3 πρώτα, την 30-8-2012 και τα 5 λοιπά, την 12-9-2012, όπως εκτίθεται στις πρωτοβάθμιες προτάσεις της ήδη εφεσίβλητης, ενάγουσας...

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η ετήσια δαπάνη του εκκαλούντος, εναγομένου, νοσοκομείου, ως Ν.Π.Δ.Δ, από τις επιμέρους συμβάσεις πωλήσεως, για το έτος 2010, υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ετήσια ανώτερη επιτρεπόμενη δαπάνη για κατάρτιση συμβάσεων από αυτό, ως Ν.Π.Δ.Δ., με απευθείας ανάθεση, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, κατά παράβαση όσων ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 12 και 13 VIII του Ν. 2286/1995, όπως η παρ. 13 VIII συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 2503/1997 και της ΥΑ Π1/3305/3-11-2010 (ΦΕΚ Β 1789/12-11-2010), που εφαρμόζονται και στα νοσοκομεία Ν.Π.Δ.Δ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο (II).

Επομένως, ο επιμερισμός της ετήσιας αυτής δαπάνης σε επιμέρους μικρότερες, με τα προαναφερόμενα τιμολόγια, οδηγεί σε καταστρατήγηση των ως άνω νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης και αντιστρατεύεται το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, οι οποίες ως σκοπό έχουν τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημοσίου συμφέροντος.

Για το λόγο αυτό οι ένδικες 652 διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως είναι άκυρες στο σύνολό τους, κατά τα άρθρα 3 και 174 του ΑΚ, με συνέπεια να θεωρούνται, ως μη γενόμενες, κατ' άρθρο 180 του ΑΚ και από αυτές δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως στην ίδια νομική σκέψη αναφέρεται. Η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον οι ανωτέρω νομικές διατάξεις περί συμβάσεων για προμήθεια υλικού από το Δημόσιο και Ν.Π.Δ.Δ είναι αναγκαστικού δικαίου, πέραν του ότι εν προκειμένω αυτή προτείνεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης.

Μετά δε την κατάφαση της ακυρότητας ως προς τη διαδικασία κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως, είναι άνευ αντικειμένου η περαιτέρω εγκυρότητα ή μη του τύπου που τηρήθηκε, ως προς αυτές, δηλαδή με έγγραφο για τις πέραν του ποσού των 2.500 ευρώ ή με έγγραφη παραγγελία και εκτέλεσή τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, εναγομένου, περί ακυρότητας της διαδικασίας κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων, με απευθείας ανάθεση, χωρίς διαγωνισμό, ο οποίος ισχυρισμός είχε προταθεί με τις προτάσεις του και, δεχόμενο περαιτέρω εγκυρότητα αυτών, τόσο για τις άνω του ποσού των 2.500 ευρώ πωλήσεις, όσο και για τις μικρότερες του ποσού αυτού, συναφθείσες επιμέρους πωλήσεις ως προς τον τύπο σύναψής τους, με έγγραφη παραγγελία και εκτέλεση, έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ως και ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε τα ποσά των 83.758,73 ευρώ και 1.531,74 ευρώ, αντίστοιχα, τόκων υπερημερίας των εξοφληθέντων και των καθυστερημένα εξοφληθέντων 651 τιμολογίων της αγωγής, υπολογιζομένων των τόκων υπερημερίας με βάση τις διατάξεις του Π.Δ/γματος 166/2003, έσφαλε περί την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, είναι βάσιμος ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν, εναγόμενο, παραπονείται για την αποδοχή της κύριας βάσης της αγωγής επιδίκασης τόκων υπερημερίας, κατ' άρθρο 4 του Π.Δ/γματος 116/2003...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε (κατά την πλειοψηφούσα γνώμη), την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία απέρριψε ως προς την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου), ως μη νόμιμη λόγω ακυρότητας της διαδικασίας κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ένδικες συμβάσεις πωλήσεως είναι άκυρες στο σύνολό τους, διότι, ανεξαρτήτως της τήρησης ή μη του έγγραφου τύπου για τη σύναψή τους, δεν τηρήθηκε προ της σύναψής τους η νόμιμη διαδικασία διαγωνισμού, αφού η ετήσια δαπάνη του αναιρεσίβλητου από τις επιμέρους συμβάσεις πωλήσεως, για το έτος 2010, υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ανώτερη ετήσια επιτρεπόμενη δαπάνη για κατάρτιση συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, και απορρίπτοντας αυτήν (αγωγή) ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2286/1995, 41 ν.δ. 496/1974 και 7 του Ν. 2955/2001, σε συνδ.

με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία δέχθηκε και το Εφετείο, αυτή (αγωγή) είναι νόμιμη ως προς τα αιτήματα της κύριας βάσης της περί απόδοσης των δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας, δεδομένου ότι οι επίδικες συμβάσεις πώλησης είναι έγκυρες, αφού εκείνες που έχουν αντικείμενο μικρότερο από 2.500 ευρώ καταρτίστηκαν προφορικά, καθόσον για την κατάρτισή τους δεν ήταν απαραίτητη τη τήρηση έγγραφου τύπου, ενώ εκείνες των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό η δε εκ της παραλείψεως του απαιτούμενου (συστατικού) για την κατάρτισή τους εγγράφου τύπου ακυρότητα θεραπεύτηκε, εφόσον υπήρξαν σαφείς και ορισμένες έγγραφες προτάσεις των συμβάσεων αυτών από το αναιρεσίβλητο, δηλαδή έγγραφες παραγγελίες προμήθειας των επίδικων ιατροτεχνολογικών υλικών, τις οποίες (έγγραφες προτάσεις) η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε προφορικά και στη συνέχεια εκτέλεσε τις σχετικές συμβάσεις με την παράδοση των αντίστοιχων υλικών, τα οποία το αναιρεσείον παρέλαβε ανεπιφύλακτα.

Εξάλλου, για την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων πώλησης με απευθείας ανάθεση δεν απαιτείτο να προηγηθεί δημόσιος διαγωνισμός, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2955/2001 δεν ορίζεται ως υποχρεωτική η προηγούμενη διενέργειά του, προκειμένου να καταρτιστούν εγκύρως οι συμβάσεις προμήθειας των άνω υλικών με τα νοσοκομεία, ενώ, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 9 του Ν. 3867/2010 οποιαδήποτε ακυρότητα των συμβάσεων προμηθειών των νοσοκομείων, που είχαν συναφθεί με απευθείας ανάθεση, βάσει των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 2955/2001, καλύφθηκε και αυτές θεωρούνται πλέον νόμιμες.

Κατ' ακολουθία αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα σκέλη του υπό στοιχεία "1.3.1", "1.3.2", "1.3.3" και "1.3.4" στο αναιρετήριο, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας τούτου, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3850/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ