Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and conflicting reasoning regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, finding the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court improperly evaluated evidence and contained contradictory reasoning regarding bank transfers versus sales contracts. The court rejected these claims, stating that the lower court's detailed and consistent reasoning regarding the evidence did not constitute a legal error warranting review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and consistent, and the appellant fails to demonstrate a specific legal error in the evaluation of evidence or the existence of contradictory grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 591 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 591/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Ν., κατοίκου Γαλλίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ναούμη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ... τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 259/1997 μη οριστική και 271/2001 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 27/4/2002 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1397/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 271/2001 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 204/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 28/2/2008 αίτησή του και τους από 25/2/2009 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 206/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22/9/2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κουτσοχρήστος ανέγνωσε την από 6/4/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-9-2020 κλήση του αναιρεσείοντος Χ. Ζ. του Ν., νομίμως φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για συζήτηση η από 28-2-2008 αίτησή του αλλά και οι από 25-2-2009 πρόσθετοι αυτής λόγοι για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 206/2010 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποίαν και για τον αναφερόμενον σ' αυτήν λόγον κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και των παραπάνω προσθέτων αυτής λόγων.
Από την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 και 569 ΚΠολΔ) και συνεπώς θα πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία αλλά συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1078/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των σχετικών λόγων τους (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 204/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία - και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ' αριθμ. 1397/2005 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποίαν αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 271/2001 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο - έκανε εν μέρει δεκτή την από 22-10-1993 ασκηθείσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρίας και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία) για τους αναφερομένους στην προαναφερθείσα προσβαλλομένη απόφαση λόγους, το χρηματικό ποσόν των είκοσι πέντε χιλιάδων οκτακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (25.818,25 €) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Εξάλλου στην σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ ΕΝ, έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΟλΑΠ 824/1977, ΑΠ 918/2020, ΑΠ 1848/2017). Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα, οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1594/2014, ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1622/2009), ενώ αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, για μη κήρυξη απαράδεκτου παρά τον νόμο, ιδρύεται όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1253/2020, ΑΠ 334/2016, ΑΠ 1595/2014).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 741, 766, 767, 777 - 783 ΑΚ, 18 και 20 ΕμπΝ (που εξακολουθούν να ισχύουν όσον αφορά τις υπό εκκαθάριση ομόρρυθμες εταιρίες, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 Ν. 4072/2012), συνάγεται ότι η λύση προσωπικής εμπορικής εταιρίας, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρία, αορίστου αλλά και ορισμένου χρόνου, επέρχεται με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου, ανεξάρτητα συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου, η οποία (καταγγελία) αποτελεί άτυπη μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους, που δεν ανακαλείται και η οποία έχει δια- πλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1776/2006, ΑΠ 76/2001), ενώ από την λύση της εταιρίας παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων (άρθρο 777 ΑΚ) και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (συμβατικών, νομίμων ή δικαστικών - άρθρο 778 ΑΚ), εφόσον, βέβαια, υπάρχει εκκαθαριστέα εταιρική περιουσία.
Το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως την λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 693/2008, ΑΠ 96/2005). Η εκκαθάριση έχει σκοπό την ενέργεια των πράξεων εκείνων, που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευασθεί η διανομή του, μεταξύ των εταίρων και ειδικότερα ο σκοπός της εκκαθάρισης έγκειται στην ρευστοποίηση του ενεργητικού, την διαπίστωση και εξόφληση των χρεών και στην συνέχεια, στην απόδοση των εισφορών και την διανομή του αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο και ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων (ΑΠ 989/2014).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της πωλήσεως και όχι σύμβαση παραγγελίας, ενώ με τον πρώτον πρόσθετον αναιρετικό λόγον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υφίσταται έλλειψη νομίμου εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης εταιρίας αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αυτού ως άνω άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίασή της.
Ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος και απορριπτέος, γιατί δεν παρατίθεται η σχετική διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 1274/2011). Περαιτέρω κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, όπως ακριβώς και ο πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, εφ' όσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, διατηρείται η νομική προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης εταιρίας για τις ανάγκες της εκκαθάρισής της και το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του κατά το ενδιαφέρον τους παραπάνω δύο επί μέρους λόγους μέρος, επί λέξει, τα εξής: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...Ε", η οποία διαλύθηκε και τελεί υπό εκκαθάριση αποτελείται από δύο (2) ομόρρυθμα μέλη και δη τους Α.
Δ. και τον Δ. Ζ., αδελφό του εναγομένου, από το τέλος του 1984 και τις αρχές του 1985, μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με τον Γερμανικό οίκο, που εμπορευόταν γουναρικά, αποφάσισε να προωθεί τα γουναρικά της στη Γαλλία. Για το λόγο αυτό συμφώνησε το 1985 προφορικά με τον εναγόμενο να πωλεί σ' αυτόν τα γουναρικά της, προκειμένου ο τελευταίος να τα διαθέτει σε πελάτες του από το κατάστημα πωλήσεως γουναρικών, που αυτή διατηρούσε στη Γαλλία, το τίμημα δε των πωλήσεων (των γουναρικών) στον εναγόμενο θα καταβάλλονταν από τον τελευταίο μετά οκτώ μήνες από την παραλαβή τους.
Στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας τους η ενάγουσα, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της κρινομένης αγωγής αν και έχει λυθεί εφόσον τελεί σε εκκαθάριση ακόμη, δοθέντος ότι υφίσταται ακόμη απαίτησή της και ως εκ τούτου διατηρείται η νομική της προσωπικότητα της για τις ανάγκες της εκκαθάρισης...".
Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως υφίσταται "Αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης της αληθινά χωρίς απόδειξη" και τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1168/2020, ΑΠ 1424/2015 ΑΠ 1295/2012).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και το συμπληρωματικό αυτού πρώτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε την προταθείσα εκ μέρους του ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας εταιρίας χωρίς να αναφέρονται τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη του για την απόρριψη της ως άνω ενστάσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την προαναφερθείσα προταθείσα ένσταση λαμβάνοντας υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στην 32/2000 εισηγητική έκθεση, τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ)". Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμον πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο περί του αντιθέτου, ανωτέρω αναιρετικός λόγος και ο συμπληρωματικός αυτού δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), ενώ κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 691/0217, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).
Πρέπει συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 514/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 265/2017, ΑΠ 233/2011).
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999), ενώ από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 1506/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τρίτου προσθέτου αναιρετικού λόγου ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ομολογία της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρίας και ειδικότερα, του ότι "δεν υπήρχε συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής των πωληθέντων εμπορευμάτων". Από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ασκηθείσης εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος αλλά και των σχετικών προτάσεων που αυτός υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την εν συνεχεία έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν επικαλέσθηκε την ως άνω υπό το προδιαληφθέν περιεχόμενο ομολογία της ήδη αναιρεσιβλήτου και συνεπώς και ο σχετικός αναιρετικός λόγος αυτός που απορρέει κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεως του για την προκειμένη υπόθεση, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα και ειδικότερα αυτά που αφορούν: 1) την από 6-7-1988 καταβολή ποσού 62.000 γαλλικών φράγκων, 2) την από 26-12-1988 καταβολή ποσού 20.000 γαλλικών φράγκων, 3) την από 12-4-1988 καταβολή ποσού 61.630 γαλλικών φράγκων, 4) την από 8-11-1988 καταβολή ποσού 40.100 γαλλικών φράγκων και 5) την από 5-8-1987 καταβολή ποσού 45.000 γαλλικών φράγκων.
Από τις παραπάνω αιτιολογίες, όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα που αφορούν τις προαναφερθείσες χρηματικές καταβολές ελήφθησαν υπόψη, καθόσον αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα συνεκτιμήθηκαν με ειδική τους αναφορά και αιτιολόγηση και ως εκ τούτου ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ', είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τρίτος πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθ. 12 αναιρετικός λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι εκτίμησε τα προσαχθέντα από αυτόν αποδεικτικά έγγραφα παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική τους δύναμη, τυγχάνει απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως σε ποιο ακριβώς σχετικό αποδεικτικό μέσον δόθηκε μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος απονέμει σ' αυτό, πέραν του ότι υπό τις προβαλλόμενες, για τη θεμελίωσή του αιτιάσεις, με το πρόσχημα της ως άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η σχετική ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος στον αυτόν ως άνω τρίτον "πρόσθετον λόγον περιλαμβάνεται ακόμη η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, παρότι έγινε δεκτό ότι άλλες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων στον ίδιον χρόνον δεν αποδείχθηκαν, εν τούτοις κατά την αξιολόγηση των ως άνω σχετικών αποδείξεων για τις γενόμενες δι' αυτών χρηματικές καταβολές, έγινε αποδεκτό πως δεν αφορούν τις κρίσιμες συμβάσεις πωλήσεως, (αιτίαση) που προσήκει στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία όμως ελέγχεται ως αβάσιμη, καθ' όσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω αναιρετικό λόγο μέρος, συμπεριέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δεδομένου ότι δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως επί λέξει τα εξής: "...Οι υπόλοιπες καταβολές (ειδοποιήσεις χρέωσης τον γαλλικών τραπεζών), που επικαλείται ο εκκαλών και ειδικότερα 1) η από 6-7-1988 καταβολή, ποσού 62.000 γαλλικών φράγκων 2) η από 26-12- 1983 καταβολή, ποσού 20.000 γαλλικών φράγκων, 3) η από 12-4-1988 καταβολή, ποσού 61.630 γαλλικών φράγκων και 4) από 8-11-1988 καταβολή, ποσού 40.100 γαλλικών φράγκων, δεν αποδείχθηκε ότι αφορούν τις επίδικες πωλήσεις καθ' όσον δεν αναφέρονται τα τιμολόγια στα οποία αφορούν (δεν προσκομίζεται ούτε σχετικό παραστατικό, όπως στα προαναφερθέντα (α-δ), ούτε προκύπτει ταύτιση των ποσών, που αναφέρονται στις ως άνω ειδοποιήσεις χρέωσης με τα ποσά των τιμολογίων της ένδικης αγωγής.
Ούτε οι λοιπές καταβολές ποσών 200.000 και 300.000 δραχμών αποδείχθηκαν..." [και αυτές (αιτιολογίες) δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως αλλά και οι πρόθετοι αυτής λόγοι κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 204/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 28-2-2008 αίτηση αλλά και τους από 25-2- 2009 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω αίτηση και τους προσθέτους αυτής λόγους κατά της υπ' αριθμ. 204/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ