Legislator Case Law & Legislation
591/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against land ownership judgment due to insufficient reasoning on specific procedural grounds.

Case Number 591/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that confirmed the plaintiff's ownership of a specific property. The State argued the judgment lacked clear reasoning regarding the timeline of acquisitive prescription and the identity of the original owner. The court rejected this claim, stating the lower court's primary reasoning was sufficient and the State's arguments were based on a false premise about the nature of the land.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged insufficient reasoning regarding acquisitive prescription fails if the lower court's main reasoning is clear, complete, and sufficient, and if the appellant's specific objections rely on false premises or do not effectively challenge the core justification.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription land ownership appeal admissibility insufficient reasoning Code of Civil Procedure property rights State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30-4-2015 αίτηση και τους από 15-3-2016 πρόσθετους λόγους της.

Εκδόθηκε η 555/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Εκδόθηκε η 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την με αριθμ.

έκθ .κατάθ. 487/2010 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία , του περιγραφόμενου σ αυτή ακινήτου και τη διόρθωση της ανακριβούς (πρώτης) εγγραφής, ώστε στο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7.894 τ.μ., του οποίου φέρεται ως κύριος το Ελληνικό Δημόσιο, να εγγραφεί αυτή ως κυρία στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.

Με την 172/2013 απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την με αριθμ. .έκθ. κατάθ. 74/2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 103/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης , η οποία δέχθηκε ως βάσιμη κατ1 ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε αυτήν (εκκαλουμένη) και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή την απέρριψε κατ' ουσίαν, διότι έκρινε ότι το επίδικο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτο χρησικτησίας ,το δε Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητά του ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους.

Την εν λόγω 103/2014 απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την από 30-4-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-3-2016 πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε η 555/2016 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλομένη και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε στο Εφετείο με την από 20-1-2017 κλήση της ενάγουσας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη(1/2019) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης), η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου. Κατ' αυτής της απόφασης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 11/2/2019 κρινόμενη (δεύτερη) αναίρεση, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 , Κ.Πολ.Δ).η οποία είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).

2.Επειδή με το άρθρο 2, παρ. 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, 'Ηπειρος Κρήτης, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.

Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτώ δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.

της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).

Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός, όμως, Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.

Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.

Εξ ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.

Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.

Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση, όμως, της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).

Ενόψει, συνεπώς, της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα. (ΑΠ 555/2016, ΑΠ 572/2001)

3.Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία νια την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 141/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης και τη διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής τους στα Κτηματολογικά βιβλία: "Το ακίνητο για το ποίο ερίζουν οι διάδικοι βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ...

της πρώην κοινότητας ..., πρώην Δήμου ... και νυν … και στην ειδικότερη θέση "...". Η ως άνω περιφέρεια κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και το ακίνητο εντάχθηκε στην περιοχή κτηματογράφησης του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου και έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία με αριθμό ΚΑΕΚ …/0/0, στο οικείο δε κτηματολογικό φύλλο και στις πρώτες εγγραφές αναγράφηκε ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό, 100% το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με αιτία κτήσης το νόμο, δεδομένου ότι η έκταση θεωρήθηκε δασική με βάση αεροφωτογραφίες του έτους 1945.

Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν σύμφωνα με τον ΟΚΧΕ 7.894 τ.μ., ενώ σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του 10.975 τ.μ. και με νεότερη και επιμελέστερη καταμέτρηση 10.978,06 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Σ. με ΚΑΕΚ …., ανατολικά με ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Γουβερνέτου με ΚΑΕΚ …, νότια με το υπ' αριθμ. ΚΑΕΚ …. ιδιοκτησίας Ε., Ι., Β.

και Δ. Δ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ … και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ. Κ. το γένος Γ. Κ. με ΚΑΕΚ … και με ιδιοκτησία Α. Κ. του Ε., Ά. Κ. του Δ., Δ. - Φ. Κ. του Δ., Α. Γ. του Ε. και Γ. Κ. του Ε. με ΚΑΕΚ … . Το ως άνω ακίνητο εμφανίζεται και αποτυπώνεται στο συνταχθέν και προσκομιζόμενο με επιμέλεια της ενάγουσας από το Μάρτιο του έτους 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π. ως ιδιοκτησία Α, περικλείεται δε με τα κεφαλαία γράμματα Α1, Α2, Α3, Α4, Α5, Α6; Α7, Α8, Α9, Α10, Α11, Α12, Α13, Α14, Α15, Α16, Α17, Α18, Α19, Α20, Α21, Α1.

Περαιτέρω, το επίδικο ως άνω ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα με την υπ' αριθμ.' …/…-11-2002 σύμβαση του συμβολαιογράφου Κοζάνης Λάζαρου Σιούλα, νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής …,"η οποία αποτελεί επανάληψη της υπ' αριθμ. …/…-9-2002 σύμβασης συγχώνευσης της ενάγουσας με απορρόφηση των ανωνύμων εταιρειών "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Τ.Ε.", και "Γ. Γ. Α.Ε.", σύμφωνα δε με αυτή το σύνολο της περιουσίας των εταιρειών που απορροφήθηκαν' μεταβιβάσθηκε: στην ενάγουσα.

4 Στη δικαιοπάροχο της τελευταίας ανώνυμη εταιρεία "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α:Τ.Ε." το ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τους Ε. Δ. κατά ποσοστό, 51% εξ αδιαιρέτου, Ι. Δ. κατά ποσοστό 34% εξ αδιαιρέτου και Ε. Σ. κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου με το υπ' αριθμ. …/…-1-1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Κνιθάκη - Πανηγυράκη, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … .

Στους ως άνω πωλητές το επίδικο είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση 43.900 τ.μ. και κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά σε καθέναν με αγορά από τη Μ. Π. του Α. και της Μ., σύζυγο Α. Λ., δυνάμει του υπ' αριθμ.. …/…-12-1993 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Χανίων, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό μεταγραφής …. , στη δε δικαιοπάροχο τους είχε περιέλθει το εν λόγω μεγαλύτερο ακίνητο το οποίο αποτελεί τμήμα ακόμα μεγαλύτερου ακινήτου αρχικά έκτασης 87.800 τ.μ., ως εξής:

α) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιώσασας στις 24-7-1948 μητέρας της Μ. συζύγου Α. Π., το γένος φυσικού πατρός Ε. Κ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. …./...-5-1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χανίων Παναγιώτη Κλωνιζάκη, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ….

και β) σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, που είναι το ποσοστό το οποίο ο πατέρας της Α. Π. κληρονόμησε από την αποβιώσασα σύζυγο του Μ. και αποδέχθηκε το κληρονομιαίο αυτό ποσοστό του με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, στην ι συνέχεια δε το μεταβίβασε στη θυγατέρα του κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, που έχει - νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής … και κατόπιν με την υπ' αριθμ. …/1992 πράξη παραίτησης από την παρακρατηθείσα επικαρπία της συμβολαιογράφου Χανίων Καλλιόπης Δασκαλάκη - Δαμίγου, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής …, παραιτήθηκε από την επικαρπία υπέρ της θυγατέρας του.

Επειδή όμως, στην μεγαλύτερη έκταση των 87.800 τ.μ., στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ήδη συγκυρία η Μ. Π. σύζυγος Α. Λ., οι πλείονες συγκοινωνοί - συγκύριοι κατά τα υπόλοιπα 4/8 εξ αδιαιρέτου Άννα χήρα Γ. Κ., Ε. Γ.. Κ.ς, Σ. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. Κ. και Ε. - Ε. συζ. Ε. Γ. το γένος Γ. Κ., επιθυμούσαν τη διανομή του κοινού ακινήτου, εξεδόθη κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής η υπ' αριθμ. 311/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δυνάμει της οποίας και σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ Γ'47/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων ενώπιον του ορισθέντος Εισηγητή Δικαστή, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό μεταγραφής … περιήλθε στην Μ.

Π. συζ. Α. Λ. διακεκριμένο τμήμα έκτασης 43.900 τ.μ. με 152 ελαιόδενδρα και δη χωρίς κλήρωση, τμήμα του οποίου αποτελούσε αρχικά και το επίδικο ακίνητο. Το μεγαλύτερο ακίνητο των 87.800 τ.μ. είχε περιέλθει στο Ν. Κ. με αγορά από τους Χ. και Μ. Τ. και Α. Ε. Κ., το γένος Κ. δυνάμει των υπ' αριθμ. …./….1.1882 και …/….12.1882 πωλητηρίων συμβολαίων του τότε Συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Κουφάκη, τα οποία είχαν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τότε Δήμου ...

Επαρχίας ... στον τόμο δεύτερο και με αύξοντες αριθμούς μεταγραφής … και … αντίστοιχα. Μετά το θάνατο του Ν. Κ. το ακίνητο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διάδοχη στο τέκνο του Ε. Κ., ο οποίος, όταν απεβίωσε το έτος 1941 χωρίς διαθήκη, κληρονομήθηκε από τα τέκνα του, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι Γ. Ε. Κ.ς και Μ.

συζ. Α. Π. το γένος Ε. Κ., οι οποίοι κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων έλαβαν από κοινού και όλο το ακίνητο στη θέση "...", το οποίο αργότερα οι κληρονόμοι τους διενειμαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 311/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/1992 έκθεση κλήρωσης μεριδίων, όπως έχει ήδη αναφερθεί.

Να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί τη συγγενική και κληρονομική σχέση της Μ. Π. και του Γ. Κ. με τον Ε. Κ., ούτε το χρόνο του θανάτου του τελευταίου και τη συγγενική του σχέση με τον Ν. Κ.. Ο τελευταίος από τότε που περιήλθε το ακίνητο σε αυτόν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια του 1882 το κατείχε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές πράξεις που προσιδιάζουν κατά τη φύση του και τον προορισμό του και ειδικότερα το καλλιεργούσε και το έσπερνε με δημητριακά.

Μετά δε απ' αυτόν τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και ο γιός του και κληρονόμος του Ε. Κ.ς μέχρι τον χρόνο του θανάτου του το 1941. Μετά το θάνατο του τελευταίου τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων ασκούσαν επί του ακινήτου (στο οποίο, όπως έχει ήδη λεχθεί, περιλαμβανόταν και το επίδικο) τα τέκνα του Γ.

Ε. Κ.ς και Μ. συζ. Α. Π. το γένος Ε. Κ., δηλαδή το καλλιεργούσαν και το έσπερναν με δημητριακά, μέχρι το έτος 1947 περίπου, που φύτεψαν ελαιόδεντρα. Όπως δε, προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 311/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων όλο το ακίνητο των 87.800 τ.μ.

ήταν ελαιώνας. Ο μάρτυρας του εναγομένου Δ. Σ., Δασολόγος της Δ/νσης Δασών Χανίων, κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι το επίδικο κατά το έτος 1945 ήταν δασική έκταση, διότι άνω του 25% του εδάφους του καλυπτόταν από δασική βλάστηση, μετά προέκυψε αλλαγή μορφής της χρήσης της γης, οι όμορες δε περιοχές είναι ένα μωσαϊκό με δασική και μη βλάστηση, ενώ ο μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ότι το επίδικο έχει μόνο ελιές, το έδαφος είναι εύφορο και καλλιεργούσαν και καρπούζια, συνορεύει δε με ιδιοκτησία της Μονής Γουβερνέτου, όπου φυτεύουν πατάτες και αμπέλια και οι όμορες ιδιοκτησίες είναι, αμιγώς γεωργική γη.

Το εναγόμενο προσκομίζει την από 1-11-2011 έκθεση φωτοερμηνείας ζεύγους αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1945 και 1998 του ίδιου ως άνω Δασολόγου, σύμφωνα με την οποία τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 505,97 τ.μ. κατά τα έτη 1945 και 1998 καλύπτεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25% από θαμνώδη δασική βλάστηση των ειδών ασπαλάθου, χαμορείκης και σχίνου, ενώ στο υπόλοιπο εμφανίζεται κατά το έτος 1945 θαμνώδης δασική βλάστηση των ανωτέρω ειδών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, κατά το έτος δε 1998 η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από ίδιας μορφής στα δυτικά, βόρεια και νότια και από μωσαϊκό χορτολίβαδων με θαμνώδεις δασικές εκτάσεις στα ανατολικά.

Οι ενάγοντες προσκομίζουν την από Σεπτέμβριο του 2014 έκθεση φωτοερμηνείας και αυτοψίας του Δασολόγου Ι. Α., σύμφωνα με την οποία: Σε ζεύγος αεροφωτογραφιών του 1945 το επίδικο ακίνητο, όπως και το μεγαλύτερο των 43.900 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί, διασχίζεται από λωρίδες οργωμένες και από λωρίδες με πολύ χαμηλή .βλάστηση διάφορης πυκνότητας κατά θέσεις.

Η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από παζλ φρεσκοοργωμένων και μη τμημάτων με διάσπαρτα δένδρα στο σύνολο της έκτασης σε τυχαίες θέσεις, όπου δε υπάρχει φυσική βλάστηση, αυτή είναι αραιή και χαμηλή. Σε ζεύγος αεροτοφωτογραφιών έτους λήψης 1960 το μεγαλύτερο ακίνητο καλύπτεται από ελαιώνα ηλικίας περίπου 10 ετών, φυτεμένο σε κανονικό φυτευτικό σύνδεσμο περίπου 10 Χ 10 μέτρα.

Τμήματα του' ακινήτου είναι φρεσκοοργωμένα, ενώ άλλα τμήματα όχι, παρ' ότι ο ελαιώνας επεκτείνεται και σ' αυτά. Σε αεροφωτογραφίες δε και ορθοφωτοχάρτη του 1998 το ακίνητο καλύπτεται στο σύνολο του από τον ελαιώνα, εκτός από τμήμα του στο κέντρο και ανατολικά, όπου το έδαφος φαίνεται πολύ διαταραγμένο. Από τα στοιχεία αυτά και ιδίως από τις αεροφωτογραφίες του 1945 δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο και η εμπεριέχουσα αυτό μεγαλύτερη έκταση, ουδέποτε καλλιεργήθηκαν πριν το 1945 και ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση, δεδομένου ότι από το έτος 1882 μέχρι και το 1945 μεσολαβεί διάστημα 63 ετών, κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, όπως είναι κοινώς γνωστό, πολλές καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν, τα δε ελαιόδεντρα που εμφαίνονται στις αεροφωτογραφίες του 1960 και του 1998 φυτεύτηκαν κατά τα έτη 1947 - 1950, μετά δηλαδή τον Πόλεμο, ενώ πριν την περίοδο αυτή καλλιεργούνταν άλλα είδη, όπως δημητριακά και καρπούζια.

Αντίθετα με βάση τα στοιχεία αυτά και ιδίως το γεγονός ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως συνάγεται από τα προσκομιζόμενα πωλητήρια συμβόλαια του 1882, το επίδικο και η ευρύτερη έκταση ήταν αντικείμενο αγοραπωλησίας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ήταν γεωργική έκταση και όχι δασική, ανήκουσα στην ιδιωτική περιουσία του Οθωμανικού Κράτους.

Όπως, όμως, έχει εκτεθεί στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως δασικής έκτασης ή μη και ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελούσε ή όχι ακίνητο, λόγω του χαρακτήρα του αυτού, που ανήκε στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτησή του από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23-7-1904) μέχρι την 11-5-1915, που ήταν δυνατή στην Κρήτη η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και επί δασών και δασικών εκτάσεων εν γένει.

Πιο συγκεκριμένα, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας Ν. Κ. και ο γιός αυτού Ε. Κ.ς ενέμοντο το ακίνητο από το έτος 1882 (ο πρώτος) συνεχώς μέχρι και το έτος 1941 (που απεβίωσε ο δεύτερος), κατά το χρονικό διάστημα δε από 23-7-1904 έως και 11-5-1915 συνέτρεξαν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι το επίδικο σε κάθε περίπτωση δεν ανήκει στην κατηγορία των "αναπαλλοτρίωτων" δημόσιων κτημάτων του άρθρου 199 του Κρητ.

Α.Κ., διότι ήδη κατά τη συμπλήρωση πενταετίας από την έναρξη ισχύος του Κρητ. Α.Κ., ήτοι στις 23-7-1909, συμπληρώθηκε 20ετής νομή, είτε στο πρόσωπο του Ν. Κ. (η ακριβής χρονολογία θανάτου του οποίου δεν αποδεικνύεται) είτε στο πρόσωπο του Ε. Κ., συνυπολογιζομένου και του 15ετούς τουλάχιστον διαδραμόντος χρόνου νομής του πατέρα του, με την οποία αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Στην συνέχεια το ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα της Μ. Π. το γένος Ε. Κ. με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του πατέρα της που απεβίωσε τα 1941, διότι πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, για την απόκτηση της κληρονομιάς αυτής δεν απαιτείτο αποδοχή και μεταγραφή, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία με συνυπολογισμό και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, αφού και η ίδια το καλλιεργούσε με δημητριακά και με φύτευση ελαιοδέντρων, μετά δε το θάνατο και αυτής το έτος 1948 το ακίνητο απέκτησε κατά κυριότητα επίσης με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή (κατά την έκταση των 43.900 τ.μ.) η θυγατέρα της Μ.

Π. του Α., συζ. Α. Λ., δυνάμει των προαναφερομένων νόμιμα μεταγεγραμμένων …/1997 πράξης αποδοχής κηλρονομιάς, …/1990 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας και …/1992 πράξης παραίτησης από παρακρατηθείσα επικαρπία σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 311/191 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και την υπ' αριθμ.

…/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων. Με αγορά από αυτήν δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1993 νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου έγιναν συγκύριοι του ακινήτου των 43.900 τ.μ. οι Ε. και Ι. Δ. και Ε. Σ., οι οποίοι στην συνέχεια επώλησαν διακεκριμένο τμήμα αυτού έκτασης 10.975 τ.μ. στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Τ.Ε." με το υπ' αριθμ.

…/1997 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, η οποία έτσι έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο.

Συνεπώς η ενάγουσα, η οποία απέκτησε το επίδικο ακίνητο από την αληθή κυρία "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Τ.Ε" δυνάμει της υπ' αριθμ.•…/2002 σύμβασης νόμιμα μεταγραμμένης που αποτελεί επανάληψη της υπ' αριθμ. …/2002 σύμβασης συγχώνευσης της ενάγουσας με απορρόφηση των ανωνύμων εταιριών "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Τ.Ε." και "Γ. Α.Ε.", κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο και εσφαλμένα ανεγράφηκε κατά την πρώτη κτηματολογική εγγραφή ως κύριο το εναγόμενο.

Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας δεν ήσαν κύριοι του επιδίκου, ούτε και οι απώτατοι έγιναν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, διότι το ακίνητο ήταν δασική έκταση ,περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 2002 η αναιρεσίβλητη -ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ..., πρώην Κοινότητας ..., Δήμου ..., νομού Χανίων, έχει γεωργικό χαρακτήρα και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 43.900 τ.μ., με τον ειδικότερα διαλαμβανόμενο στην απόφαση παράγωγο τρόπο (σύμβαση συγχώνευσης απορρόφησης εταιρειών, αγοραπωλησίες, κληρονομικές διαδοχές) από αληθή κυρία και ότι εσφαλμένα αναγράφηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου Κρήτης ότι δικαιούχος του πιο πάνω ακινήτου τυγχάνει το αναιρεσείον-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Παράλληλα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση και επί τουρκοκρατίας και ότι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας ,διότι έχει περιέλθει στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους και στη συνέχεια, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου έκτασης ή μη και του αν ανήκε στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους ή όχι, αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Κώδικα (23-7-1904) μέχρι 11-5-1915, που ήταν δυνατή στην Κρήτη η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο και επί δασών και δασικών εκτάσεων εν γένει και ότι .ακολούθως, περιήλθε στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία.

Με το μοναδικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθόσον δεν διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες "ως προς το πρόσωπο που απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-5-1915, ειδικότερα δε, αφενός δεν προσδιορίζει το πρόσωπο στο οποίο τυχόν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του κώδικα (23-7-1914) και εάν συνεχίσθηκε από το ίδιο πρόσωπο ή άλλο πρόσωπο η άσκηση πράξεων νομής μέχρι 11-5-1915, αφετέρου δεν προσδιορίζει το πρόσωπο στο οποίο που τυχόν υπολείπεται χρονικό διάστημα το οποίο είναι μικρότερο της πενταετίας, ώστε να συνυπολογισθεί μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής προ του χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητικού ΑΚ (23-7-1904), προκειμένου να αποκτήσει κυριότητα μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών, που άρχισε από την ισχύ του Κώδικα (23-7-1904) και συμπληρώθηκε στις 23-7-1909 περαιτέρω δε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει το χρόνο θανάτου του Ν.

Κ., τον οποίο φέρεται να κληρονομεί εξ αδιαθέτου ο υιός του Ε. Κ., με συνέπεια να μην μπορεί να υπολογισθεί ο χρόνος έναρξης νομής στο πρόσωπο του τελευταίου". Ο λόγος αυτός ο οποίος πλήττει την επικουρική αιτιολογία της απόφασης πρέπει ν'απορριφθεί αφενός, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση και αφετέρου, διότι δεν πλήττει επιτυχώς την κύρια, σαφή και πλήρη αιτιολογία της απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, η οποία (αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Ενόψει τούτων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, 176, 191 & 2 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ